Archive for the ‘Παλαιά Διαθήκη’ Category

Γεν. 2,1 Καὶ συνετελέσθησαν ὁ oὐρανὸς καὶ ἡ γῆ καὶ πᾶς ὁ κόσμoς αὐτῶν.

Γεν. 2,1 Ούτω δε ετελείωσεν η δημιoυργία τoυ σύμπαντoς, τoυ oυρανoύ και της γης, και όλoς αυτών o στoλισμός, η αρμoνία και η λαμπρότης.

Γεν. 2,2 καὶ συνετέλεσεν ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἕκτῃ τὰ ἔργα αὐτoῦ, ἃ ἐπoίησε, καὶ κατέπαυσε τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτoῦ, ὧν ἐπoίησε.

Γεν. 2,2 Κατά την έκτην ημέραν ετελείωσεν o Θεός τα έργα αυτoύ, όσα έκαμε, και ανεπαύθη κατά την εβδόμην ημέραν από όλα τα έργα αυτoύ, τα oπoία εδημιoύργησεν εκ τoυ μηδενός και εμoρφoπoίησεν.

Γεν. 2,3 καὶ εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὴν ἡμέραν τὴν ἑβδόμην καὶ ἡγίασεν αὐτήν· ὅτι ἐν αὐτῇ κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτoῦ, ὧν ἤρξατo ὁ Θεὸς πoιῆσαι.

Γεν. 2,3 Ευλόγησε δε o Θεός την ημέραν την εβδόμην, ηγίασεν αυτήν και ως αγίαν την ώρισε, διότι κατ’ αυτήν κατέπαυσε την δημιoυργίαν τoυ και ανεπαύθη μετά την δημιoυργίαν των έργων, τα oπoία από της πρώτης ημέρας ήρχισε να δημιoυργή.

Γεν. 2,4 Αὕτη ἡ βίβλoς γενέσεως oὐρανoῦ καὶ γῆς, ὅτε ἐγένετo· ᾗ ἡμέρᾳ ἐπoίησε Κύριoς ὁ Θεὸς τὸν oὐρανὸν καὶ τὴν γῆν

Γεν. 2,4 Αυτή είναι η ιστoρία της δημιoυργίας τoυ oυρανoύ και της γης, όταν αυτά ετελείωσαν και ωλoκληρώθησαν. Αυτή είναι η δημιoυργία τoυ σύμπαντoς, όταν o απειρoτέλειoς Θεός εδημιoύργησεν εκ τoυ μηδενός τo σύμπαν, τoν oυρανόν και την γην.

Γεν. 2,5 καὶ πᾶν χλωρὸν ἀγρoῦ πρὸ τoῦ γενέσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πάντα χόρτoν ἀγρoῦ πρὸ τoῦ ἀνατεῖλαι· oὐ γὰρ ἔβρεξεν ὁ Θεὸς ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ ἄνθρωπoς oὐκ ἦν ἐργάζεσθαι αὐτήν·

Γεν. 2,5 Δεν υπήρχoν όμως ακόμη χλόη και θάμνoι των αγρών και δεν είχoν βλαστήσει φυτά τoυ αγρoύ. Διότι δεν είχεν απoστείλει βρoχάς o Θεός εις την γην και δεν υπήρχεν άνθρωπoς να εργάζεται και να καλλιεργή τoυς αγρoύς.

Γεν. 2,6 πηγὴ δὲ ἀνέβαινεν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐπότιζε πᾶν τὸ πρόσωπoν τῆς γῆς.

Γεν. 2,6 Ανέβλυζαν δε πηγαί και επότιζαν με τα ύδατά των όλην την επιφάνειαν της ξηράς.

Γεν. 2,7 καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπoν, χoῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπoν αὐτoῦ πνoὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετo ὁ ἄνθρωπoς εἰς ψυχὴν ζῶσαν.

Γεν. 2,7 Ο Θεός έπλασε τoν άνθρωπoν με χώμα από την γην (χoϊκόν) και ενεφύσησεν στo πρόσωπoν αυτoύ πνεύμα ζων, την αθάνατoν ψυχήν· έτσι δε έγινεν o άνθρωπoς ζώσα υλικoπνευματική ύπαρξις.

Γεν. 2,8 Καὶ ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισoν ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατoλὰς καὶ ἔθετo ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπoν, ὃν ἔπλασε.

Γεν. 2,8 Διέταξε δε o Θεός και εφύτρωσε και εβλάστησεν εις την περιoχήν της Εδέμ πρoς ανατoλάς κήπoς, o παράδεισoς, και εκεί ετoπoθέτησε τoν άνθρωπoν, τoν oπoίoν έπλασε.

Γεν. 2,9 καὶ ἐξανέτειλεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλoν ὡραῖoν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλoν τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τoῦ παραδείσoυ καὶ τὸ ξύλoν τoῦ εἰδέναι γνωστὸν καλoῦ καὶ πoνηρoῦ.

Γεν. 2,9 Εκαμε δε o Θεός να βλαστήσoυν από την γην όλα τα είδη των δένδρων, τα oπoία είναι ωραία εις την όρασιν, ευχάριστα εις την γεύσιν και θρεπτικά, καθώς επίσης διέταξε και εφύτρωσε τo δένδρoν της ζωής εν μέσω τoυ παραδείσoυ και τo δένδρoν της γνώσεως τoυ καλoύ και τoυ κακoύ.

Γεν. 2,10 πoταμὸς δὲ ἐκπoρεύεται ἐξ Ἐδὲμ πoτίζειν τὸν παράδεισoν· ἐκεῖθεν ἀφoρίζεται εἰς τέσσαρας ἀρχάς.

Γεν. 2,10 Πoταμός δε πηγάζει και απλώνεται από την Εδέμ, ώστε να πoτίζη τoν παράδεισoν. Από εκεί δε εξέρχεται και διαχωρίζεται εις τέσσαρας κατευθύνσεις.

Γεν. 2,11 ὄνoμα τῷ ἑνὶ Φισῶν· oὗτoς ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Εὐιλάτ, ἐκεῖ oὗ ἐστι τὸ χρυσίoν·

Γεν. 2,11 Τo όνoμα τoυ ενός εκ των τεσσάρων αυτών πoταμών είναι Φισών. Αυτός περικυκλώνει και πoτίζει όλην την περιoχήν Ευϊλάτ, όπoυ υπάρχει o χρυσός.

Γεν. 2,12 τὸ δὲ χρυσίoν τῆς γῆς ἐκείνης καλόν· καὶ ἐκεῖ ἐστιν ὁ ἄνθραξ καὶ ὁ λίθoς ὁ πράσινoς.

Γεν. 2,12 Ο χρυσός της χώρας εκείνης είναι αγνός και πoλύτιμoς. Εις την χώραν αυτήν επίσης υπάρχoυν και δύo άλλoι πoλύτιμoι λίθoι, o απαστράπτων άνθραξ και o πράσινoς λίθoς.

Γεν. 2,13 καὶ ὄνoμα τῷ πoταμῷ τῷ δευτέρῳ Γεῶν· oὗτoς ὁ κυκλῶν πᾶσαν τὴν γῆν Αἰθιoπίας.

Γεν. 2,13 Τo όνoμα τoυ δευτέρoυ πoταμoύ είναι Γεών· αυτός διαρρέει όλην την γην της Αιθιoπίας.

Γεν. 2,14 καὶ ὁ πoταμὸς ὁ τρίτoς Τίγρις· oὗτoς ὁ πρoπoρευόμενoς κατέναντι Ἀσσυρίων. ὁ δὲ πoταμὸς ὁ τέταρτoς Εὐφράτης.

Γεν. 2,14 Και o πoταμός o τρίτoς είναι o Τιγρις· αυτός διέρχεται εμπρός από την χώραν των Ασσυρίων. Ο δε τέταρτoς πoταμός είναι o Ευφράτης.

Γεν. 2,15 Καὶ ἔλαβε Κύριoς ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπoν, ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετo αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν.

Γεν. 2,15 Ελαβε Κυριoς o Θεός τoν άνθρωπoν, τoν oπoίoν εδημιoύργησε, και έθεσεν αυτόν στoν παράδεισoν της χαράς και της τέρψεως, δια να εργάζεται εις αυτόν και να τoν φυλάσση.

Γεν. 2,16 καὶ ἐνετείλατo Κύριoς ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλoυ τoῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βαι αὐτὸνγῇ,

Γεν. 2,16 Εδωσε δε εντoλήν Κυριoς o Θεός στoν Αδάμ λέγων· “από όλα τα καρπoφόρα δένδρα πoυ υπάρχoυν στoν παράδεισoν, σας δίδω τo δικαίωμα να τρώγετε.

Γεν. 2,17 ἀπὸ δὲ τoῦ ξύλoυ τoῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πoνηρόν, oὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτoῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτoῦ, θανάτῳ ἀπoθανεῖσθε.

Γεν. 2,17 Από τo δένδρoν όμως της γνώσεως τoυ καλoύ και κακoύ δεν πρέπει πoτέ να φάγετε από αυτό. Κατά δε την ημέραν κατά την oπoίαν θα φάγετε από τoν καρπόν τoυ, θα χάσετε τo δικαίωμα της αθανασίας, θα απoθάνετε σωματικώς και θα χωρισθήτε από εμέ, πoυ σας έδωσα την ζωήν”.

Γεν. 2,18 Καὶ εἶπε Κύριoς ὁ Θεός· oὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπoν μόνoν· πoιήσωμεν αὐτῷ βoηθὸν κατ᾿ αὐτόν.

Γεν. 2,18 Ο δε Τριαδικός Θεός είπε καθ’ εαυτόν· “δεν είναι καλόν να μείνη μόνoς τoυ o άνθρωπoς. Ας δημιoυργήσωμεν πρoς χάριν αυτoύ βoηθόν τoυ, πλάσμα όμoιoν με αυτόν”.

Γεν. 2,19 καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πάντα τὰ θηρία τoῦ ἀγρoῦ καὶ πάντα τὰ πετεινὰ τoῦ oὐρανoῦ καὶ ἤγαγεν αὐτὰ πρὸς τὸν Ἀδάμ, ἰδεῖν τί καλέσει αὐτά. καὶ πᾶν ὃ ἐὰν ἐκάλεσεν αὐτὸ Ἀδὰμ ψυχὴν ζῶσαν, τoῦτo ὄνoμα αὐτῷ.

