Archive for the ‘Παλαιό και νέο ημερολόγιο’ Category

Ο Ιερός Τόπος του Άθωνος είναι από τη φύση του και τον προορισμό του χώρος που αρμόζει να μένει μακριά από τα φώτα της κοσμικής δημοσιότητος,τόπος εσωστρεφείας, ησυχίας,νύξεως και προσευχής, όπου η ψυχή συναντά κατά μόνας τον Θεό.
Δυστυχώς όμως η Ιερά Κοινότης Αγίου Όρους, Άθω τον τελευταίο καιρό ευρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να παρακολουθεί με οδύνη καρδίας τον ταραχώδη δημοσιογραφικό και λοιπό θόρυβο που έχουν εγείρει οι κατέχοντες παρανόμως την Ιερά Μονή Εσφιγμένου,καταργώντας το ησυχαστικόν του Τόπου και εκθέτοντας στα κοσμικά φώτα,αλλά και κυρίως στις κοσμικές αντιλήψεις, κατά τρόπο βέβηλο την πατροπαράδοτη μυσταγωγική
πνευματική ζωή. Η Ιερά Κοινότης ετήρησε σιγή επί μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να μην δώσει τροφή και συνέχεια στην ίδια απάδουσα τακτική, αλλά και προκειμένου να μη σκανδαλίσει τον απλό κόσμο, καταγγέλλοντας ατοπήματα διαπραττόμενα, ως μη όφειλε, σε Τόπο Ιερό.
Προσευχόμεθα νυχθημερόν και έχουμε ήσυχη την συνείδηση και βαθύτατη την πίστη, ότι αργά ή γρήγορα ο Πανάγαθος Θεός και η Έφορος του Αγιωνύμου Τόπου η Υπεραγία Θεοτόκος Θα αποκαταστήσουν την αλήθεια και ότι το Άγιον Όρος Θα εξέλθει κραταιωμένο από τον συγκεκριμένο δόλιχο, όπως συνέβη σε τόσες και τόσες κρισιμότερες στιγμές της ιστορίας του. Για λόγους συνειδήσεως όμως με πολλή περίσκεψη και εντελώς κατ’ εξαίρεσιν κρίναμε σκόπιμο να εκδώσουμε το παρόν κείμενο, ώστε να παράσχουμε ένα νηφάλιο και υπεύθυνο εφόδιο σε κάθε καλοπροαίρετο άνθρωπο, προς ενημέρωση και επίγνωση της αληθείας, αλλά και απόκρουση της
εκστρατείας σκανδαλισμού που έχει εξαπολυθεί εις βάρος του Αγίου Όρους και της υπερχιλιετούς παραδόσεώς του.

>
> 1. Η
> Ιερά Μονή Εσφιγμένου
> Η
> Ιερά Μονή Εσφιγμένου είναι μία
> από τις είκοσι κυρίαρχες
> Βασιλικές,
> Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές
> Μονές του Αγίου Όρους με μεγάλη
> ιστορία
> από τους βυζαντινούς μέχρι τους
> νεωτέρους χρόνους, έχοντας
> μάλιστα
> αναδείξει και μεγάλους αγίους
> της Εκκλησίας μας και άλλες
> σημαντικές
> μορφές, ένα πραγματικό καύχημα
> της Αγιωνύμου Πολιτείας. Μέχρι
> πριν από
> μερικές δεκαετίες ήταν
> φημισμένη ως ένα από τα καλύτερα,
> αυστηρότερα και
> παραδοσιακότερα κοινόβια του
> Αγίου Όρους.
> Θα
> πρέπει να σημειωθεί ότι μία
> κυρίαρχη Μονή του Αγίου Όρους,
> πέραν ενός
> τόπου ενασκήσεως μοναχών, έχει
> όλως ηυξημένα δικαιώματα και
> υποχρεώσεις,
> που της δόθηκαν ακριβώς για να
> προστατευθεί δια μέσου των
> αιώνων η
> αδιατάρακτη άσκηση των μοναχών
> σε αυτήν. Αποτελεί λοιπόν
> Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου
> που ασκεί δημόσια εξουσία
> και χαίρει πολλαπλών προνομίων
> και πλεονεκτημάτων που
> απορρέουν από το
> ειδικό καθεστώς του Αγίου Όρους,
> ενώ είναι επιφορτισμένο και με
> ανάλογες
> πνευματικές και διοικητικές
> ευθύνες.
> Σήμερα η Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου, με τις πράξεις
> των κατεχόντων αυτήν, έχει
> εκπέσει σε πρωτοφανή στην
> ιστορία της δραματική
> κατάσταση,
> δηλαδή κατ’ ουσίαν έχει πλέον
> περιέλθει εις τάξιν Κελλίου,
> καθώς δεν
> πραγματώνει ευθύνες και
> αρμοδιότητες κυριάρχου
> αγιορειτικής Μονής, ενώ
> το νομικό Πρόσωπο της Μονής δεν
> λειτουργεί, έχοντας περιέλθει
> εις ανυπόστατον.
> Αδελφότητα της Μονής πλέον δεν
> υπάρχει. Το
> κτίριο της Μονής κατέχει
> παράνομα μία ομάδα προσώπων, τα
> οποία εξ ιδίας
> ευθύνης δεν αποτελούν
> αγιορείτας μοναχούς και τα οποία
> διαπράττουν
> σφετερισμό εξουσίας και εν τέλει
> πλήθος άλλων ποινικών
> αδικημάτων.
> Πώς συνέβη αυτό θα εξηγήσουμε
> αμέσως παρακάτω. Θέλουμε μόνο να
>
> επισημάνουμε ότι η κατάσταση
> αυτή, εκτός από τη ζημία αυτής
> καθ’ αυτήν
> της Μονής, αποτελεί και
> σοβαρότατη απειλή κατά του ιδίου
> του Αγίου Όρους.
> 2.
> Θεμελιώδεις αρχές της
> υποστάσεως του Αγίου
> Όρους
> Είναι κοινή
> συνείδηση των αγιορειτών, αλλά
> και της ιστορικής και νομικής
> επιστήμης, ότι το
> Άγιον Όρος οφείλει κατά μέγα
> μέρος την επιβίωση και διατήρηση
> του εν
> ακμή δια μέσου δώδεκα αιώνων
> στην πρόνοια της Υπεραγίας
> Θεοτόκου
> να το προικίσει και με ειδικό
> καθεστώς αυτοδιοικήσεως, το
> οποίο είναι
> ενιαίο για ολόκληρη τη
> χερσόνησο, έτσι ώστε να μιλάμε
> για «Άγιον Όρος»
> και όχι απλώς για άθροισμα Μονών.
> Αυτή είναι η διαφορά, η
> μοναδικότητα
> και το πλεονέκτημά του σε σχέση
> με άλλα λίαν αξιόλογα μοναστικά
> κέντρα,
> όπως λ.χ. των Μετεώρων, ή
> παλαιότερα του Ολύμπου της
> Βιθυνίας.
> Θεμελιώδης επομένως συστατική
> έννοια του Μοναστικού μας
> Κέντρου είναι η
> αρχή της εκκλησιαστικής και
> διοικητικής ενότητος και
> κοινωνίας πασών των
> αγιορειτικών Μονών.
> Συγκεκριμένα
> η εκκλησιαστική ενότης και
> κοινωνία περιγράφεται με την
> κοινή υπαγωγή
> στην άμεση δικαιοδοσία του
> Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό
> την ανώτατη
> εποπτεία του οποίου τελεί η
> ακριβής τήρηση των αγιορειτικών
> καθεστώτων
> κατά το πνευματικό μέρος, ενώ δεν
> επιτρέπεται άλλο μνημόσυνο πλην
> του
> ονόματος του Οικουμενικού
> Πατριάρχου. Οι κυρίαρχες Μονές
> οφείλουν να
> έχουν πλήρη εκκλησιαστική
> κοινωνία μεταξύ τους και να
> συμμετέχουν σε
> κοινές τελετές και λατρευτικές
> συνάξεις.
> Η
> διοικητική ενότης και κοινωνία
> περιγράφεται με την
> υποχρεωτική συμμετοχή
> των κυριάρχων Μονών στα κοινά
> διοικητικά όργανα (Ιερά
> Κοινότης, Ιερά
> Επιστασία κλπ) και συμμόρφωση
> προς τις επιταγές του
> Καταστατικού Χάρτη
> Αγίου Όρους (εφεξής Κ.Χ.Α.Ο.) για
> τις σχέσεις μεταξύ Ιεράς
> Κοινότητος
> και Ιερών Μονών και προς τις
> αποφάσεις και τους κανόνες που
> ψηφίζουν τα
> αρμόδια κοινά όργανα.
> Πρόκειται
> περί ενιαίας θρησκευτικής
> Κοινότητος, στην οποία
> συμμετέχουν ως μόνιμα
> μέλη της όσοι εντάσσονται
> ελευθέρως σε αυτήν και ζουν και
> ενεργούν σε
> πλήρη κοινωνία με τους
> υπολοίπους. Οποιοσδήποτε
> άνθρωπος βεβαίως έχει το
> δικαίωμα της θρησκευτικής
> ελευθερίας, επομένως και το
> δικαίωμα να μη
> αποδέχεται την κοινωνία με τα
> άλλα μέλη της Κοινότητος, αλλά
> τότε το
> ειλικρινές και έντιμον είναι να
> εγκαταλείψει ελευθέρως την
> Κοινότητα.
> Έτσι στην περίπτωση του Αγίου
> Όρους για να προστατευθεί ο εξ
> ολοκλήρου
> Ορθόδοξος μοναστικός χαρακτήρας
> του, το
> Σύνταγμα και ο Κ.Χ.Α.Ο.
> απαγορεύουν την εγκαταβίωση
> ετεροδόξων ή
> σχισματικών.
> Έχοντας υπ όψιν τα παραπάνω
> καταλαβαίνει κανείς ότι στο
> Άγιον Όρος δεν
> υπάρχουν, με την έννοια που
> ισχύουν αυτά για τους
> εγκαθισταμένους στην
> υπόλοιπη ελληνική επικράτεια,
> ανεξιθρησκία ή εξατομικευμένη
> θρησκευτική
> ελευθερία, αλλά μάλλον
> προστατεύεται απολύτως η
> θρησκευτική ελευθερία
> του Αγίου Όρους ως συνόλου, δηλ.
> το δικαίωμά του να αποτελεί
> ενιαία
> θρησκευτική Κοινότητα με
> συγκεκριμένο ενιαίο τρόπο του
> θρησκεύειν.
> Η
> διάρρηξης της ενότητος
> (εκκλησιαστικής και διοικητικής)
> του Αγίου Όρους
> είναι αδιανόητη για το
> αγιορειτικό καθεστώς, γιατί
> προκαλεί πλήρη
> εμπλοκή στη θεσμική λειτουργία
> του και εν τέλει προσβάλλει την
> υπόστασή
> του. Το ζήτημα έχει
> σοβαρότατες θεσμικές,
> πνευματικές,
> εκκλησιαστικές αλλά και εθνικές
> διαστάσεις, γιατί εάν γίνει
> αποδεκτή η
> δυνατότητα Μονής να αποκόπτεται
> από τις άλλες για λόγους που αυτή
>
> μονομερώς επικαλείται, τότε
> εύλογα και άλλοι θα μπορούσαν να
>
> επικαλεσθούν λόγους πίστεως,
> συνειδήσεως, εθνικούς κλπ, να
> αποκόψουν τις
> Μονές και να προσχωρήσουν
> ανενόχλητα σε άλλες
> εκκλησιαστικές ή εθνικές
> δικαιοδοσίες, με καταστροφικές
> συνέπειες για το Άγιον Όρος, την
> Εκκλησία
> και την εδαφική κυριαρχία της
> χώρας μας. Για το λόγο αυτό
> απαγορεύεται απολύτως από το
> Σύνταγμα και τον Κ.Χ.Α.Ο.
> οποιαδήποτε
> μεταβολή του αριθμού των είκοσι
> κυριάρχων Ιερών Μονών του Αγίου
> Όρους.
> 3.
> Σύντομο ιστορικό
> Στις
> αρχές της δεκαετίας του 1970
> προκλήθηκε αναταραχή στο Άγιον
> Όρος λόγω
> των οικουμενιστικών
> «ανοιγμάτων» του
> Οικουμενικού Πατριαρχείου.
> Μεταξύ
> των λοιπών διαμαρτυριών
> εφαρμόσθηκε και η προσωρινή
> διακοπή του
> μνημοσύνου του τότε
> Οικουμενικού Πατριάρχου από
> πλειάδα Ιερών Μονών,
> χωρίς ωστόσο καμία από αυτές να
> αποκοπεί από την εκκλησιαστική
> κοινωνία
> με τις άλλες κυρίαρχες Μονές και
> με την Ορθόδοξη Εκκλησία,
> ούτε
> βεβαίως και να προσχωρήσει σε
> άλλη εκκλησιαστική δικαιοδοσία,
> πράγματα
> πού, όπως είπαμε, απαγορεύονται
> απολύτως. Μοναδική αρνητική
> εξαίρεση
> δυστυχώς αποτέλεσε τότε η Ιερά
> Μονή Εσφιγμένου, στην οποία
> τότε εισήλθαν από τον κόσμο
> άνθρωποι ξένοι προς το
> αγιορειτικό φρόνημα και
> επέβαλαν τις απόψεις τους.
> Το αποτέλεσμα ήταν να προβεί η
> Μονή στην αποκοπή της από τον
> αγιορειτικό κορμό, πράγμα άτοπο
> και ανεπίτρεπτο για το
> υπερχιλιόχρονο
> αγιορειτικό καθεστώς.
> Έτσι
> πέραν της απλής διακοπής του
> μνημοσύνου του Οικουμενικού
> Πατριάρχου, η
> Μονή διέκοψε από τότε και μέχρι
> σήμερα την εκκλησιαστική
> κοινωνία με
> όλες τις άλλες αγιορειτικές
> Μονές και με όλες τις Ορθόδοξες
> Εκκλησίες, ενώ
> προσεχώρησε σε πλήρη και
> αποκλειστική εκκλησιαστική
> κοινωνία με μία από τις
> παρατάξεις των λεγομένων
> Γ.Ο.Χ., οι οποίες,
> σημειωτέον, παρατάξεις δεν έχουν
> εκκλησιαστική κοινωνία ούτε
> μεταξύ τους. Από
> τότε και μέχρι σήμερα στη Μονή
> αυτή δεν γίνεται δεκτός για
> εγκαταβίωση
> παρά μόνον όποιος δέχεται
> εκκλησιαστική κοινωνία
> αποκλειστικά και μόνο
> με την παράταξη αυτή, ενώ οι
> υπόλοιποι διώκονται. Η αποκοπή
> λοιπόν αυτή εκδηλώθηκε το
> 1972
> με την άρνηση του Αντιπροσώπου
> της Μονής να συμμετάσχει στις
> κοινές
> τελετές στον Ιερό Ναό του
> Πρωτάτου, αλλά ακόμη και στην
> μικρή απλή και
> ταπεινή προσευχή των
> Αντιπροσώπων προ της ενάρξεως
> των συνεδριάσεων της
> Ιεράς Κοινότητος. Μετά την κατ’
> επανάληψιν διαπίστωση των
> ανωτέρω η Ιερά
> Κοινότης, ως πρώτο μέτρο,
> απέπεμψε προσωρινά τον
> Αντιπρόσωπο,
> παρακαλώντας και αναμένοντας
> την επιστροφή της Μονής στην
> κανονική τάξη.
> Αυτή η επιστροφή δεν
> συντελέσθηκε ποτέ, αλλά μάλλον
> οριστικοποιήθηκε η
> αποκοπή, όχι μόνον εκκλησιαστική
> αλλά και διοικητική. Η Μονή, παρά
> τις
> κατ’ επανάληψιν προσκλήσεις
> της Ιεράς Κοινότητος, δεν
> απέστειλε εφεξής
> Αντιπρόσωπο (πλην μιας Ε.Δ.Ι.Σ.
> του 1973) ή Επιστάτη, δεν
> συμμετείχε σε
> καμία κοινή δραστηριότητα, αλλά
> και δεν επέτρεψε την άσκηση
> αρμοδιοτήτων
> της Ιεράς Κοινότητος σε
> αυτήν.
> Σε
> μία προσπάθεια να συγκρατήσει
> την καταστροφική πορεία της
> Μονής, η Ιερά Κοινότης
> προέβη από το 1974 σε αποφάσεις
> απελάσεως του Ηγουμένου και των
> Επιτρόπων της Μονής,
> οι οποίοι έκτοτε απώλεσαν την
> ιδιότητα του αγιορείτου μοναχού.
> Αυτοί
> κατεφρόνησαν τις αποφάσεις της
> Ιεράς Κοινότητος (τακτική που
> καθιερώθηκε
> απαρεγκλίτως από τότε μέχρι
> σήμερα) και συνέχισαν να
> προβαίνουν σε
> πράξεις διοικήσεως και
> διαχειρίσεως της Μονής. Από
> τότε η
> διοίκηση της Μονής εισήλθε σε
> καθεστώς παρανομίας και το Άγιον
> Όρος δεν
> αναγνώρισε αυτήν την διοίκηση
> ποτέ, θεωρώντας και τις όποιες
> πράξεις της
> ανυπόστατες. Με το αυτό καθεστώς
> παρανομίας έγιναν και δύο
> εκλογές
> «ηγουμένων» το 1975 και το 1999,
> που φυσικά δεν αναγνωρίσθηκαν
> ποτέ από
> το Άγιον Όρος. Επίσης μη
> υπαρχούσης νομίμου διοικήσεως
> της Μονής κατά τον Κ.Χ.Α.Ο. έγιναν
> παράνομες και ανυπόστατες
> προσλήψεις νέων μοναχών
> και έτσι μετά την αποβίωση των
> παλαιών κανονικών μοναχών δεν
> υπάρχει
> πλέον αδελφότης της Μονής, παρά
> μόνον μία ομάδα προσώπων που
> κατέχουν το
> κτίριο της Μονής και
> συγκεντρώνουν όλα τα
> χαρακτηριστικά «ιδιαιτέρας
> αδελφότητος», που
> απαγορεύει ρητά ο Κ.Χ.Α.Ο. (άρθ.
> 183), και ασχολούνται επίσης
> επιμελώς
> με την προσέλκυση και άλλων στο
> φρόνημά τους, πράγμα που επίσης
> απαγορεύεται (άρθ. 184). Παρεπόμενα
> αυτοί έχουν πλήρη τα
> χαρακτηριστικά
> σχισματικών, πράγμα που έτι
> μάλλον απαγορεύεται απολύτως
> από το Σύνταγμα
> της χώρας (άρθ. 105) και τον Κ.Χ.Α.Ο.
> (άρθ. 5).
> Παράλληλα οι ίδιοι
> δεν
> επιτρέπουν τον έλεγχο των
> κτιρίων και κειμηλίων της Μονής
> από τις
> αρμόδιες αρχές, αρνούμενοι
> τρόπον τινά την κυριαρχίαν του
> Ελληνικού
> Κράτους και την ισχύ των
> σχετικών νομοθετικών
> διατάξεων, αλλά
> και επίσης δεν επιτρέπουν την
> άσκηση της εποπτείας της Ιεράς
> Κοινότητος
> επί των κειμηλίων, κατά
> παράβασιν των σχετικών
> διατάξεων. Ταυτόχρονα
> προβαίνουν σε πράξεις
> διαχειρίσεως της κινητού και
> ακινήτου περιουσίας
> της Μονής, παρόλο που ελλείπουν
> τα κατά τον Κ.Χ.Α.Ο. προς τούτο
> νόμιμα
> όργανα, διαπράττοντας
> σφετερισμό εξουσίας και τα
> συναφή αδικήματα.
> Επί
> τριάντα χρόνια το Άγιον Όρος δεν
> αναγνώρισε ποτέ την παρανομία
> τους,
> παρά ταύτα όμως επεδείκνυε και
> ανοχή, με την ελπίδα της
> επιστροφής τους
> στην κανονική αγιορειτική τάξη,
> μη ασκώντας ποτέ βία κατ’
> αυτών, αλλά
> μάλλον εξυπηρετώντας
> φιλανθρώπως και τις ανάγκες τους
> ως φυσικών
> προσώπων, πράγμα για το οποίο
> εισέπραξε εν τέλει πικρή
> αγνωμοσύνη.
> Έγιναν αναρίθμητες προσπάθειες
> προσεγγίσεως και από την πλευρά
> του Αγίου
> Όρους αλλά και από την πλευρά
> του Οικουμενικού Πατριαρχείου,
> χωρίς
> αποτέλεσμα.
> Στο
> διάστημα αυτό υφέρπει παράλληλα
> και μία κρυφή σκοπιμότης, δηλ.
> της εκμεταλλεύσεως
> της επιδεικνυομένης επιεικείας
> των αγιορειτών, προκειμένου να
> κερδηθεί
> αναγνώρισις και νομιμοποίησις
> της παρανόμου καταστάσεως. Αυτό
> φάνηκε ιδιαίτερα στο θέμα της
> εισπράξεως της ετήσιας
> οικονομικής
> χορηγίας όλα αυτά τα χρόνια με
> την επιδίωξη νομιμοποιήσεως,
> αλλά
> ιδιαίτερα από το 1996, όταν
> επέτυχαν την αναδρομική
> είσπραξή της, μέχρι
> πρόσφατα (ερώτημα στο
> Νομικό Συμβούλιο του Κράτους το
> 2002). Από το 1995 περίπου λοιπόν
> παρατηρείται μία ενίσχυση της
> τάσεως
> αυτής, η οποία κορυφώνεται μετά
> την ανάδειξη ως ηγέτου τους του
> νέου
> «Ηγουμένου» Μεθοδίου το 1999,
> οπότε και διεφάνη καθαρά ότι δεν
> υπήρχε
> πλέον η παραμικρή ελπίδα
> επιστροφής στην κανονική
> αγιορειτική τάξη, αλλά
> υπεστηρίζετο πλέον ρητά η
> διεκδίκηση αναγνωρίσεως, πράγμα
> που
> κατέστρεψε οριστικά οποιαδήποτε
> προσέγγιση και διάλογο. Είναι
> χαρακτηριστικό ότι η τελευταία
> συνάντηση ιεροκοινοτικής
> επιτροπής με
> εκπροσώπους των κατεχόντων την
> Μονή ήταν αυτή, κατά την οποία ο
> ανωτέρω
> π. Μεθόδιος δεν προσήλθε,
> δίνοντας την εντολή στους
> εκπροσώπους του να
> μεταφέρουν αλαζονικά εκ μέρους
> του ότι για
> να προσέλθει σε συζήτηση
> απαιτεί να του απευθυνθεί
> επίσημο έγγραφο είτε
> της Ιεράς Κοινότητος είτε της
> Διοικήσεως Αγίου Όρους, με το
> οποίο να
> προσφωνείται ως
> «Αρχιμανδρίτης» και
> «Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής
>
> Εσφιγμένου». Αυτή
> ήταν και η οριστική διακοπή
> οποιασδήποτε προσπάθειας
> συνεννοήσεως.
> Η
> Ιερά Κοινότης αναγκάσθηκε,
> προκειμένου να προστατεύσει το
> Ιερόν
> Καθίδρυμα της Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου αλλά και το
> αγιορειτικό καθεστώς, να μη
> παρέχει στην ομάδα αυτή πράγματα
> που δεν δικαιούται νόμιμα, για να
> μη χρησιμοποιείται αυτό ως
> έμμεση αναγνώριση. Από
> τότε αρχίζει με χαρακτηριστική
> αχαριστία και απαίτηση η
> οργανωμένη
> τακτική αλλοιώσεως της
> πραγματικότητος, καθώς οι εκ της
> Μονής
> αναφέρονται σκοπίμως σε
> φανταστικά «σκληρά μέτρα»
> και παρουσιάζουν την
> Ιερά Κοινότητα ως δήμιο και
> εαυτούς ως μάρτυρας,
> προσκαλώντας μάλιστα σε
> αντίδραση τους φίλους και
> υποστηρικτές τους, οι οποίοι και
> δημιουργούν
> κατά περιόδους ανάλογες
> ταραχές.
> 4. Οι
> πρόσφατες ενέργειες
> Μετά
> την διαπίστωση της οριστικής
> αρνήσεως για επιστροφή και του
> πλήρους
> προσανατολισμού προς την
> κατεύθυνση της αξιωματικής
> διεκδικήσεως
> αναγνωρίσεως, το Άγιον Όρος, με
> γνώμονα την αγάπη για τον Θεό και
> τον
> άνθρωπο, αισθάνθηκε ότι η
> ιστορία και η αποστολή του το
> καλεί να
> φροντίσει με στοργή και πολύ
> πόνο τόσο για την ίδια την
> Αγιώνυμη
> Πολιτεία, όσο και ειδικότερα για
> την Ιερά Μονή Εσφιγμένου, σάρκα
> εκ της
> σαρκός του, αλλά ακόμη και για
> την ανάνηψη και ψυχική σωτηρία
> των
> κατεχόντων αυτήν δια της
> καταδείξεως της πεπλανημένης
> πορείας των. Αναγκάσθηκε
> λοιπόν να στραφεί και στην δικιά
> του νομική κατοχύρωση και προέβη
> σε προσεκτικές αντίστοιχες
> ενέργειες,
> έχοντας ως μοναδική του ελπίδα
> για ειρηνική και ομαλή επίλυση
> του
> προβλήματος και αποφυγή της
> ανεπιθυμήτου βιαίας επιβολής
> του νόμου την
> κατάδειξη και επίγνωση από όλους
> της παρανομίας, αλλά και των
> πραγματικών σοβαρών
> θρησκευτικών και εθνικών
> διαστάσεων του ζητήματος.
> Έτσι
> μετά από βαθιά μελέτη του
> θέματος και την εκπόνηση πλήρους
> εκθέσεως,
> κατηρτίσθη εκτενέστατη
> γνωμοδοτική μελέτη επιφανών
> νομικών, ελήφθησαν
> μετά σοβαρότητος και συνέσεως
> αποφάσεις της Εκτάκτου Διπλής
> Ιεράς
> Συνάξεως και εν συνεχεία
> εδρομολογήθησαν οι
> απαραίτητες νομικές διαδικασίες
> για την λήψη εκείνων των
> αποφάσεων που προβλέπουν το
> Σύνταγμα και ο Κ.Χ.Α.Ο.,
> προκειμένου να παραχθούν τα
> έννομα αποτελέσματα που θα
> σταματήσουν κάθε διεκδίκηση εις
> βάρος του Αγίου Όρους.
> Ακολούθως τον
> Νοέμβριο
> του 2002 απεστάλησαν με δικαστικό
> επιμελητή προσωπικές κλήσεις
> προς το
> καθένα από τα μέλη της
> «αδελφότητος», προκειμένου
> να τους δοθεί το
> δικαίωμα της ακροάσεως.
> Αυτοί εντελώς αδικαιολόγητα δεν
>
> αξιοποίησαν την ευκαιρία να
> αναπτύξουν τις απόψεις τους και
> να έλθουν σε
> στοιχειώδη επίσημη προσωπική
> επικοινωνία με τις Ιερές Μονές
> μέσω των
> Αντιπροσώπων τους, έκλεισαν τις
> πύλες της Μονής, αρνήθηκαν να
> παραστούν
> ενώπιον της Ιεράς Κοινότητος και
> αντ’ αυτού απέστειλαν
> πανομοιότυπες
> εξώδικες απαντήσεις εντελώς
> ατόπου περιεχομένου. Πάντως
> στο διάστημα αυτό 24 άτομα
> αποστασιοποιήθηκαν από την
> υπόλοιπη ομάδα. Παράλληλα
> οργανώθηκε νέα έξαρση
> ψευδολογίας και
> παραπληροφορήσεως,
> παρουσιάζοντας
> την κλήση προς ακρόαση (δηλ. την
> παροχή επωφελούς γι’ αυτούς
> δικαιώματος) ως διωγμό χάριν της
> πίστεως, κατά τρόπο τελείως
> παράλογο,
> εκτοξεύοντας απίστευτες
> διαβολές και αφήνοντας μάλιστα
> να διαρρέουν και
> τρομοκρατικές απειλές εις βάρος
> των Μονών του Αγίου
> Όρους.
> Με
> τον τρόπο αυτό επιβεβαιώθηκε
> απλώς η αμετανόητος και οριστική
> αποκοπή
> και η χαώδης απόσταση των
> προσώπων αυτών από τον κορμό του
> Αγίου Όρους,
> αλλά και διαπιστώθηκε
> επίσημα η σύμπηξη απαγορευμένης
> «ιδιαιτέρας αδελφότητος»
> που ασκεί,
> απαγορευόμενα επίσης επί ποινή
> απελάσεως, προσηλυτισμό και
> προπαγάνδα.
> Παράλληλα το Σεπτό
> Οικουμενικό Πατριαρχείο βάσει
> των ιδίων παρουσιαζομένων
> χαρακτηριστικών επιβεβαίωσε την
> διαπίστωση ότι αυτοί τελούν
> εν σχίσματι και με Πατριαρχική
> Συνοδική απόφαση κήρυξε
> σχισματικούς όλα τα μέλη της
> απαγορευμένης αυτής
> «αδελφότητος».
> Με
> βάση όλα αυτά η Ιερά Κοινότης
> προέβη εν τέλει σε
> εμπεριστατωμένη
> διοικητική πράξη απελάσεως των
> ανωτέρω προσώπων ονομαστικώς,
> έχοντας
> ξεκαθαρίσει προς κάθε
> κατεύθυνση ότι δεν επιθυμεί την
> βιαία φυσική
> απομάκρυνσή τους από την Μονή. Τα
> έννομα αποτελέσματα αυτής της
> πράξεως
> είναι η επιβεβαίωση του
> ανυποστάτου της αδελφότητος και
> των οργάνων
> διοικήσεως της Μονής και όλων
> των πράξεων εκπροσωπήσεως,
> διοικήσεως και
> διαχειρίσεως, καθώς και ότι
> κανείς από αυτούς δεν δικαιούται
> του
> ονόματος και των δικαιωμάτων
> αγιορείτου ή εσφιγμενίτου
> μοναχού. Οι
> ανωτέρω εκλήθησαν να
> παραδώσουν οποιοδήποτε
> αντικείμενο της
> Μονής κατέχουν και να
> αποχωρήσουν ειρηνικά από το
> μοναστήρι μέσα σε ένα
> μήνα, δηλαδή μέχρι τις
> 15/28.1.2003. Κατόπιν τούτου η
> υπόθεση
> περιήλθε στην δικαιοδοσία της
> Διοικήσεως Αγίου Όρους, που
> εξέδωσε τις
> κατά νόμο πράξεις περί
> εκτελέσεως.
> Ηλπίζετο
> ότι στο διάστημα αυτό θα εγίνετο
> αντιληπτό ότι δεν ήταν πλέον
> δυνατή
> και δεν είχε κανένα έρεισμα η
> συνέχιση της κατοχής μίας
> κυριάρχου Μονής
> από αυτούς (πράγμα που αφορούσε
> βέβαια κυρίως στους έχοντας την
> ηγεσία
> της ομάδος) και θα
> συμμορφώνονταν στις αποφάσεις
> των ανωτάτων αρχών του
> Ιερού Τόπου πηγαίνοντας να
> συμβιώσουν με ομόφρονές τους
> οπουδήποτε
> αλλού, ενώ θα ανεζητείτο και
> κάποια λύση για όσους δεν θα ήτο
> δυνατόν να προβούν σε τέτοια
> μετακίνηση για λόγους υγείας,
> ηλικίας ή άλλους.
> 5. Ο
> παραλογισμός της
> εκκοσμικεύσεως
> Δυστυχώς
> αντ’ αυτού εκμεταλλεύθηκαν με
> χαρακτηριστική αγνωμοσύνη την
> μακρά
> προθεσμία που φιλανθρώπως τους
> παρεσχέθη ακριβώς για το
> αντίθετο. Μεθόδευσαν
> μία άνευ προηγουμένου και άνευ
> οιασδήποτε αναστολής εκστρατεία
> κατά του
> Αγίου Όρους, της Εκκλησίας και
> της Ελληνικής Πολιτείας,
> για να
> σπιλώσουν και με τρόπο
> εκβιαστικό να αποθαρρύνουν τον
> τίμιο και αγνό
> αγώνα των αγιορειτών πατέρων
> υπέρ του Ιερού Τόπου τους.
> Έτσι
> χρησιμοποιώντας χωρίς φόβο Θεού
> όσα θεμιτά και αθέμιτα μέσα
> παρέχουν οι
> σύγχρονες τεχνικές κατασκευής
> εικονικών πραγματικοτήτων,
> παρουσίασαν
> τους μεν εαυτούς των ως θύματα
> δήθεν διωκόμενα για την πίστη
> και τα
> θρησκευτικά τους φρονήματα, ενώ
> συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο,
> όλους δε
> τους αγιορείτες ως τυράννους και
> κακούργους, πράγμα που δεν
> σκέφθηκε να πει κανείς στην
> μακραίωνη ιστορία του Ιερού
> Τόπου και μόνο