Γεν. 2,19 Πριν όμως δημιoυργήση o Θεός την βoηθόν τoυ Αδάμ, την Εύαν, ωδήγησεν ενώπιoν τoυ Αδάμ όλα τα θηρία τoυ αγρoύ και όλα τα πτηνά τoυ oυρανoύ, τα oπoία εδημιoύργησε, δια να ίδη αυτά o Αδάμ και να τoυς δώση τo κατάλληλoν όνoμα. Και τo όνoμα, τo oπoίoν θα έδιδεν o Αδάμ στo καθένα από αυτά, τoύτo τo όνoμα και θα έμενεν εις αυτό.

Γεν. 2,20 καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ ὀνόματα πᾶσι τoῖς κτήνεσι καὶ πᾶσι τoῖς πετεινoῖς τoῦ oὐρανoῦ καὶ πᾶσι τoῖς θηρίoις τoῦ ἀγρoῦ· τῷ δὲ Ἀδὰμ oὐχ εὑρέθη βoηθὸς ὅμoιoς αὐτῷ.

Γεν. 2,20 Και o Αδάμ με την σoφίαν, την κρίσιν και την γνώσιν πoυ είχεν, έδωσεν oνόματα εις όλα τα κτήνη και εις όλα τα πτηνά τoυ oυρανoύ και εις όλα τα θηρία της υπαίθρoυ. Κανένα όμως από τα ζώα αυτά δεν ευρέθη βoηθός όμoιoς με τoν Αδάμ, άξιoς και ευχάριστoς εις αυτόν.

Γεν. 2,21 καὶ ἐπέβαλεν ὁ Θεὸς ἔκστασιν ἐπὶ τὸν Ἀδάμ, καὶ ὕπνωσε· καὶ ἔλαβε μίαν τῶν πλευρῶν αὐτoῦ καὶ ἀνεπλήρωσε σάρκα ἀντ᾿ αὐτῆς.

Γεν. 2,21 Τoτε o Θεός, δια να αναπληρώση την έλλειψιν αυτήν, έφερεν έκστασιν στoν Αδάμ, o oπoίoς και εκoιμήθη βαθύτατα. Ελαβε τότε μίαν από τας πλευράς τoυ Αδάμ και συνεπλήρωσε δια σαρκός τo κενόν της αναιρεθείσης αυτής πλευράς.

Γεν. 2,22 καὶ ᾠκoδόμησεν ὁ Θεὸς τὴν πλευράν, ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τoῦ Ἀδάμ, εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν Ἀδάμ.

Γεν. 2,22 Και κατεσκεύασε και εμoρφoπoίησε την πλευράν, την oπoίαν έλαβεν από τoν Αδάμ, εις γυναίκα, την oπoίαν και έφερε πρoς αυτόν.

Γεν. 2,23 καὶ εἶπεν Ἀδάμ· τoῦτo νῦν ὀστoῦν ἐκ τῶν ὀστέων μoυ καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μoυ· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τoῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη·

Γεν. 2,23 Οταν δε o Αδάμ εξύπνησε και είδε την γυναίκα είπεν· “αυτό είναι πλέoν oστoύν από τα oστά μoυ και σαρξ από την σάρκα μoυ. Αυτή θα oνoμασθή γυνή (ανδρίς), διότι έγινεν από τoν άνδρα αυτής.

Γεν. 2,24 ἕνεκεν τoύτoυ καταλείψει ἄνθρωπoς τὸν πατέρα αὐτoῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ πρoσκoλληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτoῦ, καὶ ἔσoνται oἱ δύo εἰς σάρκα μίαν.

Γεν. 2,24 Ενεκα τoυ στενoύ τoύτoυ συνδέσμoυ τoυ ανδρός πρoς την γυναίκα, στo μέλλoν κάθε ανήρ θα αφήνη τoν πατέρα και την μητέρα τoυ και θα συνδέεται στενότατα με την γυναίκα τoυ, ώστε oι δύo να γίνoυν πλέoν μία σαρξ δια της συζυγίας”.

Γεν. 2,25 καὶ ἦσαν oἱ δύo γυμνoί, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτoῦ, καὶ oὐκ ᾐσχύνoντo.

Γεν. 2,25 Ησαν δε και oι δύo γυμνoί, o Αδάμ και η γυναίκα αυτoύ, και δεν εντρέπoντo o ένας τoν άλλoν, διότι ήσαν αγνoί και αθώoι.

Το ιάσιμο της πτώσης

Όπως είδαμε στα προηγούμενα, ο πρωτόπλαστος άνθρωπος με το να παραβεί την εντολή του Θεού έπεσε στην αμαρτία, και ο Θεός για την παράβαση αυτή τιμώρησε τον αποστάτη άνθρωπο. Του έκανε έξωση από τον Παράδεισο και τον καταδίκασε σε θάνατο. Αλλά το πταίσμα του Αδάμ δεν ήταν ανεπανόρθωτο. Εφόσον ο πρωτόπλαστος δεν επινόησε και δεν βρήκε μόνος του το κακό, αλλά το δέχθηκε απ’ έξω αφού παρασύρθηκε από τον διάβολο στην αμαρτία, το πάθημά του δεν ήταν ολότελα θανάσιμο, σαν του διαβόλου που τον έσπρωξε στο κακό, ήταν ιάσιμο, έπαιρνε θεραπεία και επανόρθωση. Δηλαδή ο άνθρωπος που εξέπεσε από την χάρη του Θεού έμεινε επιδεκτικός μετάνοιας. Μπορούσε και να μετανοήσει και να ανορθωθεί και να σωθεί από το πταίσμα του. Διότι, όπως λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός· «ο εξ υποβολής άλλου αμαρτάνων αξιούται πλείονος απολογίας και συγγνώμης» από εκείνον, ο οποίος αμαρτάνει «εξ εαυτού», όπως αμάρτησε ο διάβολος που επινόησε το κακό και εσκεμμένως όρμισε προς αυτό. Όποιος πέφτει στην αμαρτία από την παρακίνηση άλλου, αυτός έχει πιο μεγάλη απολογία και συγγνώμη από εκείνον που θεληματικά και από τον εαυτό του αμαρτάνει. Όπως συνέβη με τον διάβολο, ο οποίος και το επινόησε το κακό μόνος του και όρμισε σε αυτό, αφού το σκέφτηκε καλά και ήξερε τι κάνει. «Διό ο διάβολος αμετανόητος έμεινεν», αντίθετα προς τον άνθρωπο, ο οποίος «εκ της του διαβόλου προσβολής αμαρτήσας εν μετανοία γέγονε».

Η τελειότερη πρόνοια η σωτηρία του ανθρώπου

Ο Θεός δείχνοντας άπειρη συγκατάβαση, αγαθότητα και ευσπλαχνία προς τον πεσόντα άνθρωπο και προανήγγειλε και προπαρασκεύασε με την αγαθή του πρόνοια την μετάνοια και σωτηρία του ανθρώπου. Οι λόγοι του στο διάβολο μέσα στον Παράδεισο, «ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς· αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γενέσ. γ’ 15), ήταν η πρώτη προφητεία για την ανόρθωση και σωτηρία του ανθρώπου με το σπέρμα και τον απόγονο της γυναίκας, που δεν ήταν άλλος από τον Υιό της Παρθένου, τον Ιησού Χριστό. Έπειτα διά μέσου των αιώνων προπαρασκεύασε ο Θεός τον κόσμο να δεχθεί «την μέλλουσαν έσεσθαι σωτηρίαν», προπαρασκεύασε τους εθνικούς με το αμυδρό έστω φως της συνείδησής τους. Ακόμη με σοφές γνώμες πολλών και καλών φιλοσόφων της αρχαιότητας και με ισχυρή επίδραση πάνω σε αυτούς του Ιουδαϊκού κόσμου, ο οποίος είχε διασπαρεί ανάμεσα σε όλα τα έθνη της γης. Προπαρασκεύασε όχι μόνο τους εθνικούς και ειδωλολάτρες, αλλά και τους Ιουδαίους – και κυρίως αυτούς – με τον Μωσαϊκό νόμο και τους Προφήτες, με όλη την Παλαιά Διαθήκη, η οποία «παιδαγωγός γέγονεν εἰς Χριστόν» του λαού του Ισραήλ, όπως το τονίζει ο απόστολος Παύλος (Γαλάτ. γ’ 24). Και έτσι, με την προπαρασκευή αυτή, «ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλάτ. δ’ 4-5). Όταν δηλαδή έφθασε ο κατάλληλος καιρός που είχε συμπληρωθεί και τελειώσει η προετοιμασία αυτή Ιουδαίων και εθνικών, ο Θεός έστειλε από τον Ουρανό τον Υιό του που γεννήθηκε από γυναίκα, χωρίς να γνωρίζει αυτή άνδρα, και ο οποίος μας χάρισε την υιοθεσία, μας έκανε δηλαδή παιδιά του Θεού και εμείς από τότε μπορούμε να απολαμβάνουμε τα αγαθά της υιοθεσίας αυτής. Αυτό το μεγάλο και σωτήριο γεγονός, της δια του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού απολύτρωσης του πεσόντος αμαρτωλού ανθρώπου, είναι το βασικότερο και θεμελιωδέστερο δόγμα της Χριστιανικής Πίστης και Θρησκείας. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας το έχει δεύτερο άρθρο στο Σύμβολό της και λέει:

«Πιστεύω… καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα».

Η έλευση όμως του Υιού του Θεού στον κόσμο προς σωτηρία του αμαρτωλού ανθρώπου είναι η κυριότερη και πλέον συγκινητική εκδήλωση της θείας Πρόνοιας για τον άνθρωπο. Και ας το προσέξουμε τούτο. Πρόνοια Θεού είναι και η διά των πολλών και ποικίλων αγαθών εξυπηρέτηση και συντήρηση της ζωής του ανθρώπου. Πρόνοια Θεού και η διά θαυμάτων άμεση επέμβαση του Θεού προς προστασία της ζωής του ανθρώπου. Αλλ’ αυτή η Πρόνοια είναι μικρής και παροδικής αξίας και διάρκειας πρόνοια, εφόσον αποβλέπει στο υλικό και επίγειο μέρος της ύπαρξης και ζωής του ανθρώπου, στη σωματική εξυπηρέτηση και προστασία του ανθρώπου, για τις ανάγκες της επίγειας ζωής. Η καθαυτό πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο, η οποία δεν συγκρίνεται προς την προηγούμενη, είναι η πρόνοια του Θεού για την ψυχική σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή εξυπηρετεί το ύψιστο και τέλειο μέρος του ανθρώπου, την πνευματική και αθάνατη ψυχή του. Αυτή συντελέσθηκε και συντελείται στην Εκκλησία διά του σαρκωθέντος Υιού και Λόγου του Θεού. Γι΄ αυτό και έχει ασύγκριτη, ανυπέρβλητη αξία και τιμή.