> εχθροί και πολέμιοι του Αγίου
> Όρους Θα μπορούσαν να σοφισθούν.
> Μέσα από
> όλα αυτά επιβεβαίωσαν ότι δεν
> έχουν την παραμικρή σχέση με το
> ήθος, το
> ύφος, το πνεύμα και την ιστορία
> του Αγίου Όρους και την Ορθόδοξη
>
> Μοναστική Χριστιανική Παράδοση,
> και ότι είναι γνήσιοι εκπρόσωποι
> του
> κοσμικού φρονήματος.
> Το
> ελληνικό και διεθνές κοινό είχε
> την ατυχία να παρακολουθήσει μία
> άνευ
> προηγουμένου θεατρική
> παράσταση. Οι αυτοπροβαλλόμενοι
> ως δήθεν γνήσιοι
> εκπρόσωποι του Ορθοδόξου
> ασκητισμού απεδείχθησαν
> πραγματικοί κοσμικοί
> αστέρες, ξοδεύοντας
> αφειδώς τεράστια χρηματικά
> ποσά, περιερχόμενοι καθημερινώς
> κοσμικούς
> τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς
> σταθμούς, επιζητώντας
> δημοσιεύματα σε
> εφημερίδες και έντυπα
> ανεξαρτήτως ηθικής ή άλλης
> ποιότητος,
> διοργανώνοντας συνεντεύξεις
> τύπου σε πολυτελή ξενοδοχεία,
> ανοίγοντας
> ιστοσελίδες στο διαδίκτυο
> κ.ά.τ., πράγματα, τα
> περισσότερα από τα οποία οι
> Μονές, που αυτοί κατηγορούν ως
> δήθεν
> εκκοσμικευμένες, επιμελώς
> αποφεύγουν και ίσως ούτε
> σκέφθηκαν ποτέ να
> κάνουν. Το χειρότερο όμως ήταν το
> περιεχόμενο όλης αυτής της
> εκστρατείας
> ασύστολη παραγωγή και
> παραπλανητική διοχέτευση
> εύπεπτων συνθημάτων περί
> διωγμών υπέρ της πίστεως κλπ,
> ενώ δεν πρόκειται ούτε περί
> διωγμών ούτε περί πίστεως, αλλά
> και ανοικτή δημόσια περιφρόνηση
> της
> τάξεως και των διατάξεων του
> Αγίου Όρους, όπως θα
> εξηγήσουμε παρακάτω.
> Η
> Ιερά Κοινότης εσιώπησε
> θεωρώντας ότι την απάντηση θα
> δώσει μόνη της η
> πραγματικότης πολύ σύντομα, μη
> υπολογίζοντας όμως ότι θα
> έφθαναν και σε
> δημιουργία πλασματικής
> πραγματικότητος.
> Με
> την λήξη της προθεσμίας (15/28.1.2003)
> εκλείσθησαν μόνοι τους μέσα στο
> κτίριο της Μονής, με κλειστές τις
> πύλες ήδη από διμήνου. Εγνώριζαν
> ρητώς
> και γραπτώς την κοινή συμφωνία
> και δέσμευση Οικουμενικού
> Πατριαρχείου,
> Υπουργείου Εξωτερικών και Αγίου
> Όρους να μη πραγματοποιηθεί
> βιαία απομάκρυνση,
> εγνώριζαν ότι και αντίθετη να
> ήταν η πολιτική βούληση δεν
> υπήρχαν
> επαρκείς αστυνομικές δυνάμεις,
> είχαν επιβεβαιώσει από την
> προηγουμένη
> ημέρα, σε προσωπική επικοινωνία
> με τον Διοικητή Αγίου Όρους, ότι
> Θα
> ερχόταν ο αστυνόμος για να
> πιστοποιήσει υπηρεσιακώς την μη
> εκκένωση της
> Μονής και θα έφευγε αμέσως, όπως
> και έγινε. Και
> παρά ταύτα, ευρίσκοντας την
> ευκαιρία κατάλληλη για να
> παραστήσουν τους
> ήρωες εκ του ασφαλούς,
> διελάλησαν στα πέρατα της
> οικουμένης ότι γίνεται
> έφοδος στη Μονή, ότι
> πολιορκούνται από ματ από πλήθος
> ειδικών δυνάμεων,
> ότι στερούνται των στοιχειωδών
> για την επιβίωσή τους και άλλα
> γελοία όσο
> και τραγικά. Έφεραν λαθραία μέσα
> στο μοναστήρι τηλεοπτικές
> κάμερες και
> δημοσιογράφους, για να γίνουν οι
> πρώτοι στην ιστορία
> φωνασκούντες
> «μάρτυρες της πίστεως» σε
> απευθείας αναμετάδοση, κατά
> πλήρη, ματαιόδοξη
> και αξιοθρήνητη εκκοσμίκευση
> και γελοιοποίηση των ιερών της
> πίστεώς μας. Παρέδωσαν
> το Άγιον Όρος, την Ορθοδοξία, τα
> ιδεώδη του έθνους βορά στην
> ακροαματικότητα και την
> τηλεθέαση. Προσπάθησαν να
> διαβάλουν την πατρίδα
> μας διεθνώς. Προσέφυγαν στα
> ευρωπαϊκά («φράγκικα» και
> «σατανικά» κατά τα
> λεγόμενα τους) όργανα αυτοί που
> κατηγορούν ψευδώς το Άγιον Όρος
> για
> φιλοευρωπαϊσμό. Προσέφυγαν σε
> δικαστήρια με επιχειρήματα, που
> αν υπήρχε
> περίπτωση να γίνουν δεκτά θα
> ήσαν καταστροφικές οι συνέπειες
> για όλο το
> Άγιον Όρος (και για την Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου βεβαίως). Προέβησαν
> σε
> πλήθος άλλων ενεργειών
> απαδουσών στο αγιορειτικό
> πνεύμα. Κατέστησαν εν
> τέλει αυταπόδεικτο ότι δεν
> ανήκουν στο Άγιον Όρος και είναι
> εντελώς
> ξένοι προς αυτό, επιβεβαίωσαν
> δηλαδή το γνωστό από πολλά
> χρόνια ότι
> μόνοι τους έθεσαν εαυτούς εκτός
> Αγίου Όρους από πάσης
> απόψεως.
> Παρακάτω
> είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε
> απαντήσεις σε ερωτήματα που λόγω
> της
> παραπληροφορήσεως, ως μη ώφελε,
> κατέληξαν να απασχολούν και να
> σκανδαλίζουν το κοινό.
>
>
> 6.
> Απαντήσεις σε
> ερωτήματα
> – Διώκεται η
> Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου;
> Διπλή
> παραπλάνηση. Δεν είναι δυνατόν
> να ονομάζεται «διωγμός» η
> εφαρμογή της
> εννόμου τάξεως και μάλιστα με
> τρόπο ειρηνικό. Επίσης
> ο,τιδήποτε αφορά
> στους παρανόμως κατέχοντας το
> κτίριο της Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου, δεν
> είναι δυνατό να παρουσιάζεται
> ότι αφορά στην Ιερά Μονή ως
> πνευματικό
> Καθίδρυμα με όλη την ιστορία
> της.
> – Απειλείται
> με διακοπή η λειτουργία της
> Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου;
> Ακριβώς
> το αντίθετο. Η προσπάθεια αφορά
> στη διάσωση της Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου
> και στην αποκατάσταση της
> λειτουργίας της, την οποία
> διέκοψαν οι
> παρανόμως κατέχοντες
> αυτήν.
> – Θα
> δημιουργηθεί δεύτερη Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου αλλού;
> Αυτό
> είναι αδύνατον. Οι κατέχοντες
> την Μονή (φυσικά πρόσωπα) δεν
> είναι
> βεβαίως η Μονή (νομικό Πρόσωπο).
> Εφόσον δεν υπάρχει διοίκηση και
> αδελφότης της Μονής, το
> Άγιον Όρος είναι υποχρεωμένο να
> αποκαταστήσει το υπόστατον
> αυτών, δηλαδή να προβεί σε
> ανασύνθεση της
> αδελφότητος, η οποία θα εκλέξει
> και την νόμιμη διοίκησή της.
>
> Έδρα της προφανώς θα είναι οι
> εγκαταστάσεις της Μονής, ενόσω
> δε αυτές
> τελούν υπό κατάληψιν θα
> αναζητηθούν προσωρινές λύσεις
> σύννομες με το
> αγιορειτικό δίκαιο.
> – Το
> αιτιολογικό των αποφάσεων της
> Ιεράς Κοινότητος και του
> Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι
> η μη μνημόνευση του
> Πατριάρχου;
> Πρόκειται
> για ευρύτατα διαδεδομένο
> ψεύδος. Στην συνοδική
> πατριαρχική απόφαση αυτό
> δεν αναφέρεται καν. Όλες οι
> αποφάσεις αναφέρονται στην
> αποκοπή μίας
> κυριάρχου Μονής από την
> εκκλησιαστική και διοικητική
> κοινωνία του Αγίου
> Όρους και της Εκκλησίας και την
> προσπάθεια προσελκύσεως πάντων
> στην
> τακτική αυτή. Πρόκειται για
> κλασσική περίπτωση αυτοδικαίας
> διαπιστώσεως σχισματικής ομάδος
> και απαγορευμένης ιδιαιτέρας
> αδελφότητος. Όπως έχουμε
> αναφέρει, και
> άλλες κυρίαρχες Μονές για
> λόγους διαμαρτυρίας διέκοψαν
> κατά καιρούς το
> μνημόσυνο του Πατριάρχου και
> επιφυλάσσονται και για το
> μέλλον, όμως
> καμία δεν διέκοψε την
> εκκλησιαστική κοινωνία και δεν
> προσεχώρησε σε
> εκκλησιαστική κοινωνία με
> εξωεκκλησιαστικές
> παρατάξεις.
> – Τι γίνεται
> με τους υπόλοιπους ζηλωτές του
> Αγίου Όρους και γενικά τους
> λεγομένους Γ.Ο.Χ.;
> Οι
> ζηλωτές του Αγίου Όρους δεν
> μνημονεύουν επίσης και έχουν
> διακόψει
> ατομικά την εκκλησιαστική
> κοινωνία, αλλά τουλάχιστον
> κατέχουν εξαρτήματα
> και δεν διαταράσσουν την
> εκκλησιαστική και διοικητική
> κοινωνία των
> είκοσι κυριάρχων Μονών.
> Επομένως είναι εσωτερικό θέμα
> εκάστης των κυριάρχων Μονών ο
> χειρισμός του ζητήματος στην
> περιοχή της. Στους
> εν τη Ιερά Μονή Εσφιγμένου έγινε
> κατ’ επανάληψιν πρόταση να
> επιλέξουν
> οι ίδιοι και να καλέσουν όποιους
> θέλουν που να έχουν
> εκκλησιαστική και
> διοικητική κοινωνία με το
> υπόλοιπο Άγιον Όρος για να
> αναλάβουν την
> διοίκηση της Μονής και αυτοί να
> παραμείνουν απερίσπαστοι στα
> πνευματικά
> τους καθήκοντα μέσα στη Μονή ή σε
> εξαρτήματα, αλλά δεν δέχθηκαν
> ούτε να
> το συζητήσουν. Τώρα όσον
> αφορά ευρύτερα στους λεγομένους
> Γ.Ο.Χ., το Άγιον Όρος δεν έχει
> πρόβλημα μαζί τους όσο δεν
> παρεμβαίνουν
> στα του Αγίου Όρους, όπου άλλωστε
> δεν έχουν καμία αρμοδιότητα.
> Επομένως
> δεν έχουν κανένα λόγο να
> στρέφονται κατά του Αγίου Όρους
> παρασυρόμενοι
> από τις παραπλανητικές
> παραινέσεις των κατεχόντων την
> Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου.
> – Οι κάτοχοι
> της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου
> αναγνωρίζουν την δικαιοδοσία
> του Οικουμενικού Πατριάρχου επί
> του Αγίου Όρους;
> Όχι,
> κατά ευθεία παραβίαση του
> Συντάγματος. Ισχυρίζονται ότι
> καλύπτονται από
> τη δήλωση ότι αναγνωρίζουν και
> σέβονται τον θεσμό του
> Πατριαρχείου αλλά
> όχι τον Πατριάρχη. Πρόκειται
> περί επιπολαίου επιχειρήματος,
> καθώς τον
> θεσμό του Πατριαρχείου
> αναγνωρίζουν και σέβονται και
> σχεδόν όλες οι
> θρησκείες και τα κράτη του
> κόσμου. Η υπαγωγή στην
> εκκλησιαστική
> δικαιοδοσία σημαίνει
> συγκεκριμένες υποχρεώσεις και
> πρώτα από όλα
> τουλάχιστον εκκλησιαστική
> κοινωνία και όσα παρεπόμενα
> προβλέπουν οι
> σχετικές αγιορειτικές και
> κανονικές διατάξεις.
> –
> Όσοι ανήκουν στην εκκλησιαστική
> δικαιοδοσία του Οικουμενικού
> Πατριαρχείου δεν έχουν δικαίωμα
> να κρίνουν τις πράξεις του
> Πατριάρχου;
> Το
> Άγιον Όρος είναι το πρώτο που
> ασκεί αυστηρή κριτική
> κατά περίσταση στον Οικουμενικό
> Πατριάρχη, πάντα με σεβασμό και
> ειλικρίνεια. Είναι γνωστό ότι η
> Ιερά Κοινότης κατ’ επανάληψιν
> έλαβε θέση
> για ζητήματα πίστεως και
> ανέκοψε ενέργειες μη σύμφωνες
> προς τα Ορθόδοξα
> Δόγματα και Παραδόσεις (π.χ.
> Μπαλαμάντ, Πορίσματα διαλόγου
> Ορθοδόξων
> και Αντιχαλκηδονίων κλπ). Όμως οι
> εν τη Ιερά Μονή Εσφιγμένου, πολύ
> πέραν
> της εκφράσεως αντιρρήσεων,
> επιφυλάξεων και αγωνιών περί την
>
> εκκλησιαστική πολιτική του
> εκάστοτε Προκαθημένου της
> Εκκλησίας της
> Κωνσταντινουπόλεως, αρνούνται
> την ιδιότητα της Ορθοδόξου
> Εκκλησίας σε
> όλα τα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία
> (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας,
> Ιεροσολύμων)
> και τις λοιπές Αυτοκέφαλες
> Εκκλησίες και
> αγωνίζονται όχι υπέρ της
> Ορθοδοξίας, όπως υποστηρίζουν,
> αλλά
> αποκλειστικά υπέρ της
> συγκεκριμένης παρατάξεως των
> λεγομένων Γ.Ο.Χ. που
> αυτοί αναγνωρίζουν, μη
> ανεχόμενοι κοινωνία ή επαφή ούτε
> με οποιαδήποτε
> άλλη παράταξή τους, και
> προβάλλοντας την παράταξη αυτή
> ως τη Μία Αγία Καθολική και
> Αποστολική Εκκλησία, κατά πλήρη,
> ανεπίτρεπτη
> και απαράδεκτη γελοιοποίηση των
> εννοιών της Μοναδικότητος,
> Αγιότητος
> και Καθολικότητος της Εκκλησίας
> του Χριστού και των δογμάτων της
> ιεράς
> πίστεώς μας.
> – Αυτά είναι
> πνευματικά ζητήματα επιλύονται
> με τέτοιο τρόπο;
> Διερωτάται
> κανείς τι σημαίνει το «με
> τέτοιο τρόπο». Αν εννοείται η
> άσκηση βίας, η
> επιδίωξή της έχει αποκλεισθεί.
> Αν εννοούνται οι διοικητικές
> πράξεις,
> διευκρινίζουμε των πνευματικών
> θεμάτων επιλαμβάνεται η
> Εκκλησία, των
> διοικητικών το Δημόσιο. Το Άγιον
> Όρος διέπεται από ειδικό
> καθεστώς
> αυτοδιοικήσεως και η δημόσια
> εξουσία κατά το Σύνταγμα
> ασκείται από τις
> Ιερές Μονές δια της Ιεράς
> Κοινότητος, δηλ. μέσω των
> αντιπροσώπων μοναχών
> που είναι εκκλησιαστικά πρόσωπα
> και εκπροσωπούν πνευματικά
> καθιδρύματα,
> οπότε πνευματικά και διοικητικά
> στο Άγιον Όρος συναρμόζονται
> αλληλένδετα, ενώ η δημόσια τάξη
> και ασφάλεια ανήκουν στην
> αρμοδιότητα
> του κράτους μέσω του Διοικητού.
> Στην προκειμένη περίπτωση όλα
> έγιναν
> κατά την τάξη. Η Εκκλησία προέβη
> σε εκκλησιαστική διαπίστωση, το
> Άγιον
> Όρος σε διαπίστωση και απόφαση
> διοικητική, ο Διοικητής σε πράξη
> περί
> εκτελέσεως. Αυτά προβλέπει
> το χιλιόχρονο καθεστώς του Αγίου
>
> Όρους και δεν πρόκειται να το
> αλλάξουμε σήμερα και όσοι δεν
> συμφωνούν
> είναι ελεύθεροι να μη έρχονται
> και να μη μένουν στο Άγιον
> Όρος.
> Οι κατέχοντες την Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου επεδίωξαν την
> εμπλοκή τους στα
> διοικητικά με το να εμμένουν
> στην κατοχή κυριάρχου Μονής,
> αντί να ζουν
> ταπεινά όπως τόσοι άλλοι
> ομόφρονές τους εξαρτηματικοί,
> και ακριβώς η
> εμμονή τους αυτή δημιούργησε όλα
> τα προβλήματα στους ίδιους, στην
> Μονή,
> στο Άγιον Όρος, στην Εκκλησία,
> στην Ελλάδα.
> – Γιατί
> επιμένουν στην κατοχή κυριάρχου
> Μονής;
> Προφανώς
> γιατί επί τριάντα χρόνια, με το
> να οικειοποιούνται και
> καπηλεύονται την
> ιστορία, το όνομα και την
> περιουσία της πολυβασανισμένης
> Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου, προβάλλονται στην
> παράταξή τους με τελείως
> αναβαθμισμένο
> κύρος και ηγετικό ρόλο και, με
> την αίγλη του αγιορείτη, και
> μάλιστα
> δήθεν του μόνου σχεδόν
> πραγματικού μοναχού και
> πραγματικού Ορθοδόξου,
> διαθέτουν τεράστια
> πλεονεκτήματα στην άσκηση
> προπαγάνδας υπέρ της
> παρατάξεώς τους.
> – Γιατί
> παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η
> όλη κατάσταστη ξεκίνησε για
> λόγους πίστεως;
> Είναι
> απαράδεκτο να τίθεται έτσι το
> ζήτημα. Η συζήτηση τότε ήταν
> γενικά περί
> θεμάτων πίστεως και καθόλου δεν
> παραγνωρίζεται αυτό, όμως ουδείς
>
> προσέβαλε ή έθιξε την πίστη
> κανενός. Επομένως η αποκοπή από
> τους
> υπόλοιπους αγιορείτες, με τους
> οποίους δεν υφίστατο διαφορά
> πίστεως αλλά
> διαφορά εκτιμήσεως των
> εκκλησιαστικών πραγμάτων, δεν
> είναι δυνατόν να
> υποστηρίζεται ότι
> επραγματοποιήθη για λόγους
> πίστεως. Από πουθενά λοιπόν
> δεν προκύπτει ότι η διαφωνία, η
> επιφύλαξη και η αγωνία επί
> θεμάτων
> εκκλησιαστικής πολιτικής
> δικαιολογεί και νομιμοποιεί την
> χρήση
> οποιουδήποτε μέσου, και μάλιστα
> παρανόμου και
> αντιεκκλησιαστικού, όπως
> εν προκειμένω η πρωτοφανής
> παρέκκλιση των προσώπων αυτών.
> Άλλωστε ακόμη
> και αν ξεκίνησε με συζητήσεις
> περί πίστεως, τώρα βλέποντας
> κανείς τις
> ολέθριες συνέπειες για την ίδια
> την πίστη και την Εκκλησία, το
> Άγιον
> Όρος, τον μοναχισμό, έπρεπε να
> αλλάξει στάση, όπως έπραξαν οι
> Μονές που
> είχαν διακόψει προσωρινά το
> μνημόσυνο. Δεν είναι τυχαίο ότι
> το Άγιον Όρος αγωνίζεται
> κατά των δύο άκρων, του
> Οικουμενισμού και του
> ζηλωτισμού.
> – Και τότε και
> τώρα οι υπόλοιπες Μονές δρουν
> κάτω από τις πιέσεις του
> Πατριάρχου και με την απειλή
> καθαιρέσεων;
> Αυτό
> είναι αναληθές και ανεπίτρεπτα
> προσβλητικό για το γνωστό
> ελεύθερο,
> ανεξάρτητο και σταθερό φρόνημα
> των αγιορειτών, που ενεργούν
> πάντοτε κατά
> συνείδησιν, χωρίς να υποκύπτουν
> στις πιέσεις κανενός, όπως
> επανειλημμένα το έχουν
> αποδείξει. Αλλά είναι
> υποτιμητικό και για τον
> Πατριάρχη, τον οποίο υποβιβάζει
> σε τύραννο – τρομοκράτη. Στην
> προκειμένη
> περίπτωση το ενδιαφέρον για το
> θέμα της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου
> ήταν
> κοινό και οπωσδήποτε πάντοτε
> μεγαλύτερο από πλευράς Αγίου
> Όρους παρά το
> αντίθετο. Όσον αφορά στις
> συγκεκριμένες υπό συζήτησιν
> ενέργειες των
> τελευταίων ετών, η πρωτοβουλία
> είναι εξ ολοκλήρου στα χέρια του
> Αγίου
> Όρους και οι άλλες πλευρές,
> Εκκλησία και Πολιτεία,
> συμπαρίστανται κατά
> δύναμιν. Η Ιερά Κοινότης, όπως
> προκύπτει εύκολα από τα ίδια τα
> κείμενα,
> είχε ετοιμάσει τις διοικητικές
> πράξεις της πριν την έκδοση της
> Πατριαρχικής Συνοδικής Πράξεως,
> την οποία εν συνεχεία έλαβε υπ
> όψιν στην
> τελική διατύπωση.
> – Η στάση των
> εν τη Ιερά Μονή Εσφιγμένου
> αποτελεί ανάσχεση στα σχέδια του
> οικουμενισμού, όπως
> γράφεται;
> Ήταν
> και αυτό μία κρυφή ελπίδα, που
> αποδείχθηκε φρούδα, και πρέπει
> πολύ να
> προσεχθεί αυτό, καθώς η
> αγιορειτική πείρα αποδεικνύει
> το αντίθετο. Την
> σημαία κατά του οικουμενισμού
> κρατεί το Άγιον Όρος, γιατί μένει
> πιστό
> τέκνο της Εκκλησίας και
> δικαιούται να παρεμβαίνει με
> σεβασμό αλλά και με
> αξίωση να εισακουσθεί, κάτι που
> δεν δικαιούνται όσοι εξήλθον της
>
> Εκκλησίας. Ποτέ όμως δεν είχε την
> παραμικρή βοήθεια από τους
> κατόχους
> της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου, οι
> οποίοι αφενός με την παράνομη
> κατοχή και
> μη λειτουργία της Μονής στέρησαν
> από το Άγιον Όρος την δυνατότητα
> να
> δίνει ενωμένο την μαρτυρία της
> πίστεως και να έχει μία Μονή
> ενεργό
> συμμέτοχο των αγώνων του,
> αφετέρου δε με την ακραία
> φονταμενταλιστική
> εικόνα που παρέχουν συνιστούν
> διαρκή προσβολή της εννοίας του
> συντηρητικού αλλά φωτισμένου
> αγιορείτου μοναχού, συνεχή
> αφορμή μομφών
> κατά του ανεχομένου αυτούς Αγίου
> Όρους και «άλλοθι» για όσους
> θέλουν να
> δικαιολογήσουν τις αποστάσεις
> τους από την Ορθόδοξη
> ομολογία.
> – Είναι σωστό
> που κηρύχθηκαν σχισματικοί, ενώ
> αυτοί το
> αρνούνται;
> Η
> Πατριαρχική Συνοδική Πράξις
> διαπίστωσε και επιβεβαίωσε κάτι
> ήδη
> υφιστάμενο, δεν δημιούργησε κάτι
> καινούριο. Είναι προφανές και
> αυτονόητο
> ότι ήταν και είναι σχισματικοί,
> αφού απεκόπησαν από την κοινωνία
> της
> Εκκλησίας (και μάλιστα με όλα τα
> ειδικά χαρακτηριστικά της
> περιπτώσεως
> αυτής, δηλ. αποκοπή κυριάρχου
> Μονής από το Άγιον Όρος κλπ), και
> αυτό το
> διαπιστώνει η εκκλησιαστική
> αρχή στην δικαιοδοσία της οποίας
> ανήκουν.
> Αυτοί λέγουν ότι ο Πατριάρχης
> είναι σχισματικός, ως αποκοπείς
> από την
> μόνη Ορθόδοξη Εκκλησία, που
> είναι η παράταξή τους, και αυτό
> το
> διαπιστώνουν αυτοί μόνοι τους ή
> εν πάση περιπτώσει η αρχή –
> παράταξη που αυτοί
> αναγνωρίζουν.
> Σε όλον αυτό τον αφελή
> παραλογισμό τίθεται τελικά το
> ερώτημα μήπως το
> Οικουμενικό Πατριαρχείο ανήκει
> στην δικαιοδοσία της Ιεράς Μονής
>
> Εσφιγμένου, για να αποφαίνονται
> οι εν αυτή περί αυτού, ή (κατά το
> Σύνταγμα) η Ιερά Μονή Εσφιγμένου
> ανήκει στην δικαιοδοσία του
> Οικουμενικού Πατριαρχείου,
> οπότε βεβαίως αυτό ορθώς και
> αρμοδίως έπραξε;
> Άλλωστε, εάν επίστευαν στις
> ιδέες τους που διακηρύσσουν εν
> τη πλάνη
> των, δεν θα έπρεπε να αντικρούουν
> με κοσμικά μέσα την πράξη του
> κατ’
> αυτούς δήθεν αιρετικού
> Πατριάρχη, προκειμένου να
> εξυπηρετήσουν κάποια
> προσωρινή σκοπιμότητα, πράγμα
> που δείχνει πλήρη έλλειψη
> σταθεράς
> ιδεολογίας και
> καιροσκοπισμό.
> – Οι εν τη
> Ιερά Μονή Εσφιγμένου κέρδισαν
> την εκτίμηση των αγιορειτών με
> την «ενάρετη πολιτεία» τους,
> όπως γράφεται;
> Πρόκειται
> για πληροφορία που αλαζονικά
> διοχέτευσαν οι ίδιοι στον τύπο,
> εις
> ένδειξιν της ελλείψεως
> σεμνότητος και μετριοφροσύνης. Η
> Ιερά Κοινότης
> δεν γνωρίζει ούτε μία δήλωση
> υποστηρίξεως από καμία από τις
> κυρίαρχες
> Μονές του Αγίου Όρους, αλλά
> μάλλον το αντίθετο.
> –
> Είναι πραγματικά τόσο μεγάλο
> και σοβαρό το παράπτωμά τους,
> ώστε να
> αντιμετωπίζουν ποινή απελάσεως
> άνθρωποι που, αρκετοί από αυτούς,
> μένουν
> χρόνια στο Άγιον Όρος; Είναι τόσο
> σκληρόκαρδοι οι
> αγιορείτες;
> Πιστεύουμε
> ότι οι άγιοι πατέρες που
> καθιέρωσαν και παρέδωσαν μέχρις
> ημών τα θέσμια
> του Αγίου Όρους δεν υστερούσαν
> σε αγάπη και ευσπλαχνία, απλώς
> υπερίσχυε
> η αγάπη και η μέριμνα για την
> ιερότητα του Περιβολίου της
> Παναγίας, που
> είναι η Μήτηρ της Αγάπης και του
> Ελέους. Δεν έχουμε το
> δικαίωμα
> να καταλύσουμε τα θέσμια του
> Αγίου Όρους και να στερήσουμε
> από τις
> επερχόμενες γενεές την ευκαιρία
> να βρουν ένα Ιερό Τόπο ελέους και
>
> θεανθρωπίνης αγάπης
> διασφαλισμένο και
> προστατευμένο, όπως τον βρήκαμε
> εμείς. Έχουμε εξηγήσει ότι
> το Άγιον Όρος επί τριάντα χρόνια
>
> επέδειξε παροιμιώδη φιλανθρωπία
> και ανοχή, εξυπηρετώντας μάλιστα
> τις
> ανάγκες των ανθρώπων αυτών ως
> φυσικών προσώπων, συνάντησε δε
> μόνον
> αχαριστία και προσπάθεια
> εκμεταλλεύσεως της στάσεως
> αυτής προς
> αναγνώριση και νομιμοποίηση της
> παρανομίας. Αναφέραμε επίσης και
>
> προτάσεις που έγιναν εις μάτην
> προς τους εν τη Μονή, προκειμένου
> να
> αποφευχθεί η φυσική απομάκρυνσή
> τους. Και πάλιν είναι ευνόητο
> ότι,
> εφόσον εγκαταλείψουν την αξίωση
> να κατέχουν κυρίαρχο Μονή, θα
> αναζητηθούν συμβιβαστικές
> λύσεις κατά περίπτωσιν και αυτό
> είναι που
> προδήλως περιμένουμε και με
> ανακούφιση θα δεχθούμε. Επομένως
> η μομφή της
> σκληροκαρδίας επιστρέφει σε
> αυτούς που ταλαιπωρούν όλους
> αυτούς τους
> ανθρώπους χάριν της εξουσίας και
> των αξιώσεων που
> προαναφέραμε.
> – Έγιναν
> προσπάθειες
> προσεγγίσεως;
> Η
> Ιερά Κοινότης όλα αυτά τα χρόνια
> καλεί κατ’ έτος την Μονή να
> αποστείλει
> αντιπρόσωπο με την καθιερωμένη
> εγκύκλιο. Το 1980 την εκάλεσε να
> αποστείλει και Επιστάτη.
> Ιεροκοινοτική επιτροπή
> συνωμίλει τα έτη 1994 –
> 1995. Νέα επιτροπή συνωμίλει από
> του 1997 και εξής, προσπάθεια που
> αριθμεί γύρω στις 15 συναντήσεις.
> Ο αείμνηστος Πατριάρχης
> Δημήτριος
> επεδίωξε συνάντηση. Ο νυν
> Πατριάρχης Βαρθολομαίος το ίδιο
> και
> έστειλε και επιστολή, που κατά
> τρόπο προκλητικό
> χρησιμοποιείται σήμερα
> από αυτούς στις προσφυγές τους
> ως δήθεν τεκμήριο
> αναγνωρίσεως. Η
> Ελληνική Πολιτεία δια του
> Διοικητού Αγίου Όρους προέβη σε
> πολυάριθμες
> προσπάθειες. Επιχειρήθηκε να
> περιορισθεί το αντικείμενο έστω
> κατ’ αρχήν
> στην απλή αποστολή Αντιπροσώπου,
> αλλά και αυτό ακόμη προσέκρουσε
> στην
> απίστευτη αξίωση ο Αντιπρόσωπος
> την ώρα της μικρής εναρκτήριας
> προσευχής
> να βγαίνει έξω ή να μένει
> καθιστός, προσβάλλοντας ευθέως
> την πίστη μας
> και τα ιερά μας. Είναι προφανές
> ότι δεν υπάρχει η παραμικρή
> ελπίδα
> προσεγγίσεως όσο οι εν τη Μονή
> πιστεύουν στη νομιμοποίηση και
> αναγνώριση
> της υφισταμένης παρανόμου
> καταστάσεως και αυτός είναι ο
> λόγος που το
> ζήτημα αντιμετωπίζεται σε άλλη
> βάση, με την ελπίδα της
> δημιουργίας
> προϋποθέσεων
> προσεγγίσεως.
> – Γιατί
> γίνονται αυτά σήμερα μετά από 30
> χρόνια και όχι
> προηγουμένως;
> Δεν
> πρόκειται για επιλογή
> συγκεκριμένου χρόνου, αλλά για
> φυσική διαδικασία,
> που ακολουθεί τον τρόπο
> λειτουργίας και λήψεων
> αποφάσεων της Ιεράς
> Κοινότητος. Το Άγιον Όρος έδειξε
> εξαιρετικά μακρόχρονη ανοχή και
>
> υπομονή, όσο υπήρχε κάποια
> ελπίδα επιστροφής στην κανονική
> αγιορειτική
> τάξη. Τα τελευταία χρόνια
> συντρέχουν οι εξής ιδιαίτερες
> παράμετροι:
> α.
> Όπως δηλώθηκε και αλλού
> προηγουμένως, από το 1995 περίπου
> και εξής οι
> εν τη Μονή εστράφησαν οριστικά
> στην κατεύθυνση της επιδιώξεως
> της
> νομιμοποιήσεως και αναγνωρίσεώς
> των και της αγνώμονος
> εκμεταλλεύσεως
> προς τούτο της φιλανθρώπου
> ανοχής του Αγίου Όρους και της
> συν τω χρόνω
> παγιώσεως της καταστάσεως,
> πράγμα που εδηλώθη πλέον ρητά το
> 2000 με τις
> αξιώσεις αποστολής επισήμων
> εγγράφων προς τον
> «Καθηγούμενο»,
> αναγκάζοντας έτσι το Άγιον Όρος
> να ενεργήσει τα δέοντα πριν η
> κατάσταση
> καταστεί μη αναστρέψιμη για το
> ίδιο.
> β.
> Από το 1999 άρχισε νέα φάση του
> θέματος. Συγκεκριμένα στις
> προηγούμενες
> περιόδους υπήρχαν κάποια
> στοιχεία στους φερομένους ως
> «ηγουμένους» της
> Μονής που θα διευκόλυναν το
> πέρασμα στη νομιμότητα, δηλ. ο μεν
> Αθανάσιος είχε κανονική εκλογή
> και ενθρόνιση, ο δε Ευθύμιος, από
> το
> 1975 μέχρι το 1999, είχε τουλάχιστον
> χειροτονία από αρχιερέα με
> κανονική
> εκκλησιαστική κοινωνία.
> Αντίθετα ο νυν «ηγούμενος»
> Μεθόδιος δεν έχει
> ούτε αυτό, πράγμα που
> οδηγεί την κατάσταση σε
> αδιέξοδο,
> καθώς ήταν ρητή και ξεκάθαρη η
> δήλωσή του ότι ποτέ δεν θα
> δεχόταν
> αναγνώριση από τον Οικουμενικό
> Πατριάρχη, δηλ. επιβεβαίωσε την
> παντελή
> έλλειψη βούλησης για αναζήτηση
> τρόπου επιστροφής.
> γ.
> Με τις νεώτερες διεθνείς και
> ευρωπαϊκές εξελίξεις
> αποδεικνύεται
> απαραίτητη η αυξημένη
> ευαισθησία για την προστασία του
> ειδικού
> καθεστώτος του Αγίου Όρους και η
> αντιμετώπιση των χονδροειδών
> παρεκκλίσεων που πλήττουν αυτό,
> όπως η εν λόγω περίπτωση, πριν
> είναι
> αργά για το Άγιον Όρος.
> δ.
> Σημειώνουμε ακόμη ότι οι εν τη
> Μονή είναι οι πρώτοι πού, μέσω
> της
> νομικής συμβούλου των,
> χαρακτήρισαν μη νόμιμη τη
> σύνθεση και άκυρες τις
> αποφάσεις της Ιεράς Κοινότητος,
> συνεδριαζούσης απόντος του
> Αντιπροσώπου
> της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου,
> πράγμα που καλεί σε δρομολόγηση
> των
> διαδικασιών επιλύσεως της
> εκκρεμότητος.
> – Ποιος ο
> ρόλος της ιεροκοινοτικής
> επιτροπής;
> Η
> εξουσιοδότηση κάθε
> ιεροκοινοτικής επιτροπής είναι
> να εργάζεται, να
> συλλέγει στοιχεία και να
> εισηγείται στην Ιερά Κοινότητα,
> η οποία είναι η
> μόνη που αποφασίζει με την ψήφο
> των Αντιπροσώπων. Η Υπόθεση της
> Ιεράς
> Μονής Εσφιγμένου υπήρξε
> αντικείμενο εκτενέστατων
> συζητήσεων
> επανειλημμένων συνεδριάσεων της
> Ιεράς Κοινότητος αλλά και της
> Εκτάκτου
> Διπλής Ιεράς Συνάξεως, η δε
> επιτροπή κατά την τάξιν κινείται
> εντός των
> ορίων των λαμβανομένων
> αποφάσεων. Είναι τελείως άδικη,
> αλλά και ανέντιμη
> και δολία, η διαπιστωθείσα
> προσπάθεια να χρεωθεί η επιτροπή
> με
> σκληρότητα (ενώ είναι αυτή που
> υπεβλήθη σε παντοίους κόπους για
> την
> εξεύρεση μη βιαίας λύσεως), ή με
> προσωπικές σκοπιμότητες, ή ακόμη
> να
> αναφέρονται ως δικές της οι
> αποφάσεις αντί της Ιεράς
> Κοινότητος,
> προκειμένου να αδυνατισθεί το
> κύρος τους. Εξίσου εκτός κάθε
> εννοίας
> δεοντολογίας περί του τρόπου
> λειτουργίας των θεσμικών
> οργάνων είναι οι
> παραπλανητικές και αλαζονικές
> δηλώσεις των κατόχων της Ιεράς
> Μονής
> Εσφιγμένου περί Μονών (και
> μάλιστα απρεπώς ονομαστικά
> αναφερομένων) που
> δήθεν συμπαρατάσσονται με
> αυτούς.
> – Οι
> κατέχοντες την Ιερά Μονή
> Εσφιγμένου διώκονται γιατί δεν
> δέχονται ευρωπαϊκά
> κονδύλια;
> Άλλος
> ένας επιπόλαιος συνθηματολόγος
> ισχυρισμός, που έγινε
> πρωτοσέλιδο με
> μεγαλόστομες δηλώσεις του
> «ηγουμένου» Μεθοδίου. Στο
> Άγιον Όρος
> εκτελούνται από ετών έργα
> αναστηλώσεως των Ιερών Μονών με
> χρηματοδοτήσεις της Ελληνικής
> Πολιτείας, η οποία χρησιμοποιεί
> τόσο
> εθνικούς όσο και κοινοτικούς
> πόρους. Η Ιερά Κοινότης
> προνοούσα υπέρ της
> Μονής, την περιέλαβε στις
> κατανομές του Προγράμματος
> «Άθως». Από
> καμία Μονή δεν ζητήθηκε να
> δεχθεί χρηματοδότηση έργων,
> μάλλον αντίθετα
> οι Μονές λόγω των πολύ μεγάλων
> αναγκών ζητούν και με μεγάλη
> δυσκολία
> γίνεται δεκτός μικρός αριθμός
> αιτημάτων. Επίσης οι εν
>
> τη Ιερά Μονή Εσφιγμένου και να
> ήθελαν να το κάνουν δεν θα
> μπορούσαν,
> γιατί δεν δικαιούνται να
> διαχειρίζονται ο,τιδήποτε στο
> όνομα της Μονής
> που παράνομα κατέχουν.
> Επομένως καταντά απίστευτα
> άτοπος
> και ψευδολόγος ο δήθεν
> «ηρωισμός να μη δέχονται
> ευρωπαϊκά κονδύλια», με
> απώτερο σκοπό την κίνηση στους
> αγνοούντος αισθημάτων
> συμπαθείας και
> θαυμασμού για τον αντιφατικό
> ασκητισμό τους, ο οποίος
> αποδεικνύεται
> ακόμη περισσότερο
> αυτοαναιρούμενος, αν
> αναλογισθεί κανείς τις λίαν
> σεβαστές ποσότητες δραχμών, ευρώ
> και
> δολαρίων που ρέουν στο μοναστήρι
> για τις ανάγκες της προπαγάνδας
> της
> παρατάξεως, την δημόσια προβολή,
> τους δικαστικούς αγώνες κλπ, ενώ
> τα
> άτομα αυτά εισέπραξαν
> αναδρομικά και εν συνεχεία
> διεκδικούν με αξίωση
> παράνομα την κρατική ετήσια
> οικονομική χορηγία στο όνομα της
> Μονής. Το
> πράγμα καθίσταται επίσης
> αντιφατικό και εμπαικτικό, όταν
> αναλογισθεί
> κανείς ότι οι δήθεν
> «αντιευρωπαϊστές» μέσω των
> υποστηρικτών τους
> απευθύνθηκαν ήδη στην Γενεύη
> (Επιτροπή Δικαιωμάτων του
> Ανθρώπου), στις
> Βρυξέλλες – Λουξεμβούργο
> (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο –
> Πολιτική Επιτροπή),
> στο Μιλάνο (Διεθνή Ένωση Νομικών)
> κλπ, ενώ απειλούν και με προσφυγή
> στο
> Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων
> Δικαιωμάτων του Στρασβούργου,
> κινώντας
> τους (κατ’ αυτούς)
> «Φραγκολατίνους» κατά του
> Αγίου Όρους και της
> πατρίδος μας.
> – Το όλο
> ζήτημα έχει σχέση και με την
> κίνηση στην Ευρώπη για κατάργηση
> του αβάτου;
> Με
> χαρακτηριστική υπεκφυγή
> επιχείρησαν να ψέξουν την Ιερά
> Κοινότητα ότι
> θέλει να περιθωριοποιήσει τους
> εν τη Ιερά Μονή Εσφιγμένου για να
>
> καταργήσει και το άβατο. Και όμως
> οι συγκεκριμένοι άνθρωποι
> δυστυχώς δεν
> έχουν συμμετάσχει ούτε μία φορά
> στους αγώνες του Αγίου Όρους για
> την
> διασφάλιση του ειδικού
> καθεστώτος του. Αντίθετα η τυχόν
> παραδοχή των
> θέσεών τους θα απέβαινε με
> μαθηματική ακρίβεια εις βάρος
> αυτού του
> καθεστώτος. Έτσι ανοίγουν τον
> δρόμο προς τα εκεί όταν ομιλούν
> και
> γράφουν και υπογράφουν προς
> ανώτατα όργανα για αδυναμία του
> Αγίου Όρους
> να λαμβάνει διοικητικές
> αποφάσεις παρά μόνο κατόπιν
> προσφυγών και
> αποφάσεων των κοσμικών
> δικαστηρίων (ο καθένας μπορεί να
> διανοηθεί τι
> σημαίνει αυτό σε περίπτωση
> παραβιάσεως λ.χ. του αβάτου),
> πράγμα που
> συνιστά ευθεία άρνηση του
> αυτοδιοικήτου του Αγίου Όρους, ή
> για δήθεν
> παραβιάσεις ανθρωπίνων
> δικαιωμάτων (θρησκευτικής
> ελευθερίας) στο Άγιον
> Όρος, καθώς, αν γίνει
> αποδεκτό ότι η απαγόρευση
> εγκαταβιώσεως
> ετεροδόξων και σχισματικών στο
> Άγιον Όρος προσβάλλει την
> θρησκευτική
> ελευθερία, σύντομα θα έχουμε και
> ίδρυση παπικών μονών και
> προτεσταντικών
> ιδρυμάτων στον Ιερό Τόπο
> (!).
> – Γιατί το
> θέμα έχει και εθνικές
> διαστάσεις;
> Εξηγήσαμε ήδη ότι
> με τις ενέργειές τους
> προσβάλλουν την εδαφική
> κυριαρχία της χώρας και
> υποσκάπτουν την απαγόρευση
> αποσχιστικών εθνικιστικών
> διεκδικήσεων.
> Πέραν αυτού κρίνεται ως όντως
> αντεθνική δραστηριότητα η
> εκστρατεία
> συκοφαντίας και δημοσίας
> εκθέσεως της χώρας στο διεθνές
> κοινό για δήθεν
> καταπίεσή τους, με
> αποκορύφωμα την δημιουργία
> αγγλόφωνης
> ιστοσελίδος τους στο διαδίκτυο
> για τον διασυρμό της Ελληνικής
> Πολιτείας
> σε Αμερική και Ευρώπη, όπου
> αναπαράγουν τα ατελείωτα ψεύδη
> περί διωγμού
> των και δημοσιεύουν και
> φωτογραφία Καρυώτου μοναχού
> άλλης Μονής ως
> Εσφιγμενίτου αντιμετωπίζοντος
> δήθεν το φάσμα της απελάσεως
> άνευ άλλης
> στέγης. Μέσα στα πολλά άλλα
> που έγιναν γνωστά και άλλα που
> δεν
> έγιναν γνωστά, μνημονεύουμε και
> την όλως πρόσφατη αποστολή
> γράμματος και
> προς τον Πατριάρχη Μόσχας για
> παρέμβασή του εις βάρος της
> χώρας μας και
> του Οικουμενικού
> Πατριαρχείου.
> – Ελήφθησαν
> δυσμενή μέτρα εις βάρος
> τους;
> Εδώ
> οφείλουμε να καταγγείλουμε
> την
> απόπειρα θεατρικής
> κατασκευής ηρώων εκ του
> ασφαλούς.
> Από το θέρος του 2000 η Ιερά
> Κοινότης έδωσε εντολή στην Ιερά
> Επιστασία
> να προσέχει ιδιαίτερα την
> προσπάθειά τους να διεκδικήσουν
> έμμεση
> νομιμοποίηση εκμεταλλευόμενοι
> τις κατ’ οικονομίαν
> εξυπηρετήσεις τους.
> Έτσι κατ’ ανάγκην δεν τους
> αναγνωρίσθηκε ο,τιδήποτε δεν
> εδικαιούντο
> νόμιμα, όπως λ.χ. το δικαίωμα
> εκπροσωπήσεως της κυριάρχου
> Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου που παρανόμως
> κατέχουν.
> Ήταν παράνομο
> να ζητούν στο όνομα της Μονής
> ειδικά διαμονητήρια (το
> ονόμασαν απαγόρευση εισόδου των
> προσκυνητών τους),
> ατέλεια εισαγομένων
> ειδών (το
> ονόμασαν στέρηση καυσίμων για
> τον χειμώνα, ενώ στην Μονή
> καίγουν ξύλα),
> είσοδο οχημάτων (το
> ονόμασαν αποκλεισμό φορτηγού με
> τρόφιμα και καταδίκη εις τον εκ
> πείνης θάνατον)
> κλπ, ενώ όλα αυτά μπορούσαν να
> γίνουν με άλλους τρόπους και όχι
> στο
> όνομα της Μονής Εσφιγμένου, αλλά
> αυτοί διεκδικούσαν
> νομιμοποίηση.
> Με την συνήθεια
> πλέον του ψεύδους
> δεν δίστασαν να μιλήσουν για
> «δήμευση των περιουσιακών
> στοιχείων της
> Μονής», για «οικονομικό
> στραγγαλισμό», για
> «δέσμευση τραπεζικών
> λογαριασμών» (με αφορμή
> υποβληθέν απλό ερώτημα),
> πράγματα εξ ολοκλήρου
> ανυπόστατα και αδιανόητα. Με την
> ίδια ρύμη μίλησαν, και μάλιστα
> προς το εξωτερικό, και για
> «κόψιμο νερού και
> ρεύματος»,
> από τα οποία το πρώτο αδιανόητο
> και το δεύτερο αστείο, καθώς στο
> Άγιον
> Όρος δεν υπάρχει ΔΕΗ. Ακόμη η
> τήρηση των νόμων επί του λίαν
> ευαισθήτου
> θέματος της προσεγγίσεως
> σκαφών εις το Άγιον Όρος,
> για το οποίο οι αγιορείτες έχουν
> πραγματοποιήσει πολυχρόνιους
> αγώνες, ονομάσθηκε
> «από θαλάσσης
> αποκλεισμός».
> Το ψεύδος πέρασε στην σφαίρα της
> αρρωστημένης φαντασίας σχετικά
> με τα
> γεγονότα της 16/29.1.2003 και
> μετέπειτα, όπως προαναφέραμε. Ο
> αστυνόμος έγινε διμοιρίες
> ματ, τα λιγοστά τζιπ
> που πάντοτε είχε η
> αστυνομία
> (ανεπαρκώς, είναι αλήθεια, για
> την φύλαξη της χερσονήσου και με
>
> συνεχείς διαμαρτυρίες του Αγίου
> Όρους) και που στοιχειωδώς
> προσπαθούσαν
> να καλύψουν τις ανάγκες δημοσίας
> τάξεως και ασφαλείς, έγιναν
> φάλαγγες και τεθωρακισμένα,
> η άοπλη κρούση της θύρας
> έγινε επιδρομή, οι
> τακτικές περιπολίες σκάφους του
> λιμενικού έγιναν συγκέντρωση
> στόλου, η διακριτική
> παρακολούθηση εξ αποστάσεως για
> λόγους δημοσίας τάξεως και
> ασφαλείας έγινε πολιορκία,
> ο αυτοεγκλεισμός και το
> κλείσιμο των θυρών από τους
> ιδίους έγινε απαγόρευση
> εξόδου
> κ.ο.κ. (ενώ αντίθετα γνωρίζουμε
> με συγκεκριμένα περιστατικά ότι
> τυχόν
> διαφωνία με την ακολουθούμενη
> τακτική ή σκέψη περί εξόδου και
> φυγής από
> μέρους των μελών της
> «αδελφότητος»
> αντιμετωπίζει τον προπηλακισμό
> και
> την μομφή του προδότη της
> πίστεως).
> Διελαλήθη στα
> πέρατα της οικουμένης ότι
> στερούνται τροφής και
> αντιμετωπίζουν τον εκ πείνης
> θάνατο (ενώ
> αλλού ταυτοχρόνως δηλώνουν ότι
> έχουν τρόφιμα για δύο
> χρόνια), ότι ζητούν
> γιατρό και φάρμακα και τους τα
> αρνείται η ελληνική
> κυβέρνηση (ενώ
> αυτό δεν έγινε και δεδηλωμένα
> δεν θα γίνει ποτέ, αλλά αντίθετα
> αυτοί
> εγκλείοντες γέροντες και
> ασθενείς θέτουν σε κίνδυνο την
> υγεία και την
> ζωή τους), πράγματα που
> ξεπερνούν πλέον και τα όρια της
> φαντασίας και εισέρχονται στην
> σφαίρα του δόλου και της
> απάτης.
> Και όλα αυτά υπό την άνεση της
> γνωστής δεδηλωμένης κοινής
> βουλήσεως
> Αγίου Όρους, Οικουμενικού
> Πατριαρχείου και Ελληνικής
> Πολιτείας να μη
> ασκηθεί βία. Αυτό βέβαια δεν
> μπορεί να σημαίνει και
> νομιμοποίηση της
> παρανομίας, αλλά ειρηνική τήρηση
> της νομιμότητας, πράγμα που
> αποτελεί
> και τον γνώμονα της περαιτέρω
> αντιμετωπίσεως της
> καταστάσεως.
> – Υπάρχουν
> θέματα δημοσίας τάξεως και
> ασφαλείας;
> Είναι
> αυτονόητο ότι το κράτος θα λάβει
> στοιχειώδη μέτρα σε χώρους με
> έκρυθμη
> κατάσταση όπως στην περιοχή της
> Μονής, και μάλιστα μετά από
> προφορικές
> και γραπτές απειλές ότι «θα
> χυθεί αίμα», ότι «θα βάλουν
> φωτιά», ότι
> «έχουν τεράστιες ποσότητες
> εκρηκτικών και όπλων», ότι
> «θα γίνει Κούγκι»
> κλπ. Επίσης υπάρχει σοβαρότατο
> θέμα ασφαλείας των
> κειμηλίων,
> καθώς κανείς δεν είναι δυνατόν
> να ξέρει τίποτα, εξακριβωμένα
> και πέραν
> γενικών δηλώσεων των παρανόμων
> κατόχων τους, για την τύχη και
> την
> κατάστασή τους, λόγω της
> αδυναμίας της Ιεράς Κοινότητος
> να ασκήσει την
> κατά νόμον εποπτεία της και της
> παρεμποδίσεως των κρατικών
> υπηρεσιών να
> προβούν σε σχετικό έλεγχο, κατά
> ευθεία παραβίαση πλειάδος
> σχετικών
> διατάξεων προστασίας της κοινής
> αγιορειτικής πολιτιστικής
> κληρονομίας.
> Πέραν αυτού, σύμφωνα με τις
> επίσημες υπηρεσιακές αναφορές,
> καθεστώς
> τρομοκρατίας επικρατεί
> περιοδικά τόσο στην είσοδο του
> Αγίου Όρους από
> υποστηρικτές τους, με κατάληψη
> σκαφών, παρεμπόδιση και ματαίωση
>
> συγκοινωνιακών δρομολογίων κλπ,
> όσο και στις Καρυές από τους
> ιδίους, με
> τον προπηλακισμό υψηλών
> στελεχών των Ιερών Μονών και της
> Ιεράς
> Κοινότητος και την εκτόξευση
> απειλών, πράγματα για τα οποία
> δεν έγιναν
> συλλήψεις, γνωρίζοντας ότι αυτές
> θα επαρουσιάζοντο θεατρικώς ως
> δήθεν
> ομολογίαι υπέρ της πίστεως.
> Σημειώνεται και η παραλαβή
> ικανού αριθμού
> λίαν απειλητικών επιστολών τόσο
> κατά της ζωής και σωματικής
> ακεραιότητος
> όσο και για «κτυπήματα αλλά
> Μπιν Λάντεν», για
> «βομβιστικές ενέργειες
> κατά Ιερών Μονών» κλπ.
> – Υπάρχει
> κοσμικό φρόνημα;
> Δυστυχώς
> αποδεικνύεται ότι η ομάδα που
> κατέχει την Μονή διακατέχεται
> από σαφές
> κοσμικό και αντιαγιορειτικό
> φρόνημα, που δεν συναντάται σε
> καμία άλλη
> αγιορείτικη Μονή και που
> προφανώς έλκει την καταγωγή του
> από την αποκοπή
> από τον αγιορειτικό κορμό και
> την αποκλειστική ενασχόληση με
> την
> προπαγάνδα προς τον κόσμο υπέρ
> της παρατάξεως των. Κύριο
> «προσόν»
> αναδεικνύεται η παραγωγή
> συνθημάτων που αλλοιώνουν την
> πραγματικότητα με
> επικοινωνιακά τεχνάσματα
> («τρικ»). Μαζί με όλα τα
> άλλα ψεύδη
> αναφέρουμε ότι ο
> «ηγούμενος» ονείδισε
> δημόσια την Ιερά Κοινότητα για
> την
> κλήση τεθνεώτων αδελφών, ενώ ο
> ίδιος τους είχε δηλώσει ως
> ζωντανούς,
> προφανώς για να φαίνονται πολλοί
> και να διεκδικούν μεγαλύτερη
> ατέλεια. Άλλωστε σε κάθε του
> δήλωση δίνει και
> διαφορετικό αριθμό
> μελών της «αδελφότητος».
> Εξίσου σημαντικό «προσόν»
> αναδεικνύεται η
> κλίση στο θέαμα και στο θέατρο.
> Όταν επραγματοποιήθη η επίδοση
> των
> κλήσεων προς άσκησιν επωφελούς
> γι’ αυτούς δικαιώματος,
> ελαμβάνοντο
> συνεχώς φωτογραφίες, για να
> απαθανατίσουν το
> «μαρτύριο». Ο
> «ηγούμενος» κάλεσε δημόσια
> από τηλεοράσεως (ΕΤ3) τους
> δημοσιογράφους να εισέλθουν στο
> Άγιον Όρος χωρίς
> διαμονητήρια
> της Ιεράς Επιστασίας με δικά του
> παράνομα μέσα και έστησε στο
> μοναστήρι
> δημοσιογράφους και κάμερες για
> να καλύψουν την θεατρική
> «ομολογία
> πίστεως», κατά πλήρη
> περιφρόνηση των διατάξεων του
> Ιερού Τόπου περί
> εισόδου προσκυνητών και περί
> απαγορεύσεως
> τηλε-κινηματογραφήσεως, τα
> οποία αυτοί θεωρούν ότι οφείλουν
> να τηρούν μόνον οι
> «κανονικές» Μονές,
> παραδεχόμενοι έτσι ότι δεν
> ανήκουν στο Άγιον Όρος και ότι
> είναι πολέμιοί
> του εκ δόλου και όχι εξ αγνοίας.
> Στις Καρυές σημειώθηκαν ρίψη
> δελτίων
> («φέιγ – βολάν») και
> αφισοκολλήσεις, ανάρτηση
> σημαιών στο κονάκι της
> Μονής και μεγάφωνα, δίκην
> καταλήψεως φοιτητικής ή
> εκλογικού κέντρου κλπ,
> γεγονότα πρωτοφανή απ αιώνων
> και συγκρινόμενα μόνον με
> περιόδους
> πολιτικών ταραχών. Από πολλά
> έτη εκτοξεύουν απειλές περί
> καύσεως
> ή ανατινάξεως της Μονής,
> αποδεικνύοντας ότι δεν την
> πονούν, αντίθετα με
> τους γνήσιους αγιορείτες που
> έκαναν και θα κάνουν τα πάντα για
> να την
> διασώσουν.
> Άλλο
> σημαντικό ιδίωμα είναι η
> εκμετάλλευση φυσιολογικών
> γεγονότων ή
> προκατασκευασμένων καταστάσεων,
> προκειμένου να εξαχθούν
> διαστρεβλωμένα
> συμπεράσματα και σκόπιμος
> κοσμικός δημοσιογραφικός
> θόρυβος, ενισχύων την
> θεωρία περί διωγμών, χάριν
> χρησιμοποιήσεως αυτής για
> συντήρηση της
> ταραχής του κόσμου αλλά και για
> νομικούς λόγους. Έτσι μεταξύ
>
> πολλών άλλων, μόλις πρόσφατα δεν
> σεβάσθηκαν ούτε το γεγονός, που
> πολύ
> έθλιψε την Ιερά Κοινότητα, του
> τραγικού θανάτου μέλους της
> αδελφότητος
> εις ατύχημα εξ ιδίας του ευθύνης
> και επιχείρησαν την
> εκμετάλλευση τούτου
> αλλά και του ιερού γεγονότος της
> κηδείας για προπαγανδιστικές
> σκοπιμότητες. Φυσιολογικά
> τέτοιου είδους εγχειρήματα θα
> πρέπει
> δυστυχώς να αναμένουμε συνεχώς
> και στο μέλλον, για να
> συντηρείται το
> θέμα στην κοσμική
> επικαιρότητα.
> Υπομένοντας
> όλα αυτά με την ελπίδα στην
> Κυρία Θεοτόκο ότι δεν θα
> εγκαταλείψει το
> Περιβόλιόν της, τρέφουμε την
> προσδοκία ότι η κατακραυγή και
> καταδίκη της
> παρανομίας και η συναίσθησή της
> από τους κατόχους της Ιεράς
> Μονής
> Εσφιγμένου είναι δυνατόν να
> οδηγήσει σε λύσεις του
> ζητήματος.
> Εν
> κατακλείδι το Άγιον Όρος
> απευθύνει έκκληση προς την
> εκκλησιαστική και
> εθνική συνείδηση πάντων, του
> σκανδαλιζομένου ευσεβούς
> πληρώματος της
> Εκκλησίας, των κατ’ άνθρωπον
> ενδιαφερομένων, του πολιτικού
> κόσμου, του
> Τύπου, των Μέσων Μαζικής
> Ενημερώσεως, να αρθούν στο ύψος
> των περιστάσεων
> και να μη παρασύρονται από
> την μεθοδευόμενη
> παραπληροφόρηση και
> εξαπάτηση,
> αλλά να συμπαρασταθούν στον
> παρόντα ιστορικό αγώνα του Αγίου
> Όρους για
> την σωτηρία της Ιεράς Μονής
> Εσφιγμένου, αλλά και κυρίως την
> περιφρούρηση
> των θεσμίων της πίστεως και της
> Ορθοδόξου μοναστικής,
> πνευματικής και
> πολιτιστικής αγιορειτικής
> παραδόσεως.
>
> Άπαντες οι εν τη κοινή
> Συνάξει
> Αντιπρόσωποι και
> Προϊστάμενοι
> των είκοσι Ιερών Μονών
> του Αγίου Όρους Άθω.