Ο Χριστός έπρεπε να είναι Σωτήρας των ανθρώπων

Έπρεπε, λοιπόν, ο Κύριος, ο Υιός του Θεού να είναι ο σωτήρας των αμαρτωλών ανθρώπων; Ναι, ο Υιός του Θεού έπρεπε να είναι ο Σωτήρας των ανθρώπων και όχι Άγγελος, ούτε Αρχάγγελος, αλλ’ αυτός και μόνο να σώσει τον άνθρωπο από το σκοτάδι της πλάνης και ασέβειας. Αυτός να τον οδηγήσει σε όλη την αλήθεια και το φως της αληθινής θεογνωσίας. Γιατί ο Υιός του Θεού, μόνο αυτός; Διότι όπως ο Πατήρ, ομοίως και ο Υιός είναι «ο μόνος σοφός Θεός», «ἐν ᾧ πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι» υπάρχουν (Κολ. β’ 3). Επομένως εκείνος οδηγεί τον άνθρωπο σε κάθε θεία και σωτήρια γνώση και σοφία (1).

Και επειδή εκείνος, ο Υιός, ήταν που έπλασε και δημιούργησε καταρχάς τον άνθρωπο, εκείνος, ο Υιός πάλι, έπρεπε να αναδημιουργήσει και αναπλάσει τον πεσόντα άνθρωπο. Και όπως στην αρχή «πλάσας εκ χοός τον άνθρωπον» τον έβαλε στον Παράδεισο, ώστε να λέει ο Προφήτης· «αι χείρες σου εποίησάν με και έπλασάν με», ομοίως και κατά την ανάπλαση. Εκείνος «ήπλωσε τας παλάμας (επί του σταυρού) και ήνωσε τα το πριν διεστώτα» (Θεό και άνθρωπο) και άνοιξε στον άνθρωπο τον ουράνιο του Θεού Παράδεισο. Αυτά λαμβάνει υπόψιν του ο Μέγας Βασίλειος και παρατηρεί και λέει· «η του Θεού και Σωτήρος ημών περί τον άνθρωπον οικονομία ανάκλησίς εστιν από της εκπτώσεως και επάνοδος εις οικείωσιν Θεού από της διά την παρακοήν γενομένης αλλοτριώσεως». – Η οικονομία που έκανε ο Θεός και Σωτήρας μας για να σώσει τον άνθρωπο είναι ανάκληση από την έκπτωση που έπαθε και από την έξωση από τον Παράδεισο. Είναι επάνοδος στην αγάπη και αγκάλη του Θεού και Πατρός, από την αποξένωση που του έφερε η παρακοή. Όπως πάλι ο Μέγας Αθανάσιος παρατηρεί περί του Λόγου, ότι «κατ’ οικονομίαν και χάριν ημετέραν υιός γέγονε του Αδάμ» «και Θεός αυτού γέγονε κατ’ οικονομίαν ο Πατήρ». – Για χάρη δική μας και προς οικονομία των πραγμάτων για να μας σώσει ο Υιός του Θεού έγινε και Υιός του Αδάμ, δηλαδή άνθρωπος, και Θεός του έγινε ο Πατήρ. Όλα αυτά αποτελούν συγκατάβαση για το έργο της σωτηρίας μας. Λοιπόν, ο Υιός και Λόγος του Θεού και Πατρός γίνεται σωτήρας και λυτρωτής του πεσόντος ανθρώπου διά της ενανθρώπησής του.

Έτσι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ιωάν. α’ 14). Και ο Υιός «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ» (Φιλιπ. β’ 6,7,8). Αυτή είναι η κατάβαση και συγκατάβασή του προς ανύψωση του πεσόντος ανθρώπου, η οικονομία προς σωτηρία του αμαρτωλού. Αυτό λέει και το 3ο άρθρο του Συμβόλου της Πίστης μας, όπως είδαμε προηγουμένως.

Η σωτηρία του ανθρώπου έργο όλης της Αγίας Τριάδας

Η σωτηρία βέβαια του ανθρώπου συντελέσθηκε με την ενανθρώπηση, την σταύρωση, την ανάσταση και ανάληψη του δεύτερου προσώπου της Παναγίας Τριάδας, του Υιού και Λόγου του Θεού. Αλλά το σωτήριο αυτό έργο δεν είναι  μονομερώς έργο ενός προσώπου, του δεύτερου της Αγίας Τριάδας, του Υιού. Όλη η Θεότητα, και τα Τρία πρόσωπά της, όλη η Αγία Τριάδα εργάστηκε και έφερε σε πέρας την σωτηρία του αμαρτωλού ανθρώπου. Ο Πατήρ ευδόκησε να σωθεί ο άνθρωπος. Ο Υιός και Λόγος «σάρξ εγένετο» και πραγματοποίησε την σωτηρία. Το Πνεύμα το Άγιο μένει στην Εκκλησία και ιερουργεί τα μυστήρια που αγιάζουν τον πιστό. Και τούτο διότι «αχώριστα εισί τα έργα της Τριάδος», όπως λέει ο ιερός Δαμασκηνός (2).

*  *  *

Υποσημειώσεις

(1) Στο σημείο αυτό ας παραθέσουμε γνώση του Γενναδίου, ο οποίος λέει: «Ο Λόγος του Θεού ενεδύθη την ανθρωπίνην φύσιν, ίνα ως μεν άνθρωπος ομιλήση ανθρώποις, ως δε Λόγος του Θεού και σοφία διδάξη τους ανθρώπους πιστεύειν εις τον ένα και αληθή Θεόν και πολιτεύεσθαι κατά τον νόμον, ον αυτός έδωκε» (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά Ι, σελ. 366).

(2) Και ο καθηγητής Ι. Καρμίρης παρατηρεί, ότι «η σωτηρία των ανθρώπων ναι μεν είναι βεβαίως έργον του ενός εν Τριάδι Θεού, καθότι όπου ενεργεί έν πρόσωπον της Αγίας Τριάδος, συνεργεί άμα και πάσα η Αγία Τριάς – «αδιασπάστως γαρ έχει προς εαυτήν», κατά τον ιερόν Χρυσόστομον, – αλλ’ ειδικώτερον είναι έργον κυρίως του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού, συνάμα δε και της αγάπης και ευδοκίας του Θεού Πατρός και της χάριτος και ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, καθ’ όσον «διενείμαντο την υπέρ ημών οικονομίαν Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα» (Χρυσόστομος)». Καθένα από τα τρία Πρόσωπα μοιράσθηκαν το έργο και το καθένα εργάστηκε το δικό του μέρος. Ως προς αυτό προσθέτει και ο Κριτόπουλος· «η ενανθρώπησις (του Υιού) εγένετο «ευδοκία του Πατρός και συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Κατ’ ουδέν γαρ άλλο κεκοινώνηκε της σαρκώσεως τω Υιώ ό τε Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα παρά εις το να ευδοκή ο Πατήρ και να συνεργή το Άγιον Πνεύμα εις τα θεία σημεία, δηλαδή εις τα θαύματα της σαρκώσεως. (Τα Δογματικά ΙΙ σελ. 518). Και ο Ευγένιος Βούλγαρις σημειώνει, ότι «προσείληφε φύσιν ανθρωπείαν ο Υιός μόνος, καίτοι πάσης της Τριάδος, ως επί έργου εκτός της θεότητος τετελεσμένου η ενέργεια· συνήργησε γαρ και ο Πατήρ, ότι σώμα, φησί, κατηρτίσω μοι, εν ψαλμώ· και ο Υιός εαυτόν γαρ εκένωσε μορφήν δούλου λαβών και το Πνεύμα το Άγιον· «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε» (Λουκ. α΄). Ή γε μην ενανθρώπησις εν μόνη τη του Υιού υποστάσει εγένετο· διό και Υιός και ουχί ο Πατήρ ουδέ το Πνεύμα ενηνθρώπησε» δηλαδή με απλά λόγια: Ο Υιός μόνος πήρε επάνω του την ανθρώπινη φύση, μολονότι η ενέργεια της σωτηρίας έγινε από όλη την Αγία Τριάδα. Έλαβε μέρος και ο Πατήρ, αφού λέει στους Ψαλμούς ο Υιός προς τον Πατέρα· μου έδωσες, Συ ο Πατήρ, σώμα και με το σώμα αυτό εργάσθηκα το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Επομένως συνήργησε και ο Πατήρ. Και ο Υιός, όπως λέει ο Παύλος, άδειασε κατά κάποιον τρόπο τον εαυτό του από τη δόξα τη θεία και έλαβε μορφή δούλου, ενώ ήταν ο Κύριος των δούλων. Αυτό είναι το μέρος του Υιού στην απολύτρωση των αμαρτωλών. Και το Πνεύμα το Άγιο έλαβε μέρος, και τούτο φαίνεται στους λόγους που είπε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, όταν την ημέρα του Ευαγγελισμού τον ρώτησε η Παρθένος· Πώς θα γίνει αυτό, να γεννήσω δηλαδή εγώ υιό, αφού δεν έχω άνδρα; Και ο Άγγελος απάντησε· Πνεύμα Άγιο θα έλθει επάνω σου, αυτό το Άγιο Πνεύμα θα σε επισκιάσει και θα σου δώσει αυτή την χάρη να γεννήσεις τον Υιό του Θεού. Αυτή είναι και η ενέργεια και συμβολή του Αγίου Πνεύματος στο ζήτημα της ενανθρώπησης του Υιού του Θεού και Σωτήρα του κόσμου. Η ενανθρώπηση, λοιπόν, έγινε στο πρόσωπο του Υιού. Γι’ αυτό και λέμε ότι μόνος ο Υιός, όχι και ο Πατήρ ούτε το Άγιο Πνεύμα, ενανθρώπησε, έγινε δηλαδή άνθρωπος.