Advertisements

Κάθε τι που επιλέγουμε να κάνουμε ή να μην κάνουμε, κάθε τι που επιλέγουμε να ζήσουμε, έχει και τον αντίκτυπό του στην ζωή μας. Για τώρα αλλά και για αργότερα και πολλές φορές, και για πάντα.

Έχει σημασία ο τρόπος που εορτάζουμε τις καθιερωμένες εκκλησιαστικές εορτές. Υπάρχει λόγος που η Εκκλησία μας, θεσμοθέτησε κάθε γιορτή στην διάρκεια του ημερολογιακού έτους. Και το να εορτάζουμε αυτές τις ημέρες έχει αξία και ουσία μόνον όταν γίνεται όπως ορίζεται από την Εκκλησία. Διότι μόνο τότε έχει τα αποτελέσματα που επιθυμούμε. Μόνο τότε έχει αξία για παράδειγμα, η νηστεία μας και μόνο τότε έχει αξία η τιμή προς τον άγιο που εορτάζει.

Καθώς η αδιαφορία μας, μας έχει αφήσει έρμαια στην εποχή που τρέχει και έχει προσπεράσει τον άνθρωπο, έχουμε αποπροσανατολιστεί και δυστυχώς έχουμε ξεχάσει το αληθινό νόημα των εορτών.Το αποτέλεσμα είναι ότι πλέον δεν μπορούμε να αντλήσουμε ούτε χαρά, ούτε παρηγοριά από τις γιορτές.
Είναι μάλλον ευκαιρίες για κανένα διήμερο ή και τριήμερο «εξόδου», φυγής των κατοίκων των μεγαλουπόλεων. Είναι και ευκαιρίες για εκκλησιασμό αλλά όχι ορθόδοξο εκκλησιασμό αφού κανείς σχεδόν δεν γνωρίζει πώς πρέπει να ζήσει την κάθε γιορτή αλλά, πολύ περισσότερο, δεν γνωρίζει την αιτία που αυτή υπάρχει. Τραγικό βεβαίως. Και θα μπορούσε η εξομολόγηση να συμβάλλει προς την κατεύθυνση αυτή εφ’ όσον γίνεται συχνά και με τάξη. Θα βοηθούσε και η μελέτη αλλά πού να βρεί σήμερα ο μέσος άνθρωπος χρόνο για μελέτη.

Υπάρχει μια ακόμη επιπλέον τραγική παράμετρος. Η αναφορά στις εορτές των μέσων ενημέρωσης που με την αδιαφορία τους, συνήθως σκόπιμη, εστιάζουν με λάθος τρόπο, σε λάθος σημεία. Όπως για παράδειγμα το πλήθος των «πιστών» που εκκλησιάστηκε. Κι αν ήταν μεγάλο το πλήθος, τότε η γιορτή είναι μεγάλη και ίσως και … επιτυχημένη! Αποτέλεσμα αυτής της ανόητης επισήμανσης από δημοσιογράφους που ούτε γνωρίζουν, ούτε σέβονται την δουλειά τους, ούτε ενδιαφέρονται και φυσικά ούτε σέβονται τους αποδέκτες όσων λένε ή δείχνουν, είναι να έχει διαμορφωθεί και μια λάθος άποψη μεταξύ των πιστών. Ότι οι ναοί γεμίζουν άρα πάμε καλά. Κι αν κι εμείς είμαστε απ’ αυτούς που γεμίζουν τους ναούς, ακόμη καλύτερα.

Αλλά όμως εδώ έχουμε μια ακόμη μεγάλη, ύπουλη και καταστροφική πλάνη. Το αν γεμίζουν οι ναοί δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την αληθινή πίστη. Δυστυχώς. Θα δανεισθούμε ένα απόσπασμα από μια ομιλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, σχετική με το θέμα: ¨Πάσα γαρ σύνοδος εορτή.Τας γαρ εορτάς ού το πλήθος, αλλ΄η αρετή των συλλεγομένων ποιείν είωθεν. Εορτή γαρ μεγίστη, συνειδός αγαθόν». (Ομιλία ε΄»περί Άννης» Ε.Π.Ε. 8α 114-116).

Με άλλα λόγια, κάθε συγκέντρωση είναι εορτή.Τις γιορτές δεν τις κάνει το πλήθος (των ανθρώπων) συνήθως αλλά η αρετή αυτών που συγκεντρώθηκαν. Διότι η μεγαλύτερη εορτή είναι η καθαρή συνείδηση». Κι αυτό βεβαίως επιτυγχάνεται με την εξομολόγηση, με την προσευχή, με τον εκκλησιασμό. Με τους τρόπους που η καθολική μας Εκκλησία έχει επισημάνει και υποδείξει στον ταλαίπωρο άνθρωπο.Για να τον οδηγήσει και να τον ξεκουράσει. Για να τον σώσει από τις παγίδες της αδιαφορίας, της μοναξιάς, του άγχους και των λεγόμενων «ψυχολογικών» ασθενειών.

Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, έλεγε καθημερινά «Χριστός Ανέστη» σε όποιον τύχαινε να συναντήσει. Σε όλη τη διάρκεια του έτους. Προφανώς επειδή βίωνε την χαρά της Ανάστασης του Κυρίου μας καθημερινά. Ας επιστρέψουμε στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο για μια ακόμη πολύ σπουδαία επισήμανσή του. Ότι ο χριστιανός μπορεί να εορτάζει και καθημερινά μια γιορτή αν φυσικά ζεί όπως απαιτείται κι αν είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος.

Αναφέρεται μάλιστα στις μεγάλες Δεσποτικές εορτές των Επιφανείων, του Πάσχα, της Πεντηκοστής. Απαντά έτσι και στους λεγόμενους παλαιοημερολογήτες θέτοντας τις γιορτές εκτός χρόνου και δίνοντάς τους μια άχρονη (σαν τον Θεό) αλλά και παντοτινή και πέρα από τον χρόνο διάσταση και αξία. Ως γεγονότα που έγιναν και διαρκώς επαναλαμβάνονται, σε καθημερινή βάση, χάριν των ανθρωπίνων αναγκών και χάρη στην ασταμάτητη και αδιάκοπη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο.

«Αεί γαρ ημίν εστίν εορτή. Εορτή πρώτη τα Επιφάνεια.Πάσας τας ημέρας τα Επιφάνεια δυνατόν τελείν. Αεί δυνάμεθα Πάσχα επιτελείν.Και δυνάμεθα αεί Πεντηκοστήν επιτελείν. Επειδή εορτήν ού καιρός ποιεί, αλλά συνειδός καθαρόν. Ο δε συνειδός έχων αγαθόν και πράξεις τοιαύτας αεί εορτάζειν δύναται». ( Ομιλία β’  εις την αγίαν Πεντηκοστήν, Ε.Π.Ε. 36).

Απλά και ξεκάθαρα πράγματα. Εύκολο να τα καταλάβει οποιοσδήποτε και να τα κάνει πράξει στην καθημερινότητά του.Εύκολο και να κατανοήσει π.χ. κανείς, για ποιόν λόγο η κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου μας ορίστηκε να εορτάζεται τον Δεκέμβριο ενώ γνωρίζουμε ότι συνέβει στα μέσα της άνοιξης.

Με άλλα λόγια, οι γιορτές είναι δώρα του Θεού στον άνθρωπο για να παίρνει δύναμη και παρηγοριά. Για να θυμάται και να οδηγείται στην πορεία της καθημερινότητάς του. Για να έχει παράδειγμα προς μίμηση, στόχο για να μοιάσει και να φθάσει και κατεύθυνση να πορευθεί. Γιατί κάθε εορτή είναι, μεταξύ άλλων, και δείκτης της ανθρώπινης ελευθερίας αλλά και των δυνατοτήτων που καθένας μας έχει. Και ως τέτοια μπορεί να εορτάζεται διαρκώς. Έχει κάθε λόγο ο Ορθόδοξος Χριστιανός να χαίρεται κάθε στιγμή της ζωής του αυτή την έκφραση της Αγάπης.

Βεβαίως τίθεται και μιά ακόμη παράμετρος από τον άγιο Χρυσόστομο, ότι δηλαδή αληθινή εορτή είναι μόνο τότε και εκεί όπου υπάρχει αγάπη και ομόνοια και οι ψυχές οδηγούνται στην σωτηρία, παρασύροντας ασφαλώς και τα σώματα. Αλλάζει ο τρόπος ζωής κάθε ανθρώπου και συμπορεύεται με τον τρόπο της επίγειας ζωής του Χριστού.

Ας σημειώσουμε ότι η σωτηρία μας είναι ο λόγος που γεννηθήκαμε. Είναι η ένωσή μας με τον Θεό. Η επιστροφή μας στην κατάσταση που είχαμε πριν το προπατορικό αμάρτημα. Και σωτηρία σημαίνει ένωση με τον Θεό, πρακτικά και καθημερινά. Για να αρχίσουμε να ζούμε την ζωή που μας αξίζει. Όχι μόνο μετά τον θάνατο αλλά άμεσα. Από τώρα και για πάντα. Έτσι και ο θάνατος θα είναι το πέρασμα στην απόλυτη και ουσιαστική ελευθερία.

Π Α Λ Α Ι Ο Ν  Κ Α Ι  Ν Ε Ο Ν  Η Μ Ε Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Ο Ν

Ε’ ΕΚΔΟΣΙΣ-ΑΘΗΝΑΙ 2002

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

            Το «Ημερολογιακόν Ζήτημα» από ετών ταράσσει την Εκκλησίαν. Σημείον αντιλεγόμενον έχει καταστή.

Οι Παλαιοημερολογίται διακηρύττουν απεριφράστως ότι ακολουθούν το «σωστόν», το «γνήσιον», εξ ου και αυτοκαλούνται «Γνήσιοι – Ορθόδοξοι – Χριστιανοί», Γ.Ο.Χ., φθάσαντες εις το σημείον να πιστεύουν και να διακηρύττουν ότι ο Παράδεισος είναι μόνον δι’ αυτούς. Δι’ ημάς δε τους υπολοίπους, τους Νεοημερολογίτας, τους «Φράγκους», τους «Σχισματικούς», τους «αιρετικούς» ως μας αποκαλούν, παραμένει η Κόλασις.

Ακόμη διακηρύττουν απεριφράστως ότι τα Μυστήριά μας είναι άκυρα, καθ’ ο «άχαρα», άνευ χάριτος.

Οι του Νέου δε Ημερολογίου, ως επί το πλείστον, αδιαφορούν δια τα προαναφερθέντα, ωρισμένοι αντιδρούν, άλλοι περνούν και εις την αντεπίθεσιν και ολίγοι προβληματίζονται προ των κατηγοριών των Παλαιοημερολογιτών μη γνωρίζοντες τι να πράξουν.

Υπάρχουν λοιπόν θέματα, κατά την γνώμην μας, εις αμφοτέρας τας παρατάξεις, που άλλοτε ολίγον άλλοτε πολύ κερδίζει εξ αυτών μόνον ο Διάβολος.

Το παρόν, έργον ανέκδοτον, απάντησις εις τινα Θεολόγον Μοναχόν, του αειμνήστου Πατρός Ιωήλ Γιαννακόπουλου, γνωστού απολογητού των Ορθοδόξων θέσεων, έρχεται να ρίξη άπλετον φως εις το εν προκειμένω αντιλεγόμενον ζήτημα του Ημερολογίου και να καταστήση αναπολογήτους όλους εκείνους, οίτινες καταδικάζουν την ενέργειαν της Εκκλησίας, (ενός ζωντανού Οργανισμού), ώστε να διορθώση το Ημερολόγιον, αλλά και να διαφωτίση τους θέλοντας, ίνα ούτω ειρηνεύσουν αι συνειδήσεις και μη κερδίζη πλέον ο Διάβολος.

Το παρόν εκδίδεται εκ χειρογράφου, ευρισκομένου εις χείρας πνευματικού τέκνου του αειμνήστου Κληρικού, εις το οποίον είχε κάμει διορθώσεις τινάς ο ίδιος ο συγγραφεύς ολίγον προ της εκδημίας του (Δεκέμβριος 1966). 
 

ΠΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

            Οι Παλαιοημερολογίται μου είναι άνθρωποι συμπαθείς, διότι παρ’ όλην την άγνοιαν που έχουν εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα, έχουν ζήλον και φόβον Θεού. Δια τον λόγον αυτόν δεν ηθέλησα να ασχοληθώ ούτε προφορικώς εις διάλεξίν μου τινά περί του Παλαιοημερολογιτικού ζητήματος, ούτε να γράψω και δημοσιεύσω τι περί αυτού. Εθεώρησα σκοπιμώτερον να ασχοληθώ συγγραφικώς περί τον υπομνηματισμόν της Παλ. Διαθήκης και γύρω από τους Ευαγγελικούς, Χιλιαστάς και λοιπά θέματα προς διαφωτισμόν τους ευσεβούς λαού μας και ουδόλως με τους Παλαιοημερολογίτας.

Εις όμως παλαιοημερολογίτης Θεολόγος Μοναχός, αντί να ασχοληθή και αυτός με τόσας αιρέσεις που κατακλύζουν την Πατρίδα μας, ήτοι Χιλιαστάς, Ευαγγελικούς κ.λ.π. και να γράψη τι κατ’ αυτών, καταφέρεται καθ’ ημών γραπτώς και προφορικώς, ονομάζων ημάς κακοδόξους, αιρετικούς, αβαπτίστους. Δεν αρκείται εις την γενικήν και ανώνυμον αυτήν καταφοράν καθ’ ημών, αλλά κατ’ επανάληψιν εις το παρελθόν έγραψε κατ’ εμού προσωπικώς και εσχάτως εις το τελευταίον βιβλίον του: «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» με αποκαλεί εν σελίδι 19 νεωτεριστήν, πάντα δε νεωτεριστήν θεωρεί εν σελίδι 43 αβάπτιστον.

Έπειτα απ’ όλα αυτά, νομίζω, ότι δεν έπρεπε να σιωπήσω, διότι η σιωπή μου δύναται να θεωρηθή ως αδυναμία μου ή ως σιωπηρά συγκατάθεσις μου εις το Παλαιοημερολογιτικόν ζήτημα. Επειδή δε ο Μοναχός ούτος φέρει τον τίτλον του Θεολόγου, η σιωπή μου θα επηρεάση ακόμη περισσότερον τους αναγνώστας του βιβλίου του.

Απεφάσισα λοιπόν να απαντήσω. Και ιδού πως: Θα βασισθώ εις το τελευταίον βιβλίον του «Ποία η διαφορά μεταξύ Παλαιού και Νέου Ημερολογίου» και με την βοήθειαν του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας και με τας γνώμας των Αγίων Πατέρων και τα δεδομένα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας θα φέρω εις φως όλους τους παραλογισμούς και τας πλάνας του εν λόγω Μοναχού.

Και συγκεκριμένως: Επειδή ούτος α) συγχέει το νέον ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν, το Παπικόν ημερολόγιον, β) αγνοεί τον τρόπον του κανονισμού του Πάσχα υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, γ) αγνοεί τον τρόπον του εορτασμού της μεγάλης ακινήτου εορτής των Χριστουγέννων και των συναφών προς αυτήν εορτών και δ) δεν έχει ιδέαν περί παραδόσεων, Εκκλησίας και σχίσματος, θα διαιρέσω την απάντησίν μου εις τέσσαρα μέρη:

α) Ιουλιανόν και Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, β) το Πάσχα και ο χρόνος εορτασμού του κύκλου των κινητών εορτών, γ) τα Χριστούγεννα και αι συναφείς προς αυτά ακίνητοι εορταί και δ) αι παραδόσεις της Εκκλησίας, η Εκκλησία μας και το σχίσμα.

 

Α’ ΙΟΥΛΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

            Ο εν λόγω Μοναχός συνταυτίζει το Νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς οι Νεοημερολογίται, με το Γρηγοριανόν ή Παπικόν ή Φραγκικόν Ημερολόγιον εν σελίδι ΙΙ του εν λόγω βιβλίου του, εν ω το υπ’ αυτών ακολουθούμενον Παλαιόν (Ιουλιανόν) Ημερολόγιον θεωρεί εν την αυτή σελίδι ως πατροπαράδοτον γνήσιον Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον.

Όχι, αγαπητέ Μοναχέ! Έχεις παχυλήν άγνοιαν του Ημερολογίου ή εν γνώσει σου σκοτίζεις και διαστρέφεις τα πράγματα. Το νέον Ημερολόγιον, το οποίον ακολουθούμεν ημείς, δεν είναι Γρηγοριανόν, Παπικόν, Φραγκικόν, όπως το ονομάζεις συ, αλλά Ιουλιανόν. Θέλεις απόδειξιν αυτού; Άκουσον:

Πρώτον: Άνοιξε μίαν οιανδήποτε Κοσμογραφίαν που διδάσκετι εις τας ανωτέρας τάξεις του Γυμνασίου. Θα ίδης εις το κεφάλαιον περί του Ημερολογίου την διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου από απόψεως καθαρώς ημερολογιακής. Ιδού τι λέγει η Κοσμογραφία της ΣΤ’ τάξεως του Γυμνασίου εν σελ. 5: Γνωρίζομεν ότι το έτος αποτελείται ακριβώς από 365,242217 ηλιακάς ημέρας. Η διάρκεια του πολιτικού έτους του Ιουλιανού Ημερολογίου είναι 365 ημέρας και Ό της ημέρας, διότι ανά τέσσερα χρόνια προστίθεται μία ημέρα η 29η Φεβρουαρίου. Επομένως το Ιουλιανόν Ημερολόγιον υπερέχει, είναι μεγαλύτερον του πραγματικού έτους κατά (365, 25-365, 242217) = 0,007783 ηλιακάς ημέρας. Η διαφορά αύτη εντός 400 ετών ανέρχεται εις 3,1132 ημέρας ανά 400 έτη. Ίνα διορθώση το σφάλμα τούτο ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ’, βοηθούμενος υπό του αστρονόμου LILIO, διέταξεν όπως η μετά την 4ην Οκτωβρίου 1582 ημέρα κληθή 15η Οκτωβρίου και ουχί 5η Οκτωβρίου. Ίνα δε μη εις το μέλλον επαναληφθή το σφάλμα αυτό, ώρισεν όπως εντός 400 ετών μη λαμβάνωνται 100 δίσεκτα έτη, ως γίνεται κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά μόνον 97. ούτω κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, η χρονολογία υστερεί εντός 400 ετών, μόνον κατά 0,1132 ημέρας.

Πρέπει να παρέλθουν 4.000 έτη, όπως η χρονολογία υστερήση κατά 1,132 ημέρας.

Προς διόρθωσιν του Ιουλιανού Ημερολογίου ώρισεν ο Πάπας Γρηγόριος όπως τα έτη των αιώνων (λόγου χάριν 1600, 1700, 1800) μη είναι δίσεκτα, εκτός αν ο αριθμός των εκατοντάδων διαιρήται δια 4. Ούτω το έτος  1600 ήτο δίσεκτον κατά το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, διότι ο αριθμός των εκατοντάδων 16 είναι διαιρετός δια 4, δια το Ιουλιανόν Ημερολόγιον είναι ομοίως δίσεκτον, διότι ο αριθμός 1600 είναι διαιρετός δια 4. Τα έτη όμως 1700, 1800, 1900 είναι δίσεκτα κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, διότι οι αριθμοί ούτοι 1700, 1800, 1900 είναι διαιρετοί δια 4, δια το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν είναι δίσεκτα, διότι οι αριθμοί των εκατοντάδων 17, 18, 19  δεν είναι διαιρετοί δια 4.

Ούτω μετά πάροδον από σήμερον 1600 περίπου ετών, όσα περίπου παρήλθον από της Α’ Οικουμενικής Συνόδου μέχρι σήμερον, ημείς, επειδή ακολουθούμεν το Ιουλιανόν Ημερολόγιον και θα έχωμεν δίσεκτα έτη τα διαιρετά δια 4, θα έχωμεν νέαν διαφοράν 13 ημερών, εν ω το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον δεν θα έχη, διότι ανά 400 έτη θα έχη 97 δίσεκτα έτη και ουχί 100.

Ιδού η διαφορά Νέου Ημερολογίου που ακολουθούμεν ημείς και του Γρηγοριανού, το οποίον ακολουθούν οι Δυτικοί από καθαρώς ημερολογιακής απόψεως! Εκείνοι θα έχουν 97 έτη δίσεκτα ανά 400 έτη, ημείς όμως θα έχωμεν 100. ο Πάπας Γρηγόριος δεν ηρκέσθη εις την ημερολογιακήν αυτήν μεταρρύθμισιν. Προσήρμοσε και το Πάσχα του προς το Ημερολόγιον του αγνοήσας το Πάσχα των Εβραίων και την απόφασιν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου σχετικήν με το Χριστιανικόν Πάσχα και το Εβραϊκόν.

Β’ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ

Εάν ανοίξωμεν το Πηδάλιον, θα ίδωμεν εις την σελίδα 9, ότι 4 σημεία είναι εκείνα τα οποία πρέπει να τηρώνται δια την εορτήν του Πάσχα!

α) Εαρινή ισημερία.

β) Πρώτη πανσέληνος μετά την ισημερίαν ταύτην.

γ) Μετά το Νομικόν Πάσχα και

δ) Η πρώτη Κυριακή μετά από όλα αυτά

Το Γρηγοριανόν ή Παπικόν Ημερολόγιον λαμβάνει υπ’ όψιν του μόνον τα τρία: Εαρινήν ισημερίαν, πανσέληνον και Κυριακήν. Αγνοεί εντελώς το Νομικόν Πάσχα των Εβραίων. Ούτως οι Παπικοί συνεορτάζουν το Πάσχα των μετά των Εβραίων ή προηγούνται αυτού παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και παρά την ιστορικήν ακρίβειαν, καθ’ ην ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ημείς όμως οι Νεοημερολογίται λαμβάνομεν υπ’ όψιν και τα 4 σημεία του Πάσχα και ούτω διαφέρομεν του Γρηγοριανού ή Παπικού Ημερολογίου και Εκκλησιαστικώς. Εορτάζομεν δηλαδή το Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων, συμφώνως με την διάταξιν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Επομένως: Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς διαφέρομεν σεις και ημείς με το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον. Σεις και ημείς ακολουθούμεν Ημερολογιακώς και Εκκλησιαστικώς το Ιουλιανόν Ημερολόγιον!

Διατί συνταυτίζεις τελείως το Νέον Ημερολόγιον, αυτό που ακολουθούμεν ημείς, με το Παπικόν Γρηγοριανόν, αφού υπάρχη τόση μεγάλη διαφορά από Ημερολογιακής  και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ των; Αλλοίμονον σου! Θα δώσης μεγάλον λόγον εις τον Θεόν. Μαντεύω την αντίρρησίν σου. Θα μου είπης: Διατί να γίνη η προώθησις των 13 ημερών; Σου απαντώ: Η προώθησις αύτη μόνη της δεν έθιξε το Ιουλιανόν Ημερολόγιον, αλλά το μηνολόγιον του Ημερολογίου τούτου. το Ημερολόγιόν μας παρέμεινεν και θα παραμείνη Ιουλιανόν. Ιουλιανόν έχετε σεις. Ιουλιανόν έχομεν και ημείς. Χώνεψέ το καλά αυτό μέσα εις το μυαλό σου. Μόνον ότι το ιδικόν μας Ιουλιανόν είναι διορθωμένον.

Και πάλιν θα μου είπης: Έστω. Διατί να μεταβληθή το μηνολόγιον του Ιουλιανού Ημερολογίου; Σου απαντώ: Γνωρίζομεν από το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας ότι οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, που εκανόνισαν το Πάσχα με βάσιν την εαρινήν ισημερίαν, είχον τότε εαρινήν ισημερίαν 21 Μαρτίου. Αυτό μας το λέγει το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Μετά την πάροδον όμως 1600 περίπου ετών από τότε μέχρι σήμερον, εξέπεσαμεν από την ημερομηνίαν εκείνην και εφθάσαμεν να έχωμεν εαρινήν ισημερίαν την 8ην Μαρτίου. Και αυτό αναφέρεται εις το Πηδάλιον. Ιδέ σελίδα 9. Με ένα πήδημα λοιπόν 13 ημερών ημείς οι λεγόμενοι «Νεοημερολογίται» έχομεν εαρινήν ισημερίαν εκείνην που είχον οι Άγιοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ούτω έχομεν την παλαιάν ημερομηνίαν της εαρινής ισημερίας, 21 Μαρτίου, ενώ σεις έχετε την νέαν ημερομηνίαν της ισημερίας ταύτης, 8 Μαρτίου. Επομένως ημείς ακολουθούμεν την παλαιάν ημερομηνίαν, σεις την νέαν ημερομηνίαν. Ημείς πηγαίνομεν με το παλαιόν Ιουλιανόν Ημερολόγιον της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, σεις με το Νέον Ιουλιανόν Ημερολόγιον. Κατά συνέπειαν ημείς είμεθα όντως Παλαιοημερολογίται και σεις Νεοημερολογίται, διότι και πάλιν σου επαναλαμβάνω έχομεν την 21ην Μαρτίου ως εαρινήν ισημερίαν όπως είχον οι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, ενώ σεις εξεπέσατε και έχετε την 8ην Μαρτίου.

Θα μου είπης: Διατί ο Άγιος Νικόδημος μαζί με τον Χρυσόστομον εις τα υποσημειώσεις του Πηδαλίου, σελ. 9, καταφέρεται κατά της προωθήσεως των 10 ημερών υπό του Γρηγοριανού Ημερολογίου;

Απαντώ: Ο Ιερός Χρυσόστομος ουδεμίαν σημασίαν δίδει εις τας ημερομηνίας των εορτών ως κόπτεσθε σεις δι’ αυτάς. Μας το λέγει ρητώς: «Ει τω δείνα μηνί ει τω δείνα μηνί εορτάσητε το Πάσχα ουδείς ποτέ εκολάσθη ουδέ ενεκλήθη». Ήκουσες; Εάν εορτάσωμεν την τάδε του μηνός ή την τάδε του μηνός ημέραν το Πάσχα ή άλλην εορτήν ουδείς ποτέ εκολάσθη ούτε κατηγορήθη. Εκείνο το οποίον ενδιαφέρει τον Άγιον αυτόν Πατέρα είναι ο εορτασμός του Πάσχα κατά τους ορισμούς της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ποίοι είναι οι όροι αυτοί; Μα τους αναλύει θαυμασίως ο Άγιος Νικόδημος εις τους υπομνηματισμούς του Πηδαλίου της Εκκλησίας μας. Ο Άγιος δηλαδή Νικόδημος καταφέρεται κατά του Γρηγοριανού Ημερολογίου εις τας υποσημειώσεις του Πηδαλίου του, διότι το Ημερολόγιον αυτό δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του το Πάσχα των Εβραίων και ούτω οι Δυτικοί εορτάζουν ενίοτε προ του Εβραϊκού Πάσχα ή μαζί με αυτό παρά τον 7ον Κανόνα των Αποστόλων και την ιστορικήν αλήθειαν, καθ΄ ότι ο Κύριος ανέστη μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ιδού τι λέγει ο Άγιος Νικόδημος εις την πρώτην υποσημείωσιν αυτού του Κανόνος:

«Το να κάνη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνομεν ημείς οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα. Το να σχίση όμως την Εκκλησίαν είναι αμάρτημα ασυγχώρητον».

Πως σχίζουν οι Δυτικοί την Εκκλησίαν; Μας το λέγουν ευθύς αμέσως τα σχόλια του ιδίου Αγίου Πατρός Νικοδήμου:

«Η ακρίβεια αύτη (του Γρηγοριανού Ημερολογίου) προξενεί δύο μεγάλας ατοπίας εις τους Λατίνους το να εορτάζουν δηλαδή το Πάσχα ή μετά Ιουδαίων ή προ των Ιουδαίων».

Βλέπεις λοιπόν, αγαπητέ μου, τι λέγει το Πηδάλιον; Δεν είναι έγκλημα, δεν είναι σχίσμα, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα, αλλά κακόν είναι να γίνεται το ιδικόν μας Πάσχα προ του Πάσχα των Εβραίων ή μαζί με αυτό. Ιδού που ο Άγιος Νικόδημος εντοπίζει την κυρίαν διαφοράν Γρηγοριανού και Ιουλιανού Ημερολογίου. Να μη γίνεται το Πάσχα μας προ ή μαζί με το Πάσχα των Εβραίων. Αυτό όμως αποφεύγεται από ημάς. Διατί λοιπόν συ ταυτίζεις και συγχέεις το Νέον Ημερολόγιον με το Γρηγοριανόν; Θα μου είπης: Δεν έπρεπε να ονομάσωμεν την 8ην Μαρτίου 21ην, ώστε να προωθήσωμεν το μηνολόγιόν μας κατά 13 ημέρας. Το Πηδάλιον μας είπεν, ως είδομεν άνω, ότι δεν είναι έγκλημα, όταν εορτάζωμεν το Πάσχα εις δύο διαφόρους χρόνους μετά την 8ην Μαρτίου ή μετά την 21ην Μαρτίου, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Πολύ περισσότερον δεν έχει ουδεμίαν σημασίαν αφού σεις και ημείς εορτάζομεν το Πάσχα την αυτήν ημέραν και η ημέρα αύτη είναι δι’ ημάς η 22α Μαρτίου και ημείς την ονομάζομεν 1ην Απριλίου. Αφού δηλαδή κατά τον Ιερόν Χρυσόστομον και το Πηδάλιον της Εκκλησίας, ο κατά διάφορον χρόνον εορτασμός του Πάσχα δεν είναι έγκλημα, ουδέ καταδίκη τις, πολύ περισσότερον δεν έχει σημασίαν ο παρ’ ημίν κατά τον χρόνον μεθ’ υμών, αλλά κατά διάφορον ημερομηνίαν εορτασμός του, αρκεί να γίνεται μετά το Πάσχα των Εβραίων. Είδες ποία η διπλή διαφορά από Ημερολογιακής και Εκκλησιαστικής απόψεως μεταξύ Ιουλιανού και Γρηγοριανού; Ας έλθωμεν όμως να εξετάσωμεν πλατύτερον το θέμα του εορτασμού του Πάσχα.

Δεύτερον: Το Πάσχα: Εν σελίδι 14 του βιβλίου σου γράφεις δια το Πάσχα: «Οι Θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν το Πάσχα, κατ’ έμπνευσιν του Παναγίου Πνεύματος, ίνα κυμαίνεται από 22 Μαρτίου μέχρι 25 Απριλίου». Ή αγνοείς τα πράγματα ή τα διαστρέφεις εν γνώσει σου!

Εις πρακτικά της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ουδαμού μνημονεύεται η ημερομηνία αύτη που γράφεις συ, αλλά 4 σταθερά, ως είπον και προηγουμένως, τα οποία αναφέρει το Πηδάλιον: Πρώτον: ισημερία. Δεύτερον: Πανσέληνος. Τρίτον: Νομικόν Πάσχα. Και τέταρτον: Ημέρα Κυριακή. Και επί λέξει: «Τέσσαρα τινα αναγκαία ζητούνται δια το ιδικόν μας Πάσχα. Πρώτον, ότι το Πάσχα πρέπει να γίνεται πάντοτε ύστερα από την ισημερίαν της ανοίξεως. Δεύτερον, ότι δεν πρέπει να γίνεται εις την αυτήν ημέραν με το Νομικόν Πάσχα (τα οποία ταύτα και τα δύο διορίζονται από τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα). Τρίτον, να μη γίνεται απλώς και αορίστως ύστερα από την εαρινήν ισημερίαν, αλλά ύστερα από την πρώτην πανσέληνον, όπου τύχη μετά την ισημερίαν. Και τέταρτον, να γίνεται την πρώτην Κυριακήν ύστερα από την πανσέληνον. (Ταύτα τα δύο εκ παραδόσεως έχομεν και όχι από Κανόνα)». Πηδάλιον σελ. 9-10.

Βλέπεις, ποία είναι τα «αναγκαία», ως ονομάζεις αυτά, χρονικά σημάδια, τα «απαραίτητα», δια τον εορτασμόν του Πάσχα; Διατί λοιπόν συ θέτεις ένα μόνον όρον, την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου που πρέπει να κυμαίνεται το Πάσχα; Διαστρέφεις το κείμενον του Πηδαλίου, αφού ουδόλως αναφέρεται ως αναγκαίον στοιχείον του υπολογισμού του Πάσχα η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, αλλά τα τέσσαρα «χρονόμετρα» που αναφέρθησαν: Εαρινή Ισημερία, Πρώτη Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή.