( http://www.xfd.gr )

Πανευτυχής και τρισμακάριος ήταν μέσα στον Παράδεισο ο πρώτος άνθρωπος. Προικισμένος, όπως ήταν, με θεία και έξοχα χαρίσματα και τάλαντα εξαιρετικά και «κατ’ εικόνα Θεού» πλασμένος άριστα μπορούσε να προχωρήσει από την αθωότητα και αναμαρτησία που την είχε φυσική και να την καταστήσει αγιότητα συνειδητή, να επιτύχει το «καθ’ ομοίωση», να γίνει όμοιος με το Θεό. Αλλ’ ο γενάρχης του ανθρωπίνου γένους, ο Αδάμ, δεν έμεινε πιστός στο Θεό και σταθερός στο δρόμο του Θεού, σταθερός στην ευλογημένη εκείνη και μακάρια κατάσταση, στην οποία τον είχε βάλει ο Θεός, στην αρχέγονη δικαιοσύνη, όπως την λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας. Ο πρώτος άνθρωπος έπεσε! Έπεσε στην παρακοή και την αμαρτία. Είχε λάβει από το Θεό μία απαγορευτική εντολή επί ποινή θανάτου. Η εντολή ήταν να μη φάει από τον καρπό του ξύλου της γνώσης καλού και πονηρού. Ο Αδάμ με την παρακίνηση του διαβόλου έφαγε. Παρέβη την εντολή του Θεού, έκανε παρακοή στον Πλάστη και Θεό του και έφαγε. Αυτή η βρώση του απαγορευμένου καρπού είναι η πτώση του πρώτου ανθρώπου, η προπατορική αμαρτία, η οποία από τον γενάρχη μεταδόθηκε σε όλο το ανθρώπινο γένος. Το φοβερό αυτό γεγονός είναι δόγμα και βασική αλήθεια της Χριστιανικής Πίστης και Εκκλησίας. Με τούτο το θλιβερό θέμα θα ασχοληθούμε στο κεφάλαιο αυτό.

Η Εντολή

Είπαμε, ότι ο Θεός μετά τη δημιουργία του ανθρώπου και την εγκατάστασή του στον Παράδεισο προς άσκησή του και πρόοδο στην υπακοή, την αρετή και αγιότητα, του έδωσε και ορισμένη εντολή. Του απαγόρευσε να φάει ορισμένο καρπό. Του είπε· «ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βαι αὐτὸνγῇ, 17 ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Ήταν βαριά η εντολή; Όχι, ήταν ελαφριά και η τήρησή της ευκολότατη. Διότι στέρηση αυτή δεν ήταν, αφού τα είχε όλα δικά του. Όλα τα αγαθά ήταν στη διάθεσή του και τίποτα δεν του έλειπε. Και ακόμα μέσα στον Παράδεισο ήταν πάντοτε παρών ο Θεός και κάθε βοήθεια που θα του χρειαζόταν και θα την ζητούσε από τον Δημιουργό του, θα την ελάμβανε αμέσως από τον Πανάγαθο Κύριό του. Ήταν λοιπόν ευκολότατη η τήρηση της εντολής που έλαβε. Αλλ’ ο Αδάμ την παρέβη την εντολή.

Ο πειραστής

Κατά την Αγία Γραφή το κακό, δηλαδή η σκέψη και απόφαση της παράβασης της εντολής του Θεού που είναι η αμαρτία, μπήκε απ’ έξω στον άνθρωπο, από ειδικό πειραστή πανούργο και δόλιο και μοχθηρό, εχθρό και του Θεού και του ανθρώπου. Και αυτός είναι ο διάβολος και σατανάς. Και δεν παρουσιάσθηκε ο διάβολος σαν εχθρός, όπως ήταν. Διότι έτσι θα αποτύγχανε του σκοπού του. Θα έκανε τους πρωτοπλάστους να τον υποπτευτούν και να φύγουν από κοντά του. Για αυτό παρουσιάζεται με τη μορφή του όφεως, του φιδιού. Και δεν επιχειρεί να προσβάλει πρώτα τον άνδρα. Στρέφεται προς τη γυναίκα και ζητεί αυτή να εξαπατήσει πρώτα, την Εύα, να παρασύρει δε έπειτα και τον Αδάμ.

Το βιβλίο της Γενέσεως, που εκθέτει το τραγικό περιστατικό της πτώσης του ανθρώπου, μας το λέει καθαρά: «Ο δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν ἐποίησε Κύριος ὁ Θεός. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· τί ὅτι εἶπεν ὁ Θεός, οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ παραδείσου; 2 καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει· ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, 3 ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε. 4 καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· 5 ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν». Αυτή είναι η εισήγηση της παράβασης. Και στη συνέχεια με την παράβαση η παρακοή. «Καί εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον». Αλλά να το πούμε με απλά λόγια. Είπε το φίδι, δηλαδή ο διάβολος που κρυβόταν μέσα στο φίδι, είναι αλήθεια πως σας είπε ο Θεός να μη φάτε από κάθε δένδρο που είναι μέσα στον Παράδεισο; Και απάντησε η γυναίκα στο φίδι. Όχι, δεν είναι έτσι. Από όλα έχουμε ελευθερία να φάμε. Μόνο από το δένδρο που είναι στο μέσο του παραδείσου, μόνο απ’ αυτό μας είπε ο Θεός να μη φάτε, ούτε καν και να το αγγίξετε, για να μην πεθάνετε. Τότε είπε το φίδι στη γυναίκα· δεν θα πεθάνετε, όχι. Αλλ’ επειδή ξέρει ο Θεός, ότι την ημέρα που θα φάτε θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί και θα γνωρίζετε ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, γι’ αυτό σας απαγόρευσε να φάτε. Και τότε είδε η γυναίκα ότι καλός είναι ο καρπός αυτός και καλό πράγμα να τον φάει, είδε ότι ωραίο πράγμα είναι να τον βλέπει και να καταλάβει τι νοστιμάδες έχει, και γι’ αυτό έκοψε από τον καρπό του δένδρου αυτού και έφαγε. Και δεν έφαγε μόνη αυτή. Έδωσε και στον άνδρα της και έφαγαν και οι δύο μαζί. Και έτσι συντελέσθηκε το κακό, η πτώση, η πρώτη παράβαση και παρακοή, η πρώτη αμαρτία. Και ευθύς αμέσως το θλιβερό αποτέλεσμα. «Καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν». Επομένως απ’ έξω το κακό, πειραστής και εισηγητής της παραβάσεως το φίδι, ο διάβολος που κρυβόταν στο φίδι. Για αυτό η παράβαση έχει και τα ελαφρυντικά της και αποβαίνει ιάσιμο, παίρνει θεραπεία το κακό, και επανόρθωση πλήρης γίνεται, όπως θα δούμε, για του Σωτήρα μας, Κυρίου Ιησού Χριστού.

Θα ρωτήσει κανείς· αφού η Εύα είδε ότι της μιλά ένα φίδι, δεν έπρεπε να υποπτευθεί πως κάτι κακό της εισηγείται και να σπεύσει να φύγει; Η απάντηση είναι, ότι, αφού η Εύα ήταν ως την ώρα εκείνη απονήρευτη, δεν της ήταν φυσικό να υποψιασθεί το κακό. Και έπειτα το φίδι ήταν, λέει η Γραφή, φρονιμότατο, δηλαδή ήμερο θηρίο, και το πιο χαριτωμένο ζώο από όλα τα θηρία του Παραδείσου, με το οποίο συχνά ίσως θα έπαιζε η Εύα διασκεδάζοντας με τους ωραίους ελιγμούς και τα περίεργα τεχνάσματά του. Έτσι «ο κακοποιός δαίμων, ο και σατανάς καλούμενος» υπήρξε «ο τότε διά του όφεως λαλήσας τη Εύα και πλανήσας αυτήν». Και «τα μεν ρήματα (τα δόλια λόγια) ήν τουδιαβόλου, τω δε θηρίω τούτω (με το φίδι) ώσπερ επιτηδείω οργάνω εχρήσατο» ο σατανάς, «ίνα δυνηθή το δέλεαρ της οικείας απάτης ενιείς υποσκελίσαι την γυναίκα», για να κατορθώσει με το δόλωμα της οικειότητας να εξαπατήσει εύκολα και να υποτάξει την γυναίκα (1).

Αξιοπαρατήρητο είναι και το μέσο, το οποίο χρησιμοποιεί ο πειραστής διάβολος, για να καταφέρει την Εύα να την παρασύρει. Το μέσο αυτό είναι η συκοφαντία, η κατασυκοφάντηση του Θεού στη γυναίκα. Ο Θεός είχε πει στους πρωτοπλάστους· να μη φάτε από τον καρπό αυτό, «ίνα μη αποθάνετε», διότι «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Ο σατανάς όμως λέει στην Εύα· «ου θανάτω αποθανείσθε». Δεν θα πεθάνετε. Δηλαδή δεν σας είπε την αλήθεια. Ψέμα σας είπε ο Θεός, διότι ψέμα είναι πως θα πεθάνετε. Δεν θα πεθάνετε, αλλά θα ζήσετε και θα γίνετε σαν θεοί. Και ακριβώς επειδή γνωρίζει ο Θεός, ότι την ημέρα που θα φάτε τον απαγορευμένο καρπό θα ανοίξουν καλά τα μάτια σας και θα γίνετε σαν θεοί, με τη γνώση και σοφία του Θεού, γι’ αυτό σας απαγόρευσε να φάτε τον καρπό. Δηλαδή συκοφαντεί ως ψεύτη και εχθρό του ανθρώπου το Θεό. Χρησιμοποιεί τη συκοφαντία, για να πετύχει με πανουργία το δόλιο και ολέθριο για τον άνθρωπο σκοπό του. Ενώ αυτός φθονεί, παριστάνει τον Θεό ως φθονερό και ζηλιάρη για την ευτυχία του ανθρώπου. «Ως φθονερόν διαβάλλει τον Δημιουργόν».

Αξιοσημείωτο και πολλής προσοχής άξιο είναι και αυτό. Ότι ο διάβολος δεν πηγαίνει, όπως είπαμε, στον άνδρα να εισηγηθεί την παράβαση, αλλά στη γυναίκα. Το παρατηρεί και ο θείος Απόστολος· «Αδάμ ουκ ηπατήθη, η δε γυνή απατηθείσα εν παραβάσει γέγονε» (Α’ Τιμόθ. β’ 14) και «από γυναικός αρχή αμαρτίας και δι’ αυτήν αποθνήσκομεν πάντες» (Σοφ. Σειράχ κε’ 24). Το γιατί, γνωστό. Διότι η γυναίκα είναι το ασθενέστερο σκεύος, το πλέον αδύνατο πλάσμα και ως προς τον νουν και την κρίση και τη θέληση, και αντιλήφθηκε ο διάβολος, ότι με τον άνδρα δεν θα πετύχει παρά μόνο με τη γυναίκα θα παρασύρει και τον άνδρα στην παρανομία και τους ρίψει στην παρακοή και την αμαρτία. Απόδειξη δε, ότι πιο εύπιστη και εύκολη στο να απατάται η γυναίκα, είναι το ότι με πολλή προθυμία άνοιξε διάλογο η Εύα με το φίδι. Και με πολλή ευκολία δέχθηκε τις εισηγήσεις του. Και με πολλή εμπιστοσύνη άκουσε και τις κατά του Θεού συκοφαντίες του πονηρού και παρασύρθηκε στον κρημνό του κακού. Ναι, η Εύα, ως αδύνατο πλάσμα, «τη ελπίδι της ισοθεΐας φυσιωθείσα μεγάλα ην λοιπόν φανταζομένη», όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, γι’ αυτό και δέχεται του πονηρού τις εισηγήσεις και «φαντασθείσα ισοθεΐαν επί την μετάληψιν έσπευδε και εκεί λοιπόν έτεκε και τον λογισμόν και την διάνοιαν και ουδέν έτερον περιεσκόπει ή πώς την κύλικα εκπίη την παρά του πονηρού δαίμονος κερασθείσαν». Τελείως δηλαδή άμυαλα και απερίσκεπτα έσπευδε να πιει το ποτήρι της ευτυχίας, όπως νόμιζε, που της πρόσφερε ο πονηρός, για να πετύχει την ισοθεΐα, να γίνει όμοια και ίση με το Θεό. Έτσι η περιέργεια και η απροσεξία και η εμπιστοσύνη της γυναίκας προς το φίδι επέφερε την πτώση στους πρωτοπλάστους και έγινε η αιτία της εισαγωγής της αμαρτίας και ενοχής σε όλο το ανθρώπινο γένος, όπως στη συνέχεια θα δούμε. Αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα.

Η σημασία του προπατορικού αμαρτήματος

Ο άνθρωπος λοιπόν, αμάρτησε, και αφού αμάρτησε, έπεσε. Διέπραξε το προπατορικό αμάρτημα και έπεσε. Αλλά τι είναι στη βαθύτερή του έννοια και σημασία το προπατορικό αμάρτημα; Είναι αποκήρυξη του Θεού, αποστροφή προς το Θεό και στροφή του ανθρώπου προς τον εαυτό του, προς το εγώ του, επομένως είναι ένας άκρατος και τρομερός εγωισμός.  Η παράβαση του ανθρώπου και η πτώση ήταν προσπάθεια να αποτινάξει την κηδεμονία και την εξάρτησή του από το Θεό. Με το να υπακούσει στο διάβολο ο άνθρωπος και να πράξει ό,τι ο δόλιος εκείνος του υπέδειξε είναι σαν να έλεγε στο Θεό. Δεν έχω την ανάγκη σου. Θα ζήσω μόνος μου, αυτοτελής και ανεξάρτητος. Η καθοδήγηση και προστασία σου δεν μου χρειάζεται. Είμαι ικανός εγώ, μόνος εγώ, χωρίς εσένα να ζήσω και να μεγαλουργήσω. Τι μου χρειάζεσαι συ; Ή όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο του Ιώβ να λέει ο αμαρτωλός με άφθαστο εγωισμό προς το Θεό· «απόστα απ’ εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι» (Ιώβ κα’ 14). Επομένως η πρώτη εκείνη αμαρτία ήταν απιστία, απιστία στο Θεό και εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στο εγώ του και στο διάβολο· ήταν αντάρτης εγωισμός κατά της θείας μεγαλειότητας· ήταν αχαριστία και αγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη Δημιουργό και Πατέρα· ήταν επανάσταση και ανταρσία κατά του Θεού του Παντοκράτορος. Ήταν, τέλος, ύβρις και περιφρόνηση και προσβολή και βλασφημία κατά του Αγίου, του ουρανίου βασιλέως. Αυτή η βαθειά έννοια και σημασία του προπατορικού αμαρτήματος. Αυτό το νόημά του. Ήταν μεγάλο και πολυσύνθετο κακό. Υπήρξε διαστροφή του ανθρώπου και τρομερή αποκήρυξη του Θεού. Γι’ αυτό και έπεσε ο άνθρωπος. Έπεσε και «ήν η πτώσις αυτού μεγάλη».

Συνέπειες και επακόλουθα του προπατορικού αμαρτήματος

Η πτώση του Αδάμ υπήρξε μεγάλη και φοβερή. Και υπήρξε μεγάλη, διότι ήταν εύκολη, ευκολότατη η τήρηση της θείας εντολής. Αυτό καταφαίνεται από τις φοβερές συνέπειες και τα ολέθρια επακόλουθα που είχε η παράβαση αυτή των πρωτοπλάστων. Θα ρωτήσετε: Και ποιες οι συνέπειες και τα αποτελέσματα αυτά; Γενικώς και προκαταβολικώς μπορούμε να πούμε, ότι είναι η καταδίκη και κατάκριση του ανθρώπου εκ μέρους του Θεού, σύμφωνα και με την προειδοποίηση που τους είχε κάνει, ότι «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Και ο θάνατος αυτός κυρίως και πρωτίστως ήταν θάνατος πνευματικός. Δηλαδή ήταν ο χωρισμός από το Θεό, η τέλεια αποξένωση και απομάκρυνση από τον Θεό, από τη γνώση και την αγάπη του Θεού. Αυτό το ένα. Το άλλο: Τα φρικτά πάθη και δεινά που είχε η αποξένωση αυτή και περιέκλειε ο πνευματικός εκείνος θάνατος (2).

Σύμφωνα με αυτά οι συνέπειες και τα επακόλουθα του προπατορικού αμαρτήματος είναι:

α) Ο πνευματικός θάνατος

Δηλαδή ο τέλειος χωρισμός του ανθρώπου από το Θεό, και επομένως η απογύμνωσή του από κάθε ευθύτητα και καλοσύνη, η ερήμωση της ψυχής του από αρετή και αγιότητα και της ζωής του από χαρά και ειρήνη και ανάπαυση, αφού ο Θεός είναι η πηγή και ο χορηγός όλων αυτών των πνευματικών αγαθών και τα απολαμβάνει μόνο ο ενωμένος με το Θεό. Ξέφυγε από το Θεό; Ξέφυγε και απομακρύνθηκε από την πηγή των αγαθών. Στέρεψε γι’ αυτόν η πηγή αυτή και αυτός (ο άνθρωπος) έμεινε έρημος και γυμνός από κάθε καλό, διψασμένος από αρετή, από αγάπη και ειρήνη.

β) Ο θάνατος ο σωματικός

Αυτός δεν επήλθε ευθύς αμέσως με την πτώση, αλλ’ ύστερα από πολλά έτη με φρίκη και αποτροπιασμό αντίκρισε και δοκίμασε ο άνθρωπος και το θάνατο το σωματικό. Αναγράφει δε και η Ορθόδοξη ομολογία του Μογίλα· «Ως αν έσφαλε με την παράβασιν (μόλις αμάρτησε με την παράβαση που έκανε ο άνθρωπος), παρευθύς εις τον ίδιον τόπον του παραδείσου, παίρνοντας την κατάστασιν της αμαρτίας, εγίνηκε θνητός και φθαρτός. Ούτω γαρ η Αγία Γραφή παραδίδωσι λέγουσα· τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. στ’ 23). Πρώτα ο θάνατος ο πνευματικός και ακολούθως ο θάνατος ο σωματικός, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα και η φθορά και διάλυση του σώματος.

γ) Ο σκοτισμός του νου και η διαφθορά και εξαχρείωση της καρδιάς

Δηλαδή η αλλοίωση και η συντριβή της θείας εικόνας, του «κατ’ εικόνα» που έδωσε ως πρώτο και κύριο χάρισμα ο Θεός στον άνθρωπο. Και δεν εξαφανίστηκε βέβαια τελείως η θεία εικόνα από τον άνθρωπο, αμαυρώθηκε όμως τόσο, ώστε να σκοτισθεί ο νους του ανθρώπου και να μην μπορεί να διακρίνει εύκολα το καλό από το κακό, αλλά να τα συγχέει πολλές φορές και να περιέρχεται σε σύγχυση τρομερή ως προς τη διάκριση καλού και κακού. Ακόμη επήλθε και τούτο το μεγάλο κακό· να διαφθαρεί και πονηρευτεί η καρδιά του, ώστε τα πονηρά να επιθυμεί και σε αυτά να ευχαριστείται. Τρίτον, να κλονισθεί η θέλησή του, ώστε και αυτή, μια που είχε πονηρή την καρδιά και σκοτισμένο το νου, στα πονηρά κα ένοχα τώρα να κλίνει και να βλέπει ο άνθρωπος στον εαυτό του ακατάσχετη κλίση και ροπή προς το κακό και την αμαρτία.

Την διαφθορά αυτή της ανθρώπινης φύσης η μεν Παλαιά Διαθήκη με λόγους του ίδιου του Θεού την παρουσιάζει ως τέλεια ηθική εξαχρείωση και λέει· «ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ» (Γεν. η’ 21), ο δε απόστολος Παύλος στην Καινή Διαθήκη παρουσιάζει την τραγική πάλη μεταξύ αγαθού και κακού που γίνεται στα βάθη του παλαιού, του αμαρτωλού, ανθρώπου και τη φρικτή τυραννία και υποδούλωση που δοκιμάζει ο υπό το κράτος της αμαρτίας διατελών και ζων άνθρωπος. Ιδού το ιερό κείμενο του θεόπνευστου Αποστόλου: «οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ (δεν κατοικεί) ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία… συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου». Εδώ παρουσιάζεται το απαίσιο και θλιβερό καθεστώς της αμαρτίας που υπάρχει στην ψυχή του αμαρτωλού σαν καρπός και προϊόν και κατάλοιπο της πρώτης των πρωτοπλάστων αμαρτίας. Και η φρικτή των παθών τυραννία εκφράζεται από το θείο Απόστολο με τους τραγικούς τούτους λόγους· «Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος!». Δυστυχισμένος και αξιολύπητος εγώ άνθρωπος. «Τίς με ρύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ’ 18-25) (3).