Μαντεύω την απορίαν σου: Η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου που κυμαίνεται το Πάσχα με το Παλαιόν Ημερολόγιον ουδόλως θα ληθφή υπ’ όψιν; Πως αναγράφεται αύτη εις το τέλος των Ευαγγελίων της Εκκλησίας και βάσει αυτών κανονίζονται τα Ευαγγελικά και Αποστολικά αναγνώσματα όλου του έτους;

Αγαπητέ μου, η ημερομηνία αύτη έχει την θέσιν της, όχι όμως εκείνην που της δίδεις συ. Η ημερομηνία 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου δεν είναι μοναδική χρονολογία υπολογισμού του Πάσχα, ως την παρουσιάζεις συ, αλλά Πέμπτη κατά σειράν και συμπτωματική, διότι κανονίζεται από τα τέσσερα «αναγκαία» στοιχεία: Εαρινή ισημερία. Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή. Συνέπεσε δηλαδή, κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδον, η εαρινή ισημερία να είναι την 21ην Μαρτίου και το Πάσχα των Εβραίων να κυμαίνεται μέχρι 20 Απριλίου, ωρίσθη το Πάσχα μας την 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου. Εάν όμως αύριον οι Εβραίοι διορθώσουν το ημερολόγιόν των κατά 13 ημέρας και ούτω το Πάσχα των γίνη ενωρίτερον του σημερινού, τότε προκειμένου να τηρηθή ένα από τα 2 απαραίτητα σημεία του 7ου Αποστολικού Κανόνος (ο ορισμός δηλαδή του Πάσχα μας μετά το Πάσχα των Εβραίων) θα πρέπει να αγνοήσωμεν την ημερομηνίαν του παλαιού 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου και να μεταφέρωμεν το Πάσχα μας ενωρίτερον. Αν θελήσωμεν να εμμείνωμεν εις την ημερομηνίαν του Παλαιού Ημερολογίου 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, θα παραβώμεν τον 7ον Αποστολικόν Κανόνα, διότι η Εκκλησία μας ανέκαθεν την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων εώρταζε το ιδικόν μας Πάσχα. Θα παραβώμεν την ιστορικήν αλήθειαν, καθόσον ευθύς μετά το Πάσχα ο Κύριος ανέστη. Τούτο εξάγεται και εκ του Πηδαλίου το οποίον, ως είπομεν και ανωτέρω, λέγει τα εξής: «Το να κάμη τις το Πάσχα μετά την 21ην Μαρτίου ως κάμνουν οι Γραικοί ή μετά την 11ην Μαρτίου, ως κάμνουν οι Λατίνοι δεν είναι έγκλημα… Ασυγχώρητον είναι το σχίσμα καθ’ ο εορτάζουν οι Λατίνοι μετά των Ιουδαίων ή προ αυτών». Ως βλέπεις  η ημερομηνία της 21ης Μαρτίου δια την εορτήν του Πάσχα δεν έχει σημασίαν, αλλά μόνον το μετά Ιουδαίων ή προ αυτών εορτάζειν το Πάσχα. Βλέπεις λοιπόν, τι διώρισαν οι Άγιοι Πατέρες μας ως χρονολογικά σημεία του εορτασμού του Πάσχα; Έθεσαν εαρινήν ισημερίαν, πρώτην πανσέληνον, Πάσχα Εβραίων και Κυριακήν, και όχι ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου, ως νομίζεις συ. Ιδού η πρώτη πλάνη σου. Αγνοείς τα τέσσερα αναγκαία σημεία, τα βασικά του Πάσχα: Εαρινή ισημερία, Πανσέληνος, Πάσχα Εβραίων και Κυριακή και αναφέρεις πέμπτον και συμπτωματικόν ως μοναδικόν όρον: 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου!

Η πλάνη σου αύτη προέρχεται από άλλην άγνοιαν. Νομίζεις ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά και ευρίσκεις ως σταθεράν βάσιν του υπολογισμού του Πάσχα την ημερομηνίαν 22 Μαρτίου – 25 Απριλίου. Δια τούτο γράφεις εν σελίδι 14: «Οι Πατέρες είχον πλήρην επίγνωσιν ότι η ισημερία δεν είναι σταθερά… Οι θείοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην Μαρτίου…». Ουδέποτε περίμενα από Θεολόγον να λέγη τόσον αμαθή πράγματα! Η ισημερία, αγαπητέ μου, είναι σταθερά. Δι’ αυτό το Πηδάλιον την ονομάζει «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού». Ιδέ σελίδα 10. Μεταβλητή είναι η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, διότι αύτη εις την εποχήν των Αποστόλων ήτο 22α Δρύστου, του Μαρτίου, κατά δε την εποχήν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου την 21ην Μαρτίου, και σήμερον την 8ην Μαρτίου με το παλαιόν. Τούτο αναφέρει το Πηδάλιον εις σελίδα 10. Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η εαρινή ισημερία και άλλο η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας. Το πρώτον, η εαρινή ισημερία, είναι σταθερόν και ως τοιούτον είναι «διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», το δε δεύτερον, η ημερομηνία της εαρινής ισημερίας, είναι μεταβλητόν και μετέπεσεν από 23 Μαρτίου μέχρι 8 Μαΐου. Και έπειτα γράφεις: « Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν εις την 21ην μηνός Μαρτίου». Καλέ μου άνθρωπε: Οι Πατέρες κατεβίβασαν την ισημερίαν; Η ισημερία είναι σταθερά. Η ημερομηνία της κυμαίνεται. Χώρισε τα πράγματα αυτά εις το μυαλό σου και μη εντροπιάζεις το όνομα του Θεολόγου. Άλλο πράγμα είναι η ισημερία, η οποία ως σταθερά και πάλιν λέγω, κατά το Πηδάλιον, σελίς 10, είναι «μέτρον διαιρετικόν του τελείου ενιαυτού», άλλο δε η ημερομηνία της ισημερίας, ήτις κυμαίνεται.

Μετά τας δύο αυτάς πλάνας σου γύρω από το Πάσχα έρχεται και τρίτη πλάνη σου. Εν σελίδι 15 γράφεις: «Τους Λατίνους ελέγχει ο θείος Χρυσόστομος ως σχισματικούς και ομολογεί ότι οι Θεόπνευστοι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ώρισαν ως ημέραν ισημερίας την 21ην Μαρτίου». Τόσον ανιστόρητος είσαι; Ο Χρυσόστομος έζησεν τον 4ον αιώνα. Πως είναι δυνατόν να ελέγχη ο Θείος αυτός Πατήρ το Γρηγοριανόν Ημερολόγιον, το οποίον έγινε έπειτα από 1100 χρόνια; Αναφέρει βέβαια το Πηδάλιον κάτι επ’ αυτού. Τούτο όμως έχει ανάγκην διασαφήσεως. Δεν έπρεπε συ ως Θεολόγος να ανατρέξης εις την πηγήν, το ίδιον κείμενον του Ιερού Χρυσοστόμου, και να ίδης, τι ακριβώς λέγει ο Άγιος Πατήρ, δια να εννοήσης την συμπεπυκνωμένην αυτήν σημασία του εν τω Πηδαλίω;

Άκουσε λοιπόν να μάθης τι λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος επ’ αυτού.

Επί της εποχής του Χρυσοστόμου έζων Χριστιανοί τινες, οι οποίοι, ακολουθούντες παλαιάν παράδοσιν του Αγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, στηριζόμενοι και εις το του Αποστόλου Παύλου «Και γαρ το Πάσχα ημών υπέρ ημών ετύθη Χριστός» Α’ Κορινθ. 5, 7, εώρταζον το Πάσχα κατά την 14ην του μηνός Νισάν, Μαρτίου, ότε ο Κύριος εσταυρώθη. Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να τελήται το Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων, διότι μετά το Πάσχα των Εβραίων ανέστη ο Κύριος. Ούτω οι Χριστιανοί οι εορτάζοντες το Πάσχα κατά την 14ην του Μαρτίου τεσσαρεσκαιδεκατίται ονομαζόμενοι (Στεφανίδης Ιστορία 1, 101), εώρταζον μετά των Ιουδαίων και είχον Πάσχα σταυρώσιμον. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε να γίνεται Πάσχα αναστάσιμον, την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Ο Ιερός  αυτός Πατήρ θέλει να απομακρύνη τους Χριστιανούς από το σταυρώσιμον Πάσχα και να τους οδηγήση εις το αναστάσιμον Πάσχα. Εκείνοι επιμένουν και εορτάζουν Χριστιανικόν Πάσχα συγχρόνως με τους Εβραίους και ο Ιερός Πατήρ τους ελέγχει. Και ιδού τι λέγει: «Ιδού γουν κατά τον παρόντα ενιαυτόν η πρώτη των αζύμων εις Κυριακήν ημέραν εμπίπτει και η ανάγκη πάσαν νηστεύσαι την εβδομάδα….» (Τομ. ΙΙ, 398. BAREILLE).

Εκείνοι όμως δεν ήθελον και έλεγον: «Τοσούτον ενήστευσα χρόνον και νυν μεταθήσομαι;» Ενήστευσα τόσην τεσσαρακοστήν και να μεταθέσω τώρα την εορτήν του Πάσχα; Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ώρισε το Πάσχα ημέραν Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Τότε ο Πατήρ τους ελέγχει: «Ει γαρ εσφάλλετο η Εκκλησία ου τοσούτον κατόρθωμα από της των χρόνων ακριβείας ην, όσον το έγκλημα από της διαιρέσεως και του σχίσματος». Επομένως ο Άγιος Πατήρ καταφέρεται κατά των Παλαιοημερολογιτών της εποχής του, διότι δεν θέλουν να τηρήσουν τον κανών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου περί του εορτασμού του Πάσχα την πρώτην Κυριακήν μετά το Πάσχα των Εβραίων. Δια τον αυτόν περίπου λόγον λαμβάνει και το Πηδάλιον τον λόγιον του Αγίου Πατρός και καταφέρεται κατά των Δυτικών, διότι εορτάζουν το Πάσχα ούτοι προ των Ιουδαίων ή μαζί με αυτούς παρά τον Κανόνα και ούτοι της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Ουδαμού ο Ιερός Πατήρ αναφέρει ότι οι Πατέρες ώρισαν 21ην Μαρτίου την ισημερίαν. Δεν κάμνει λόγον ο Ιερός Πατήρ περί ημερομηνίας, αλλά περί εορτασμού του Πάσχα μας, μετά Πάσχα των Εβραίων εν ημέρα Κυριακή.

Πόσο λοιπόν πλανάσαι!

Τέταρτη πλάνη σου γύρω από το Πάσχα. Γράφεις εν σελίδι 39 κεφ. 51ον:  «Η κατά 13 ημέρας προώθησις του ημερολογίου φέρει την εορτήν του Αγίου Γεωργίου, ούτινος η ασματική ακολουθία είναι συνυφασμένη με χαρμόσυνα τροπάρια της Αναστάσεως του Κυρίου προ του Πάσχα, οπότε η προκύπτουσα αταξία εις την Εκκλησιαστικήν διάταξιν φθάνει εις ανίερον κωμικοποίησιν της θρησκευτικής πίστεως, προς παράκαμψιν της οποίας η σχισματική Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει την εορτήν ταύτην εις άλλην ημέραν μετά το Πάσχα, αλλ’ όμως αυθαιρέτως και αντικανονικώς. Σημειωτέον ότι η εορτή αύτη του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν Ημερολόγιον συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα».

Εδώ συλλαμβάνεσαι επ’ αυτοφώρω ψευδόμενος ασυστόλως. Γράφεις, ότι η εορτή του Αγίου Γεωργίου κατά το Παλαιόν ημερολόγιον «συμπίπτει πάντοτε με το Πάσχα σπανιώτατα δε και κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα»

Καλέ μου άνθρωπε! Αφού η εορτή του Πάσχα φθάνει το βραδύτερον την 25ην Απριλίου, ως γράφεις ο ίδιος εν σελίδι 25, και η εορτή του Αγίου Γεωργίου είναι 23 Απριλίου, δεν θα συμβή με το παλαιόν ημερολόγιον να συμπέση η εορτή του Αγ. Γεωργίου την Μ. Παρασκευήν, αν το Πάσχα φθάση το έσχατον όριον της 25ης Απριλίου, ή το Μέγα Σάββατον, αν το Πάσχα γίνη την 24ην Απριλίου; Όταν λοιπόν κατά το παλαιόν ημερολόγιον το Πάσχα έλθη τόσον αργά, 24 ή 25 Απριλίου, και η εορτή του Αγ. Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή το Μ. Σάββατον, τι θα κάμητε; Θα εορτάσητε την εορτήν του Αγίου Γεωργίου Μ. Παρασκευήν ή Μέγα Σάββατον; Δεν θα την μεταθέσητε και σεις την Δευτέραν του Πάσχα; « Η Εκκλησία της Ελλάδος μεταθέτει αυτήν», γράφεις, «όλως αυθαιρέτως και αντικανονικώς». Η ιδική σας μετάθεσις δεν είναι αυθαίρετος και αντικανονική;

Συνεχίζων τας ανοησίας σου λέγεις, ότι «όταν η εορτή του Αγ. Γεωργίου συμπέση προ του Πάσχα (1926-1936 κ.λ.π) έπρεπε να κάμωμεν προηγιασμένην Λειτουργίαν και να μη μεταθέσωμεν αυτήν την Δευτέραν του Πάσχα, διότι ουδείς έχει το δικαίωμα της τοιαύτης μεταθέσεως». Σεις όμως, όταν συμπέση η 23 Απριλίου, εορτή Αγίου Γεωργίου, το Μέγα Σάββατον, διατί την μεταθέτετε; Σεις έχετε το δικαίωμα μεταθέσεως, ημείς δεν έχομεν; Δι’ ημάς η μετάθεσις είναι αντικανονική, ανίερος κωμικοποίησις! Δια σας δεν είναι; Το ίδιον τυπικόν της Εκκλησίας διατάσσει την μετάθεσιν ταύτην! Διάβασέ το καλά!

Ναι, λέγεις, «Το Πάσχα τηρείται υπό των Νεοημερολογιτών  σύμφωνα με τα ορισθέντα 4 αναγκαία σημεία που ώρισε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος.

Η προώθησις όμως 13 ημερών του μηνολογίου ετάραξε τον κύκλον των ακινήτων εορτών (Χριστούγεννα και τας εξ αυτών εξαρτωμένας χρονικώς εορτάς) και εορτάζομεν αυτάς εις ημέρας διαφορετικάς εκείνων τας οποίας ώρισεν ο Θεός»!!! Πρέπει λοιπόν να ίδωμεν βάσει της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, αν αι εορταί αυταί, δηλ. των Χριστουγέννων και αι εξ αυτών εξαρτώμεναι εορταί, είναι υπό του Θεού ωρισμένοι χρονικώς ή ο καθορισμός των έχει άλλην πηγήν.

 

Γ’. ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΠΡΟΣ ΑΥΤΑ ΑΚΙΝΗΤΟΙ ΕΟΡΤΑΙ

            Φροντίζεις να αποδείξης τον ακριβή χρόνον των εορτών των Χριστουγέννων, Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Γεννήσεως του Προδρόμου, Υπαπαντής του Σωτήρος και Περιτομής εκ της εμφανίσεως του Αρχαγγέλου εις τον Ζαχαρίαν, τον πατέρα του Προδρόμου, κατά την 23ην Σεπτεμβρίου. Και γράφεις:

«Εις το κατά Λουκάν Ευαγγέλιον Α’ 8-24: «Εγένετο δεν εν τω ιερατεύειν αυτόν (τον Ζαχαρίαν) εν τη τάξει της εφημερίας αυτού έναντι του Θεού κατά το έθος της ιερατίας έλαχε του θυμιάσαι, εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου…» Αι ημέραι αύται, καθ’ ας έλαχεν ο Ζαχαρίας να ιερατεύη και είδε τον Γαβριήλ, είναι αι ημέραι της εορτής της Σκηνοπηγίας κατά την παράδοσιν. (Όρα μηνολόγιον μεγάλου Ωρολογίου 23 Σεπτεμβρίου και Χρυσοστόμου: Λόγος εις το γενέθλιον του Σωτήρος, Γαλανού β’ σελίδα 917-925). Ότε λοιπόν ετελείωσεν η εορτή της Σκηνομηγίας, δηλαδή κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, εγένετο η σύλληψις του τιμίου Προδρόμου κατά την 23ην Σεπτεμβρίου, κανονισθείσα όντως υπ’ αυτού του Θεού δι’ αγγελικής οπτασίας. Η 23η λοιπόν Σεπτεμβρίου είναι η εορτή της συλλήψεως  του Αγίου Προδρόμου ορισθείσα από αυτόν τον Θεόν». (Κεφ. 8ον σελίς 19-20). Αφού δηλαδή η εμφάνισις του Αγγέλου έγινε κατά την 23ην Σεπτεμβρίου,  «τω έκτω μηνί» (Λουκ. Ι, 26) εφάνη ο Αρχάγγελος εις την Θεοτόκον, άρα έχομεν τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου την 25ην Μαρτίου. Κατά συνέπειαν μετά 9 μήνας θα έχωμεν την Γέννησιν του Σωτήρος, ήτοι την 25ην Δεκεμβρίου και την Υπαπαντήν του Σωτήρος την 2αν Φεβρουαρίου, την Γέννησιν του Προδρόμου 23 Ιουνίου».

Ερωτάται όμως: Είναι ακριβής ο χρονικός προσδιορισμός δια την εμφάνισιν του Αγγέλου εις τον Πατέρα του Προδρόμου την 23ην Σεπτεμβρίου; Κάμνεις χρήσιν της Γραφής, της Παραδόσεως και κυρίως του Ιερού Χρυσοστόμου. Εις αυτά θα στηριχθώ και εγώ.

Εν πρώτοις ο ιερός Χρυσόστομος δεν ορίζει ημέραν του μηνός, ημερομηνίαν, ως κάμετε σεις, αλλά μήνα Σεπτέμβριον εις την σχετικήν ομιλίαν του περί του Ευαγγελισμού του Ζαχαρίου. Πλην αυτού: Ο Ιερός Χρυσόστομος  ομιλεί περί του Ζαχαρίου του πατρός του Ιωάννου (εν σελ. ΙΙΙ, 6000 BAREILLE), ότι ήτο Αρχιερεύς και ως τοιούτος εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Τιμώμεν και σεβόμεθα απολύτως τον Άγιον Πατέρα. Η γνώμη ούτως αύτη δεν φαίνεται να έχη ισχυρά στηρίγματα.

Ας ίδωμεν τι περί του θματος ούτου μαρτυρεί η Γραφή και οι Πατέρες.

Και πρώτον η Αγία Γραφή:

Εις τα Άγια των Αγίων εισήρχετο ο Αρχιερεύς άπαξ του έτους κατά τον έβδομον μήνα. Ο Ζαχαρίας όμως δεν ήτο Αρχιερεύς, αλλά ιερεύς. Μας το λέγει ρητώς ο Λουκάς: «εν ταις ημέραις Ηρώδου του βασιλέως της Ιουδαίας, Ιερεύς τις ονόματι Ζαχαρίας εξ εφημερίας Αβιά» Λουκ. 1, 5. Βλέπεις ο Ζαχαρίας ονομάζεται Ιερεύς. Εκτός της ρητής αυτής δηλώσεως, ότι ο Ζαχαρίας ούτος ήτο Ιερεύς, ανήκεν εις την εφημερίαν Αβιά, Λουκ. 1, 5, 8, γνωρίζομεν ότι η εφημερία Αβιά είναι ιερατική τάξις του Αβιά, ήτις κατά το Α’ Παραλ. ΚΔ, 10 ήτο όγδοη εν τη ιερατική τάξει. Πως λοιπόν ο ιερεύς Ζαχαρίας έγινε Αρχιερεύς, ώστε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων, δεν δυνάμεθα να το εννοήσωμεν.

Αλλ’ έστω. Ας δεχθώμεν, ότι η αναγγελία της γεννήσεως του Προδρόμου εις τον πατέρα του Ζαχαρίαν, έγινε τον έβδομον μήνα και ο ιερεύς Ζαχαρίας ήτο Αρχιερεύς! Πως θα ορισθή βάσει του υπολογισμού αυτού η 23η Σεπτεμβρίου ως ημέρα εμφανίσεως του Αγγέλου προς τον Ζαχαρίαν; Πως δηλαδή θα προσαρμοσθή το Ιουλιανόν ημερολόγιον, που ακολουθούμεν σήμερον και το οποίον ήρχισε το έτος 45 π.Χ., με το Εβραϊκόν ημερολόγιον το οποίον είχε σεληνιακούς μήνας και ηλιακά έτη; Είναι γνωστόν, ότι έκαστον ηλιακόν έτος έχει δώδεκα σεληνιακούς μήνας και 11 ημέρας. Προς συμπλήρωσιν λοιπόν  των 11 ημερών ανά 2 ή 3 έτη οι Εβραίοι προσέθετον ένα σεληνιακόν μήνα και είχον έτος με 13 μήνας. Ο 13ος μήνας ωνομάζετο ΒΕ – Αδάρ, δεύτερος Αδάρ. Ούτω τα έτη των Εβραίων διέφερον κατά 11 ημέρας το πρώτον του δευτέρου και κατά 20 ημέρας το πρώτον του τρίτου. Ανά 2 ή 3 έτη προσέθετον ένα ολόκληρον μήνα. Εκείνο δηλαδή το οποίον κάμνομεν ημείς με το Ιουλιανόν Ημερολόγιον προσθέσαντες 13 ημέρας έπειτα από 1600 περίπου έτη, το έκαμον οι Εβραίοι προσθέτοντες ένα μήνα ανά δύο ή τρία έτη. Μέσα λοιπόν εις αύτην την ανωμαλίαν σεληνιακών μηνών και ηλιακού έτους παρ’ Εβραίοις, πως είναι δυνατόν να ευρεθή, βάσει του υπολογισμού, ώστε να συμπέση, η ημέρα του εξιλασμού παρ’ Εβραίοις με την 23ην Σεπτεμβρίου με το Ιουλιανόν ημερολόγιον; Είναι αδύνατον! Τούτο καταφαίνεται και από τους πατέρας της Εκκλησίας και από αυτόν τον Ιερόν Χρυσόστομον, οι οποίοι ηγνοούν την ημέραν της Γεννήσεως του Χριστού! Και ιδού:

Δεύτερον. Η παράδοσις των Πατέρων

Α’. Εν Ιερουσαλήμ: Ο ασκητής Κοσμάς Ινδικοπλεύστης ζήσας το 500-550 μ.Χ. γράφει εν Ε’ Χριστιανική τοπογραφία (Ε.Π. 88, 9-477): «Οι Ιεροσολυμίται τοις Επιφανίοις ποιούσιν την Γένναν». Οι Χριστιανοί δηλαδή των Ιεροσολύμων κατά τα Επιφάνια, ήτοι την 6ην Ιανουαρίου, εώρταζον την Γέννησιν του Χριστού. «Εκ στοχασμού πιθανού ουκ ακριβώς δε ποιούσι τοις Επιφανίοις». Εώρταζον, λέγει ο ίδιος, τα Επιφάνεια την 6ην Ιανουαρίου όχι από εξηκριβωμένα ιστορικά δεδομένα, αλλά από πιθανότητας. (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Το ίδιον συμβαίνει και δια την εορτήν των Χριστουγέννων, την οποίαν συνεώρταζον μετά των Θεοφανείων. Δεν είχον δηλαδή ιστορικάς μαρτυρίας ούτε περί της ημερομηνίας της Γεννήσεως του Χριστού. Η μετά της εορτής των Επιφανείων σύνδεσις  της Γεννήσεως του Χριστού καταφαίνεται και εκ τούτου, ότι εν τη Εκκλησία των Ιεροσολύμων η σχετική Θεία Λειτουργία ετελείτο εν τω Σπηλαίω της Βηθλεέμ» (MIGNE 64,  44) (Στεφανίδου Τ.Α. 104). Ιδού μαρτυρία του Αγίου αυτού ασκητού μαρτυρούντος, ότι ηγνόουν οι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ την εορτήν των Χριστουγέννων, ως ιδιαιτέραν εορτήν.