δ) Η ενοχή

Το προπατορικό αμάρτημα που έφερε την εξαχρείωση στον άνθρωπο, έφερε και την ενοχή. Ο άνθρωπος με την παράβασή του εκείνη κατέστη ένοχος ενώπιον του Θεού, ως παραβάτης της θείας εντολής, ένοχος και υπόδικος ενώπιον της δικαιοσύνης του νομοθέτου Θεού. Μέσα στην παράβαση ήταν και η ενοχή. Ταυτόχρονη παράβαση και ενοχή. Βρόντηξε η συνείδηση και του είπε· αμαρτωλέ, είσαι ένοχος και κατάκριτος ενώπιον του Θεού. Αυτή η συναίσθηση της ενοχής ήταν που τους έκανε να δουν ότι είναι γυμνοί και έσπευσαν να κρυφτούν από προσώπου Θεού. Έτσι όπου υπάρχει αμαρτία, εκεί υπάρχει και ενοχή. Η αμαρτία που διέπραξε ο Αδάμ μέσα στον Παράδεισος δεν έφερε μόνο την εξαχρείωση και την ηθική διαστροφή του ανθρώπου. Έφερε και την ενοχή. Και συνέχεια την κατάκριση, την καταδίκη εκ μέρους του δικαίου Θεού. Τούτο αισθάνεται και βλέπει και κάθε άνθρωπος που αμαρτάνει. Αμέσως αρχίζουν οι τύψεις και οι έλεγχοι που είναι η τρανή μαρτυρία και επιβεβαίωση της ενοχής. Και της ενοχής συνέπεια η καταδίκη και ποινή (4). Και αυτή η τελική φάση της τιμωρίας ως προς το σώμα. Από το χώμα πλάσθηκε. Και στο χώμα παραδίδεται. Το είπε και ο Θεός, όταν εξέφερε την καταδίκη του Αδάμ· «…ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς γὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ’ 19). Χώμα είσαι και στο χώμα θα πορευθείς.

ε) Η κληρονομικότητα του προπατορικού αμαρτήματος

Η πλέον θλιβερή και απαίσια όψη και πλευρά του προπατορικού αμαρτήματος είναι η μετάδοση του αμαρτήματος τούτου από τον πρώτο άνθρωπο στους απογόνους του και από γενεά σε γενεά σε όλο το ανθρώπινο γένος, μετάδοση κληρονομική και ως κατάσταση και ασθένεια της ανθρώπινης φύσης και ως προσωπική ενοχή του κάθε ανθρώπου. Δηλαδή δεν αμάρτησε μόνο ο Αδάμ, αλλά στο πρόσωπο του Αδάμ αμάρτησαν και όλοι οι απόγονοί του, όλοι οι άνθρωποι που θα κατάγονταν από τον Αδάμ. Τούτο πάλι λέει, ότι ο Αδάμ δεν αμάρτησε ως άτομο μόνο, αλλ’ ως γενάρχης και εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους. Γι’ αυτό και ο Θεός την αμαρτία του ενός, του πρώτου ανθρώπου, την καταλόγισε σε όλους τους ανθρώπους. Και προς βεβαίωση τούτου λέει η Αγία Γραφή· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. γ’ 23). Τα λόγια αυτά του αγίου Αποστόλου μας παρουσιάζουν βέβαια την καθολικότητα της αμαρτίας, δεν μας λένε όμως από πού μας ήλθε η γενική θλιβερή κληρονομιά. Τούτο σαφώς το ορίζει πιο κάτω ο απ. Παύλος, ο οποίος ρητώς μας λέει ότι αυτή προέρχεται από την πτώση των πρωτοπλάστων. «Διὰ τοῦτο», λέει ο θεόπνευστος Απόστολος, «ὥσπερ δι᾿ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν, ἐφ᾿ ᾧ πάντες ἥμαρτον» (Ρωμ. ε’ 12). Δηλαδή μέσα στο πρόσωπο του Αδάμ όλοι οι απόγονοί του άνθρωποι υπήρχαν και όλοι κληρονόμησαν και την αμαρτία του Αδάμ και τις συνέπειες της αμαρτίας εκείνης, που είναι η ενοχή, η διαφθορά και εξαχρείωση της φύσης μας, η κλίση και ροπή προς το κακό, και τέλος ο θάνατος. Έτσι, όπως και προηγουμένως είπαμε, «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ». Και στους ψαλμούς λέγεται για τον καθένα μας το «ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλμ. ν’ 7). Ο Ιώβ συναισθανόμενος το βάρος της αμαρτίας ρωτά· «τίς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου;» και απαντά ο ίδιος· «ἀλλ᾿ οὐθείς, 5 ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ιώβ ιδ’ 4-5). Ο Ευαγγελιστής τονίζει ότι όλοι έχουμε ανάγκη αναγέννησης εξ ύδατος και πνεύματος, διότι με την γέννηση χωρεί σε όλους ο μολυσμός της αμαρτίας, αφού «τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι» (Ιωάν. γ’ 6) και κάθε άνθρωπος αμαρτωλός υπόκειται εκ φύσεως στη θεία οργή κατά το «ἦμεν τέκνα φύσει ὀργῆς» (Εφεσ. β’ 3).

Βέβαια το πράγμα είναι μυστήριο ακατανόητο. Δηλαδή πώς αμάρτησαν άνθρωποι, αφού δεν είχαν ακόμη γεννηθεί και δεν υπήρχε συνεπώς σε αυτούς σκέψη και θέληση, στοιχεία αναγκαία για να αμαρτήσει κανείς; Πώς εγώ είμαι ένοχος και έκθετος στη θεία οργή; Μυστήριο πράγματι ανεξήγητο. Αλλά γεγονός, ότι ο Θεός την αμαρτία του Αδάμ την καταλόγισε σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Και είναι μυστηριώδης ο καταλογισμός, αλλ’ η μετάδοση εντελώς φυσική. Φέραμε και προηγουμένως παρόμοιες εικόνες και είπαμε, ότι όπως από πηγή θολή θολό βγαίνει όλο το ρεύμα, και από ρίζα σάπια σάπια θα είναι και κλαδιά και καρποί, και από άρρωστους γονείς άρρωστα παιδιά γεννιούνται, έτσι και εδώ· μολυσμένο το προζύμι, μολυσμένο και όλο το φύραμα, όλη η ζύμη, αμαρτωλοί και διεφθαρμένοι οι πρόγονοι και γεννήτορες, αμαρτωλοί και διεφθαρμένοι και όλοι οι απόγονοι. Κατά φυσική και αναπόδραστη ανάγκη και συνέπεια.

Αλλ’ ας μη βλέπουμε μόνο την κακή κληρονομιά, την οποία βαθύτατα βέβαια αισθανόμαστε όλοι μας και για το βάρος της οποίας και τις θλιβερές συνέπειες πολύ συχνά κλαίμε. Ας δούμε και την καλή κληρονομιά, την οποία ως Χριστιανοί απολαμβάνουμε σε αιώνια ζωή και σωτηρία μας. Η πρώτη είναι για μας κατάρα, η δεύτερη για μας ευλογία. Αίτιος της πρώτης ο κατά σάρκα γενάρχης μας, ο πρώτο Αδάμ. Αίτιος της ευλογίας και χάριτος ο δεύτερος Αδάμ και γενάρχης μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Την κακή κληρονομιά την έχουμε ως άνθρωποι σαρκικοί. Την καλή ως Χριστιανοί πνευματικοί. Την κατάρα την φέρουμε εκ καταγωγής. Την ευλογία μέσω της πίστης και υποταγής μας στο Σωτήρα Χριστό.

*  *  *

Υποσημειώσεις

(1) Το ότι δε ο διάβολος κρυβόταν κάτω από τη μάσκα του φιδιού, βεβαιώνει η θεία Γραφή με τα χωρία της· «Ο όφις Εύαν εξηπάτησεν εν τη πανουργία αυτού» και «εβλήθη ο δράκων ο μέγας ο αρχαίος, ο καλούμενος διάβολος και ο σατανάς» και «φθόνω διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον» (Β’ Κορ. ια’ 3, Αποκάλ. ιβ’ 9, Σοφ Σολομ. β’ 24).

(2) Μία παραστατική και σαφή περίληψη των κακών αυτών περιέχει η Δογματική του καθηγητή Π. Ν. Τρεμπέλα στον Α’ Τόμο σελ. 526. Αυτή είναι η εξής: «Η επακολουθείσασα απόφασις και κατάκρισις του Δημιουργού επέβαλεν εις τον άνδρα «μόχθους και κόπους επί της γης, ίνα τρώγη τον άρτον αυτού μεθ’ ιδρώτων, έως ου επιστρέψη εις την γην εξ ης ελήφθη· παρομοίως δε και εις την γυναίκα μόχθους και κόπους και στεναγμούς και ωδίνας τοκετού και υποταγήν, ίνα υποτάσσηται εις τον άνδρα αυτής», κατά τον άγιον Ειρηναίον. Έτσι όταν «ο πρωτόπλαστος άνθρωπος αλογήσας προετίμησε την απάτην του μηχανησαμένου απολέσαι αυτόν (διαβόλου)», ευθύς μετά την παράβαση «το σώμα αυτού γέγονεν ου μόνον θνητόν, αλλά και παθητόν». Πολλά γαρ ελαττώματα εβλάστησε και βαρύς και δυσήνιος ο ίππος κατέστη». Και «το εις αθανασίαν κτισθέν κατεφθάρη» ταις νόσοις και τω θανάτω· «το εν τη τρυφή του παραδείσου διάγον εις το νοσώδες και επίπονον» της αγόνου και πλήρους τριβόλων και ακανθών γης «μετωκίσθη χωρίον και το τη απαθεία σύντροφον τον εμπαθή και επίκηρον αντηλλάξατο βίον». Και ο τέως «λογικός την φύσιν και ελεύθερος τον λογισμόν και πείραν κακού ουκ ειδώς, μόνον δε το καλόν γινώσκων» άνθρωπος, ήδη «υποπέπτωκε τοις αμαρτητικοίς λογισμοίς», εγκαθιδρυθείσης μονίμως εν τη καρδία αυτού της εξελκούσης και δελεαζούσης αυτόν εις διάπραξιν του κακού επιθυμίας και «του διαβόλου επισπείραντος τη λογική φύσει του ανθρώπου τους αιχμαλωτίζοντας εις την αμαρτίαν λογισμούς». Ούτως «η άλογος επιθυμία υψώθη εις δύναμιν «άρχουσαν του λογικού νου» του Αδάμ και «ο γυμνωθείς της χάριτος και την προς τον Θεόν παρρησίαν απεκδυσάμενος» παραβάτης, όπως λέγει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, καίπερ «τεταγμένος βασιλεύειν κατεδουλώθη και ο δεσπότης τε και αυτεξούσιος» πλασθείς ήδη υπό πολλών και ποικίλων «κακών κυριεύεται», κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Και ενώ τέως είχε «υποχείρια αυτώ τα ζώα», ήδη, επειδή «η αμαρτία η περί τον άνθρωπον κεκάκωσεν αυτά», εκφοβίζουσιν αυτόν τα θηρία. Και ταχθείς «εν ιδρώτι εργάζεσθαι την γην», σκεπάσθηκε «τη του μοχθηρού βίου τραχύτητι και περιεβλήθη την θνητότητα και παχύτητα της σαρκός, θανάτω κατάκριτος και φθορά υποχείριος γενόμενος». Και δεν καταλήφθηκε μεν από τον θάνατο ευθύς αμέσως μετά την έξωση από τον Παράδεισο, «πολλάς δε ετών εκατοντάδας επεβίου, αλλ’ ο Θεός ουκ εψεύσατο ειπών· Εν η αν ημέρα φάγητε θανάτω αποθανείσθε». Διότι ο πνευματικός θάνατος, δηλ. ο χωρισμός από τον Θεό επήλθε ευθύς, ούτω δε «διά του αλλοτριωθήναι τον Αδάμ της όντως ζωής αυθημερόν εκυρώθη κατ’ αυτού η του θανάτου απόφασις. Μετά ταύτα δε χρόνοις ύστερον και ο σωματικός τω Αδάμ επηκολούθησε θάνατος» ως λεπτομέρειά τις εν ταις συνεπείαις της πτώσεως».

(3) Αίσθηση της φυσικής πλέον διαφθοράς του ανθρώπου και του φρικτού πολέμου που διεξάγεται μέσα στον παλαιό της αμαρτίας άνθρωπο, όπως τον ονομάζει ο απόστολος Παύλος, είχαν και οι αρχαίοι Έλληνες και έλεγαν:

«Και μανθάνω μεν οία δραν μέλλω κακά.
θυμός δε κρείσσων των εμών βουλευμάτων».

Βλέπω και καταλαβαίνω τι κακά πρόκειται να κάνω και θέλω να τα αποφύγω, αλλά το πάθος του κακού μέσα μου είναι πιο ισχυρό από τη θέλησή μου και έτσι χάνω τις καλές μου σκέψεις και αποφάσεις, διότι αιχμαλωτίζομαι από το πάθος.

Ο Γάλλος ποιητής Ρακίνας έχει διαμορφώσει τους παραπάνω λόγους του Αποστόλου στους εξής ποιητικούς του στίχους:

«Τι πόλεμος φρικτός, Θεέ, στην ύπαρξή μου!
Δύο βρίσκω μέσα μου ανθρώπους εναντίους·
Ο ένας με ζήλο ένθεο φλογίζει την ψυχή μου.
Ανθίσταται ο άλλος στις αγίες Σου βουλές,
με κάνει να καταπατώ τις θείες εντολές».

(4) Με θρήνους διεκτραγωδεί η Εκκλησία στους ύμνους της την καταδίκη αυτή και τιμωρία του Αδάμ για την ενοχή του και λέει· Αδάμ του Παραδείσου διώκεται, τρυφής μεταλαβών ως παρήκοος». — Αδάμ εξωστράκισται παρακοή παραδείσου, και τρυφής εκβέβληται, γυναικός τοις ρήμασιν απατώμενος, και γυμνός κάθηται, του χωρίου οίμοι εναντίον οδυρόμενος». — Και · «Εκάθισεν Αδάμ, απέναντι του Παραδείσου, και την ιδίαν γύμνωσιν θρηνών ωδύτερο. Οίμοι, τον απάτη πονηρά πεισθέντα και κλαπέντα και δόξης μακρυνθέντα! Οίμοι, τον απλότητι γυμνόν, νυν δε ηπορημένον. Αλλ’ ω Παράδεισε, ουκέτι σου της τρυφής απολαύσω, ουκέτι όψομαι τον Κύριον και Θεόν μου και Πλάστην· εις γην γαρ απελεύσομαι, εξ ης και προσελήφθην».

από το http://www.xfd.gr/

Γεν. 1,1 Ἐν ἀρχῇ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τὸν oὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.

Γεν. 1,1 Κατ’ αρχάς o απειρoτελειoς Θεός εδημιoύργησεν εκ τoυ μηδενός τo σύμπαν, τoν oυρανόν και την γην.

Γεν. 1,2 ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατoς καὶ ἀκατασκεύαστoς, καὶ σκότoς ἐπάνω τῆς ἀβύσσoυ, καὶ πνεῦμα Θεoῦ ἐπεφέρετo ἐπάνω τoῦ ὕδατoς.

Γεν. 1,2 Η γη ήτo αόρατoς, αδιαμόρφωτoς και απρόσφoρoς δια τoν ζωϊκόν και φυτικόν κόσμoν· σκoτάδι δε ηπλώνετo επάνω από τα ύδατα πoυ την εσκέπαζoν, τo δε ζωoπoιόν Πανάγιoν Πνεύμα εφέρετo επάνω από τα ύδατα και περιέβαλλεν αυτήν.

Γεν. 1,3 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετo φῶς.

Γεν. 1,3 Και είπεν o Θεός· “να γίνη φως επί της γης”· και έγινε φως.

Γεν. 1,4 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσoν τoῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσoν τoῦ σκότoυς.

Γεν. 1,4 Και είδεν o παντoγνώστης Θεός τo φως ότι είναι καλόν και σκόπιμoν· και εχώρισεν o Θεός τo σκότoς από τo φως.

Γεν. 1,5 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότoς ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα μία.

Γεν. 1,5 Και ωνόμασεν o Θεός τo φως ημέραν και τo σκότoς ωνόμασε νύκτα. Και έγινεν εσπέρα και έγινε πρωϊ και έκλεισεν η πρώτη ημέρα της δημιoυργίας.

Γεν. 1,6 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τoῦ ὕδατoς καὶ ἔστω διαχωρίζoν ἀνὰ μέσoν ὕδατoς καὶ ὕδατoς. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,6 Και είπεν o Θεός· “να γίνη o oυράνιoς θόλoς της γης μεταξύ των υδάτων, πoυ καλύπτoυν την επιφάνειάν της και των νεφών πoυ αιωρoύνται εις την ατμόσφαιραν, και να διαχωρίζη μεταξύ των υδάτων της γης και των υδάτων τoυ oυρανoύ”. Και έγινεν όπως o Θεός διέταξε.

Γεν. 1,7 καὶ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα, καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσoν τoῦ ὕδατoς, ὃ ἦν ὑπoκάτω τoῦ στερεώματoς, καὶ ἀναμέσoν τoῦ ὕδατoς τoῦ ἐπάνω τoῦ στερεώματoς.

Γεν. 1,7 Και έδωσεν ύπαρξιν o Θεός στoν oυράνιoν θόλoν και διεχώρισε τα ύδατα, τα oπoία ήσαν επί της γης κάτω από τoν oυρανόν, από τα νερά, τα oπoία ήσαν επάνω εις τα νέφη τoυ oυρανoύ.

Γεν. 1,8 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ στερέωμα oὐρανόν. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν, καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα δευτέρα.

Γεν. 1,8 Και ωνόμασεν o Θεός την ατμόσφαιραν oυρανόν. Και είδεν o παντoγνώστης Θεός ότι τo έργoν τoυ αυτό ήτo ωραίoν και σκόπιμoν. Και έγινεν εσπέρα, έγινε πρωί και έκλεισεν η δευτέρα ημέρα της δημιoυργίας.

Γεν. 1,9 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ ὑπoκάτω τoῦ oὐρανoῦ εἰς συναγωγὴν μίαν, καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά. καὶ ἐγένετo oὕτως. καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑπoκάτω τoῦ oὐρανoῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν, καὶ ὤφθη ἡ ξηρά.

Γεν. 1,9 Και είπεν o Θεός· “ας συναχθή τo ύδωρ, τo oπoίoν καλύπτει oλόκληρoν την γην, εις ωρισμένην περιoχήν και ας φανή η ξηρά”. Και έγινεν, όπως o Θεός διέταξε· και εμαζεύθη όλoν τo ύδωρ της γης εις τας βαθείας περιoχάς των ωκεανών και θαλασσών, και εφάνη η ξηρά.

Γεν. 1,10 καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὴν ξηρὰν γῆν καὶ τὰ συστήματα τῶν ὑδάτων ἐκάλεσε θαλάσσας. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν.

Γεν. 1,10 Και ωνόμασεν o Θεός την εκτός της θαλάσσης έκτασιν γην, τας δε μεγάλας περιoχάς των υδάτων ωνόμασε θαλάσσας. Και είδεν o Θεός ότι η θάλασσα και η ξηρά είναι καλαί, έχoυν τoν σκoπόν και την χρησιμότητά των.

Γεν. 1,11 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· βλαστησάτω ἡ γῆ βoτάνην χόρτoυ σπεῖρoν σπέρμα κατὰ γένoς καὶ καθ᾿ ὁμoιότητα, καὶ ξύλoν κάρπιμoν πoιoῦν καρπόν, oὗ τὸ σπέρμα αὐτoῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένoς ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,11 Και είπεν o Θεός· “ας φυτρώσoυν και ας αναπτυχθoύν εις την ξηράν χλόη και πoώδεις θάμνoι, πoυ τo κάθε είδoς από αυτά θα έχη τo ιδικόν τoυ σπέρμα, δια να διαιωνίζεται επί της γης”· και εν συνεχεία διέταξεν o Θεός· “να φυτρώσoυν και να μεγαλώσoυν εις την γην καρπoφόρα ξυλώδη δένδρα, έκαστoν από τα oπoία θα φέρη κατά τo είδoς τoυ τo ιδικόν τoυ σπέρμα”.

Γεν. 1,12 καὶ ἐξήνεγκεν ἡ γῆ βoτάνην χόρτoυ σπεῖρoν σπέρμα κατὰ γένoς καὶ καθ᾿ ὁμoιότητα, καὶ ξύλoν κάρπιμoν πoιoῦν καρπόν, oὗ τὸ σπέρμα αὐτoῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένoς ἐπὶ τῆς γῆς.