Β’. Εν Αιγύπτω: Ο Μοναχός Ιωάννης Κασσιανός 365 μ.Χ. ιδρυτής πολλών Μονών εν Σικελία εν COLLATIONES PATRUM «διαλέξεις Πατέρων» Χ 2, γράφει: INRA AEGYPTI REGIONEM MOS ISTE ANTIQUA TRADITIONE SERVATUR, UT PERACTO EPIPHANIORUM DIE, QUAM PROVINCIAE ISTIUS SACERDOTES VEL DOMINICI BAPTISMI VEL SECUNDUM CARNEM NATIVITATIS ESSE DEFINIUNT, ET IDCIRCO UTRIYSQUE SACRAMENTI SOLEMNITATEM NON BIFARIE, UT IN OCCIDIUS PROVINCIIS SED SUB UNA HUIUS DIEI FESTIVITATE CONCELEBRANT (REAL ENCYKLOPADIE τομ. 16ος σελίς 690).

«Εν τη χώρα δηλ. της Αιγύπτου η αρχαία αύτη συνήθεια επεκράτησε, όπως κατά την ημέραν της τελετής των Θεοφανείων, ην της επαρχίας ταύτης οι ιερείς ορίζουν είτε ως ημέραν βαπτίσεως του Κυρίου είτε ως ημέραν γεννήσεως Αυτού και ούτω εκατέρας την ιεράν επισημότητα ουχί διττώς (εις δύο διαφόρους ημέρας ως εις τας επαρχίας της Δύσεως γίνεται), αλλά εν μια ημέρα δι’ εορτής πανηγυρίζουν». Επομένως και εν Αιγύπτω τα Χριστούγεννα εωρτάζοντο το 365 μ.Χ. κατά την εορτήν των Θεοφανείων!

Γ’. Εν Αλεξανδρεία: Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς Στρωμ. Α’ κεφαλ. κα’, γράφει, ότι άλλοι μεν την κε’ του μηνός Παχών (20 Μαΐου), άλλοι δε την κδ’, ή κε’ του Φαρμουθί (19 ή 20 Απριλίου) ετοποθέτουν την Γέννησιν του Χριστού. (Εκκλησ. Ιστορία Κοντογόνου σελίς 32-33).

Δ’ Εν Κύπρω: Ο Άγιος Επιφάνιος αρχάς του 3ου αιώνος γράφει εις το κατά αιρέσεων ΝΑ, 29: «Ημέρα Επιφανίων, ότε εγεννήθη εν σαρκί ο Κύριος» (Ε.Π. τομ. 41-43). (Κοντογόνου Εκκλησιαστική Ιστορία σελίς 621). Επομένως και εν Κύπρω η Γέννησις του Χριστού εωρτάζετο την ημέραν των Θεοφανείων, την 6ην Ιανουαρίου.

Ε’. Εν Κωνσταντινοπόλει: Μη υπαρχούσης έτι εορτής ιδίας Χριστουγέννων, την 6ην Ιανουαρίου εορτήν των Θεοφανείων εωρτάζετο η Γέννησις του Σωτήρος», γράφει ο Μπαλάνος εν τη Πατρολογία του σελίς 312 εις τον βίον του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, όστις πρώτος εισήγαγε την ιδιαιτέραν εορτήν των Χριστουγέννων την 25ην Δεκεμβρίου το 379 μ.Χ. (Ε.Π. 36, 312-356).

ΣΤ’. Εν Αντιοχεία: Η εορτή των Χριστουγέννων εισήχθη την 25ην Δεκεμβρίου του έτους 386 μ.Χ. υπό του Χρυσοστόμου. Ο ίδιος Πατήρ γράφει: «Την Γενέθλιον ημέραν του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού άδηλον μεν έτι ούσαν, προ δε ολίγων ετών γνωρισθείσαν των από της Δύσεως ελθόντων και αναγγειλάντων, ούπω δέκατον έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα γεγένηται». (BAREILLE τόμ. 3ος, 592).

Επομένως Αίγυπτος, Αλεξάνδρεια, Παλαιστίνη, Βυζάντιον, Αντιόχεια επί 300 και πλέον έτη ηγνόουν την ημέραν του Δεκεμβρίου ως ημέραν εορτής των Χριστουγέννων· ούτε ο Άγιος Κοσμάς, ούτε ο Άγιος Επιφάνιος, ούτε ο Άγιος Χρυσόστομος εγνώριζον προηγουμένως αυτήν. Μόνον εν Ρώμη ήτο γνωστή ως ημέρα εορτής των Χριστουγέννων η ημέρα αύτη, 25η Δεκεμβρίου.

Ο Ιερώνυμος (345 μ.Χ.) γράφει:

«EPIPHANIORUM DIES NON, UT CUIDAM PUTAI, NATALIS IN CARNE, TUNC ENIM AL CONDITUS EST ET NON APPARUIT».

«Η ημέρα των Θεοφανείων δεν είναι ως νομίζουν τινές, η κατά σάρκα γέννησις (του Κυρίου), διότι τότε (κατά την γέννησιν) κεκρυμμένος ήτο και ουχί φανερός» (Κοντογόνου, Εκκλησιαστική Ιστορία 621). Εδώ ο Ιερώνυμος χωρίζει Χριστούγεννα και Θεοφάνεια. Αλλά και εκεί, εν Ρώμη, δεν εωρτάζετο η γέννησις του Κυρίου προ του 334-357 μ.Χ. Προ της χρονολογίας ταύτης δεν απαντά ουδεμία εορτή των Χριστουγέννων. Και αυτή η εορτή των Θεοφανείων εισήχθη το 300 μ.Χ. δια λόγους πολεμικούς – δογματικούς. (Ιδέ Στεφανίδου Ιστορίαν Τ. Α’ 104).

Συμπέρασμα: Τριακόσια χρόνια από του Χριστού μέχρι του Χρυσοστόμου, Γρηγορίου, Επιφανίου, ουδαμού φαίνεται η εορτή των Χριστουγέννων! Λέγεις, ότι αι εορταί Χριστούγεννα και λοιπαί έχουν ορισθή υπό του Θεού. Εάν η Γέννησις του Χριστού είχεν ορισθή υπό του Θεού, θα ήτο γνωστή εις την αρχαίαν Εκκλησίαν. Διατί προ του 300 μ.Χ. ουδαμού αναφαίνεται ως ιδιαιτέρα εορτή αγομένη την 25ην Δεκεμβρίου; Διατί μέχρι το 300 μ.Χ. την εώρταζον οι Χριστιανοί της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου, της Κύπρου την 6ην Ιανουαρίου κατά τα Θεοφάνεια;

Εάν η 25ην Δεκεμβρίου ήτο έκπαλαι γνωστή ως ημέρα Γεννήσεως το Χριστού και είχεν ορισθή υπό του Θεού, διατί ο Ιερός Χρυσόστομος να ομιλή περί εορτής νέας, ήτις εισήχθη μόλις προ δεκαετίας;

Και τώρα σε ερωτώ: Ποίος γνωρίζει καλλίτερα την εορτήν των Χριστουγέννων, συ που την ορίζεις εις την 25ην Δεκεμβρίου ακριβώς ή η αρχαία Εκκλησία η οποία την ηγνόει επί 300 έτη; Είσαι ανώτερος συ του Αγίου Επιφανίου, Επισκόπου Κύπρου, του ασκητού Κοσμά Ινδικοπλεύστου, του περιφήμου Μοναχού Κασσιανού, οι οποίοι μαρτυρούν, ότι αι Εκκλησίαι Κύπρου, Αιγύπτου, Παλαιστίνης, εόρταζον την 6ην Ιανουαρίου;

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ  ΣΕΡΑΦΕΙΜ:

ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΝ ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ

 ο άκριτος ζηλωτισμός και ο ψυχοφθόρος οικουμενισμός αποτελούν όψεις του αυτού νομίσματος της πλάνης

Ελληνική Δημοκρατία Ιερά Μητρόπολις Περαιώς
Ακτή Θεμιστοκλέους 190 18539 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ
Τηλ. Κέντρο 2104514833 FAX 210 4518476 Αριθμ. Πρωτ. 693

Εν Πειραιεί τη 2α Ιουνίου 2009
Ελλογιμώταταν Κυριον Γεώργιον Ζερβόν, Διευθυντήν Εφημερίδος «Ορθόδοξος Τύπος». Εις ΑΘΗΝΑΣ

Ελλογιμώτατε κ. Διευθυντά,


Εις την υμετέραν έγκριτον εβδομαδιαία Εφημερίδα της ΠΟΕ «Ορθόδοξος Τύπος», τ. 1784/ 22.5.2009. Έτος Μθ’ εν σελίδι 6, εδημοσιεύθησαν δύο επιστολαί του φερομένου ως Αρχιεπίσκοπου Αθηνών των Γ.Ο.Χ. κ. Χρυσοστόμου, όσον και του φερομένου ως Μητροπολίτου Γ.Ο.Χ. Αττικής και Διαυλείας κ.Ακακίου, διά των οποίων διαμαρτύρονται δια την δημοσίευσιν εις το υμέτερον έντυπον του από 26/2/2009 ημετέρου Δελτίου Τύπου αναφερομένου εις την δραστηριοποίησιν εντός της ημετέρας Μητροπολιτικής Περιφερείας ομίλων αυτοπροσδιοριζομένων ως Γ.Ο.Χ. Επτραπήτω μοι, όπως εις απάντησιν των υμετέρων επιστολογράφων παρατηρήσω τα κάτωθι:

1. Η Ιστορική Εκκλησία του Χριστού Ορθόδοξος, Αδιαίρετος, Καθολική, όπως ανέφερον ήδη εις τα δημοσιευθέν Δελτίον Τύπου, αποτελεί εν σώμα με μόνην κεφαλήν τον Δομήτορα Αυτής Κύριον Ιησούν Χριστόν, όστις συνέστησε ταύτην δια της αποστολής του εκ του Πατρός εκπορευομένου Παναγίου Πνεύματος την ημέραν της Πεντηκοστής και διεκήρυξεν ότι πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής. Κατά ταύτα είναι μεν δυνατόν να δημιουργήση ελευθέρως ο άνθρωπος δραστηριότητας επαγγελματικής υφής ή και πνευματικής ενασχολήσεως αλλά δεν δύναται ουδείς να συστήση αυτογνωμόνως Εκκλησίαν Χριστού και σώμα Αυτού. Δια τον λόγον αυτόν αναδιφώντες την μακραίωνα Εκκλησιαστικήν ιστορίαν διακριβώνομεν ότι οι Άγιοι θεοφόροι Πατέρες παλαίσαντες με τους ποικιλώνυμους εσωτερικούς εχθρούς της Εκκλησίας, τους αιρεσιάρχας Πατριάρχας ως οι Μακεδόνιος, Νεστόριος και Ιωάννης Βέκκος Κων/πόλεως, Διόσκορος Αλεξανδρείας, Σεβήρος Αντιοχείας, πρεσβυτέρους ως ο Αρειος και ο Ευτυχής, ουδέποτε διενοήθησαν επί παραδείγματι ο Μέγας Αθανάσιος ή ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός να συστήσουν ιδίας εκκλησίας με ιδίας συνόδους αλλά παρέμειναν εντός του σώματος της Εκκλησίας διακόπτοντες το μνημόσυνσν και την κοινωνίαν μετά των αιρεσιαρχών, αγωνιζόμενοι σθεναρώς δια την επκράτησιν της ορθοδόξου αληθείας εν τω σώματι της Εκκλησίας. Εν τη περιπτώσει των αυτοτιτλοφορουμένων ως Γ.Ο.Χ. προφάσει ευσέβειας και ένεκεν ζήλου ου κατ’ επίγνωσιν, ανηγορεύθη η ημερολογιακή διόρθωσις του Ιουλιανού ημερολογίου, κατά δέκα τρεις (13) ημέρας ούτως ώστε να συμπίπτει η εαρινή Ισημερία του ημερολογίου με την εαρινήν Ισημερίαν της κτίσεως, γεγονός, που δεν σημαίνει ότι προσέλαβεν η Εκκλησία το Γρηγοριανόν λεγόμενον ημερολόγιον διότι τότε θα είχεν εν χρήσει και το Πασχάλιόν του και θα συνεόρταζε το Πάσχα μετά των Δυτικών, ως δήθεν έκπτωσις και αποστασία ολοκλήρου του σώματος της Εκκλησίας των Πρεσβυγενών πατριαρχείων, των αυτοκέφαλων Εκκλησιών, ακόμη και εκείνων, που διατηρούν εις λειτουργικήν χρήσιν το μη διορθωθέν Ιουλιανόν ημερολόγιον με τραγικόν αποτέλεσμα να αποστούν του σώματος της Εκκλησίας και να εκπέσουν εις τον χώρον του περιπαίγματος του αλάστορος εχθρού.

2. Δεν τυγχάνει ακριβές ότι το σώμα της Εκκλησίας δια Πανορθοδόξου Συνόδου έχει αποδεχθή ότι οι εν αιρέσει τελούντες Αντιχαλκηδόνιοι Μονοφυσίται και Ρωμαιοκαθολικοί, κέκτηνται κανονικήν και έγκυρον μυστηριακήν ζωήν. Αντιθέτως η Εκκλησία πρεσβεύει αδιαπτώτως ότι εκτός του σώματος αυτής δεν υφίσταται και δεν λειτουργεί η ζωοποιός χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Τυχόν προσωπικαί γνώμαι ασταθών περί την δογματική αλήθειαν Κληρικών ή λαϊκών μελών αυτής οιουδήτινος βαθμού, ουδόλως υποχρεούν το σώμα της Εκκλησίας ή μολύνουν αυτό. Εν οία δε περιπτώσει ένιοι εξ αυτών τολμήσουν γυμνή τη κεφαλή να κηρύξουν αιρετικά φληναφήματα προσβάλλοντα την εκκλησιαλογίαν, το δόγμα, το πολίτευμα και το ήθος της Εκκλησίας, προφανώς θα διακόπτεται το μνημόσυνον αυτών και θα αποβάλωνται ως σεσηπότα μέλη εκ του πληρώματος της Εκκλησίας. Ήτις δεν κέκτηται, επαναλαμβάνομεν, ουδένα άνθρωπον ως κεφαλήν, ει μη τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός (Α’ Κορ. Γ’ 11). της Οικουμενικής Συνόδου ούσης αλαθήτου εκφραστού του θελήματος Αυτού.

3. Εν τη Μητροπολιτική Περιφέρεια του Πειραιώς και εν τη ευρύτερα περιοχή δραστηριοποιούνται όμιλοι αυτοτιτλοφορουμένων ως Γ.Ο.Χ. με αυτοπροοδιοριζόμενους ως Μητροπολίτας Πειραιώς κ.λ.π τους:
Α. κ. Γερόντιον της ομάδος των αξιοτίμων Υμετέρων επιστολογράφων.
Β. κ. Παντελεήμονα της ομάδος του φερομένου ως Αρχιεπίσκοπου «Ματθαιϊκών» Γ.Ο.Χ. κ. Νικολάου,
Γ. κ. Γρηγόριον της ετέρας ομάδος των λεγομένων «Φλωρινικών» υπό τον φερόμενον ως Αρχιεπίσκοπον κ. Μακάριον,
Δ. κ. Νήφωνα, Καθηγούμενον της εν Κερατέα Αττικής Μονής Αγίας Σκέπης τον εν προφυλακίσει τελούντα
Ε. κ. Τριαντάφυλλον εν Σαλαμίνι, αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Αι ανωτέρω παρατάξεις των Γ.Ο.Χ ουδεμίαν κοινωνίαν κέκτηνται μεταξύ των, αλλ’ αντιθέτως ευρίσκονται εις πλήρη σχάσιν και ευλόγως τίθεται το ερώτημα, δύναται η θεία Χάρις και ο Τρισυπόστατος Θεός της αληθείας, της αρμονίας και της ενότητας να έχη οιανδήτινα σχέσιν ή να αναπαύεται εις μίαν τοιαύτην πολυδιάσπασιν και πολυκερματισμού, που ασφαλώς εμπεριέχει και το στοιχείον του προσωπικού θελήματος και της αυτογνώμονος αντιλήψεως περί Εκκλησίας;

4. Ισχυρίζεται ο σεβαστός πρώτος Υμέτερος επιστολογράφος ότι δήθεν η παράταξις του κέκτηται Αποστολικήν διαδοχήν προερχομένην εκ της Ρωσσικής διασποράς και ούτω φέρεται αγνοών τας προβλέψεις των Ιερών Κανόνων, τους οποίους επιθυμεί να υπερασπίζεται καινά διακονή δια τας λεγόμενος υπερορίους χειροτονίας και την κανονικήν αυτών απαξίαν.

5. Διαμαρτύρεται ο δεύτερος Υμέτερος επιστολογράφος ότι ουδείς καθηρημένος Κληρικός της Εκκλησίας δι’ ηθικά ζητήματα κατέφυγεν εις τας παρατάξεις των Γ.Ο.Χ. Δυστυχώς δι’ εμέ η πολυετής διακονία μου εν τοις Συνοδικοίς Εκκλησιαστικοίς Δικαστηρίοις με καθιστά γνώστην πολλών περιπτώσεων καθηρημένων επί ηθικοίς παραπτώμασι καταφυγόντων εις την ανεξέλεγκτον κανονικώς και πολιτειακώς πολυποίκιλον και πολύαρχον θρησκευτικήν κοινωνίαν των παρατάξεων των Γ.Ο.Χ. Δια να υποβοηθήσω δε την μνήμην αυτού υπομιμνήσκω ότι η Σύνοδος της παρατάξεώς του καθήρεσεν από Αρχιεπίσκοπόν της τον μακαριστόν Αυξέντιον Πάστραν και εξέλεξεν εις διαδοχήν αυτού τον κ. Χρυσόστομον Κιούσην διότι ο προληφθείς εχειροτόνησεν εις Μητροπολίτην Πατρών δια των επισκόπων της παρατάξεως του Βοιωτίας μακαριστού Γερασίμου Βράκα και Κεφαλληνίας Μαξίμου Βαλλιανάτου, τον επί κιναιδισμώ καθαιρεθέντα υπό της Εκκλησίας Δωρόθεον Τσάκον, μάλιστα ο μη αποδεχθείς την καθαίρεσίν του Αυξέντιος Πάστρας συνέπτυξεν ετέραν σύνοδον. Όθεν αντιλαμβάνεται πας τις ότι εκτός Εκκλησίας εμφιλοχωρεί πάσης φύσεως αστάθεια μη συνάδουσα με την αλήθειαν του αιωνίου Λόγου του Θεού, ως και ότι ο άκριτος ζηλωτισμός και ο ψυχοφθόρος οικουμενισμός αποτελούν όψεις του αυτού νομίσματος της πλάνης, που αποκόπτει από την κοινωνίαν του ζώντος Θεού.

6. Επιστέγασμα της αληθείας των ανωτέρω και θεόθεν επιβεβαίωσις αυτών τυγχάνει η κατ’ έτος δωρεά υπό του Τρισάγιου Θεού τη Αγία Αυτού Εκκλησία του αχειροποιήτου Αγίου Φωτός, τη ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου εν τω Ζωοδόχω Τάφω του Πανιέρου Ναού της Αναστάσεως του παλαιφάτου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων τελούντος εν πλήρει κοινωνία μετά του σώματος της Εκκλησίας. Τα συνεχές τούτο μέγιστον θαύμα θεόθεν καταδεικνύει την πλάνην των εκτος Εκκλησίας τελούντων και προσκαλεί αυτούς εις ανάνηψιν και μετάνοιαν.
Μετά τιμής
O Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