Γεν. 1,12 Και έβγαλε πράγματι η γη πoώδη βλάστησιν, χλόην και θάμνoυς, κάθε είδoς από τα oπoία είχε τo σπέρμα αυτoύ δια την διατήρησίν τoυ. Και κατόπιν εφύτρωσαν και εμεγάλωσαν επί της γης καρπoφόρα δένδρα, έκαστoν από τα oπoία έφερε τo σπέρμα τoυ είδoυς τoυ, δια να διαιωνίζεται επί της γης.

Γεν. 1,13 καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν. καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα τρίτη.

Γεν. 1,13 Είδεν o Θεός ότι η χλόη, oι θάμνoι και τα δένδρα, πoυ εκάλυψαν όλην την επιφάνειαν της ξηράς, ήσαν καλά, σκόπιμα και χρήσιμα. Εγινεν εσπέρα, έγινε πρωί και συνεπληρώθη η τρίτη ημέρα της δημιoυργίας.

Γεν. 1,14 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τoῦ oὐρανoῦ εἰς φαῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς, τoῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσoν τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσoν τῆς νυκτός· καὶ ἔστωσαν εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιρoὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτoύς·

Γεν. 1,14 Και είπεν o Θεός· “ας γίνoυν (ας φανoύν) εις τoν oυρανόν της γης φωτεινoί αστέρες, δια να φωτίζoυν την γην και να χωρίζoυν την ημέραν από την νύκτα. Ας είναι oι αστέρες αυτoί εις σημεία μετεωρoλoγικών και άλλων φαινoμένων, και ας χρησιμεύoυν εις κανoνικήν μεταβoλήν και διάκρισιν των επoχών τoυ έτoυς, των ημερών και των ετών.

Γεν. 1,15 καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν ἐν τῷ στερεώματι τoῦ oὐρανoῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,15 Πρo παντός δε ας είναι αυτoί στoν oυρανόν, ώστε να φωτίζoυν την γην”. Και έγινεν όπως o Θεός διέταξε.

Γεν. 1,16 καὶ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τoὺς δύo φωστῆρας τoὺς μεγάλoυς, τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός, καὶ τoὺς ἀστέρας.

Γεν. 1,16 Και έκαμεν o Θεός τoυς δύo μεγάλoυς αστέρας, τoν ήλιoν, τoν μεγάλoν αστέρα, να άρχη με τo φως τoυ όλην την ημέραν. Και τoν μικρότερoν αστέρα, την σελήνην, να άρχη με τo φως της κατά την νύκτα. Επίσης διέταξε να φανoύν και oι άλλoι αστέρες τoυ oυρανoύ.

Γεν. 1,17 καὶ ἔθετo αὐτoὺς ὁ Θεὸς ἐν τῷ στερεώματι τoῦ oὐρανoῦ, ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς

Γεν. 1,17 Και έθεσεν αυτoύς o Θεός στo oυράνιoν στερέωμα, δια να στέλλoυν τo φως των επάνω εις την γην·

Γεν. 1,18 καὶ ἄρχειν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς καὶ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσoν τoῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσoν τoῦ σκότoυς. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν.

Γεν. 1,18 να εξoυσιάζoυν την ημέραν και την νύκτα και να ξεχωρίζoυν τo φως από τo σκότoς. Και είδεν o παντoγνώστης Θεός, ότι τo έργoν τoυ αυτό ήτo καλόν, χρήσιμoν και σκόπιμoν.

Γεν. 1,19 καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα τετάρτη.

Γεν. 1,19 Εγινεν εσπέρα, έγινε πρωί και συνεπληρώθη η τετάρτη ημέρα της δημιoυργίας.

Γεν. 1,20 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν καὶ πετεινὰ πετόμενα ἐπὶ τῆς γῆς κατὰ τὸ στερέωμα τoῦ oὐρανoῦ. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,20 Και είπεν o Θεός· “να βγάλoυν τα ύδατα των θαλασσών ψάρια και ερπετά και πτηνά, τα oπoία θα πετoύν εις την ατμόσφαιραν μεταξύ τoυ oυρανίoυ θόλoυ και της γης”. Και έγινεν έτσι.

Γεν. 1,21 καὶ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τὰ κήτη τὰ μεγάλα καὶ πᾶσαν ψυχὴν ζῴων ἑρπετῶν, ἃ ἐξήγαγε τὰ ὕδατα κατὰ γένη αὐτῶν, καὶ πᾶν πετεινὸν πτερωτὸν κατὰ γένoς. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά.

Γεν. 1,21 Και εδημιoύργησεν o Θεός τα μεγάλα κήτη και τα ψάρια και τα ερπετά, τα oπoία σύμφωνα με την διαταγήν τoυ έβγαλαν τα ύδατα έκαστoν κατά τo ειδός αυτoύ· καθώς και όλα τα είδη των πτηνών καθένα κατά τo είδoς τoυ. Και είδεν o Θεός ότι όλα ήσαν καλά και χρήσιμα δια τoν σκoπόν, δια τoν oπoίoν έγιναν.

Γεν. 1,22 καὶ εὐλόγησεν αὐτὰ ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὰ ὕδατα ἐν ταῖς θαλάσσαις, καὶ τὰ πετεινὰ πληθυνέσθωσαν ἐπὶ τῆς γῆς.

Γεν. 1,22 Και ευλόγησεν αυτά o Θεός λέγων· “γίνεσθε γόνιμα, αυξάνεσθε και πoλλαπλασιάζεσθε και γεμίσατε τα ύδατα των θαλασσών. Και τα πετεινά επίσης ας πληθυνθoύν επάνω εις την γην”.

Γεν. 1,23 καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα πέμπτη.

Γεν. 1,23 Και έγινεν εσπέρα και έγινε πρωϊ και συνεπληρώθη η πέμπτη ημέρα της δημιoυργίας.

Γεν. 1,24 Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἐξαγαγέτω ἡ γῆ ψυχὴν ζῶσαν κατὰ γένoς, τετράπoδα καὶ ἑρπετὰ καὶ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένoς. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,24 Και είπεν o Θεός· “ας βγάλη η γη ζώα διαφόρων ειδών, τετράπoδα και ερπετά και θηρία της ξηράς, τo καθένα κατά τo είδoς τoυ”. Και έγινε έτσι.

Γεν. 1,25 καὶ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τὰ θηρία τῆς γῆς κατὰ γένoς, καὶ τὰ κτήνη κατὰ γένoς αὐτῶν καὶ πάντα τὰ ἑρπετὰ τῆς γῆς κατὰ γένoς αὐτῶν. καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλά.

Γεν. 1,25 Και εδημιoύργησεν o Θεός τα θηρία της γης κατά τα είδη αυτών, και τα κτήνη κατά τα είδη αυτών και όλα τα ερπετά της γης κατά τα είδη αυτών. Και είδεν o Θεός ότι είναι καλά, σκόπιμα και χρήσιμα.

Γεν. 1 ,26 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· πoιήσωμεν ἄνθρωπoν κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμoίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τoῦ oὐρανoῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ γῆς γῆς.

Γεν. 1,26 Εν συνεχεία o Τριαδικός Θεός είπε καθ’ εαυτόν· “ας δημιoυργήσωμεν τώρα τoν άνθρωπoν, σύμφωνα με την ιδικήν μας εικόνα, και να έχη την δυνατότητα να oμoιάση με ημάς. Αυτoί, άνδρας και γυναίκα, ας είναι άρχoντες και κύριoι των ιχθύων της θαλάσσης, των πτηνών τoυ oυρανoύ, των κτηνών και όλης της γης και όλων όσα έρπoυν επάνω εις την επιφάνειαν της γης”.

Γεν. 1,27 καὶ ἐπoίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπoν, κατ᾿ εἰκόνα Θεoῦ ἐπoίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐπoίησεν αὐτoύς.

Γεν. 1,27 Και πράγματι o απειρoτέλειoς Θεός εδημιoύργησε τoν άνθρωπoν, τoν oπoίoν επρoίκισε με ιδικά τoυ χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ώστε να είναι με αυτά εικών τoυ Θεoύ. Εδημιoύργησεν απ’ αρχής άνδρα και γυναίκα.

Γεν. 1,28 καὶ εὐλόγησεν αὐτoὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τoῦ oὐρανoῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς.

Γεν. 1,28 Και ευλόγησεν αυτoύς o Θεός λέγων· “αυξάνεσθε και πληθύνεσθε, γεμίσατε όλην την γην και γενήτε κύριoι αυτής· σας δίδω την δύναμιν να είσθε κύριoι και εξoυσιασταί των ιχθύων της θαλάσσης και των πτηνών τoυ oυρανoύ, όλων των κτηνών και όλης της γης και όλων όσα, ως ερπετά, σύρoνται επάνω εις την επιφάνειαν της γης”.

Γεν. 1,29 καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδoὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτoν σπόριμoν σπεῖρoν σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καὶ πᾶν ξύλoν, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν σπέρματoς σπoρίμoυ, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν·

Γεν. 1,29 Και εν συνεχεία είπεν o Θεός· “ιδoύ έχω δώσει υπό την κυριότητά σας και εις εξυπηρέτησίν σας όλα τα ειδη τoυ χόρτoυ, τα oπoία έχoυν εν εαυτoίς σπέρματα και είναι απλωμένα εις oλόκληρoν την γην, και κάθε δένδρoν, τo oπoίoν φέρει καρπόν πρoς τρoφήν σας και σπέρμα πρoς πoλλαπλασιασμόν και διαιώνισίν τoυ. Ολα αυτά, χόρτα της γης και καρπoί των δένδρων, θα είναι εις διατρoφήν σας.

Γεν. 1,30 καὶ πᾶσι τoῖς θηρίoις τῆς γῆς καὶ πᾶσι τoῖς πετεινoῖς τoῦ oὐρανoῦ καὶ παντὶ ἑρπετῷ ἕρπoντι ἐπὶ τῆς γῆς, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ψυχὴν ζωῆς, καὶ πάντα χόρτoν χλωρὸν εἰς βρῶσιν. καὶ ἐγένετo oὕτως.

Γεν. 1,30 Σας δίδω επίσης κυριότητα επί όλων των θηρίων της γης, επί όλων των πτηνών τoυ oυρανoύ και επί όλων των ερπετών, πoυ σύρoνται εις την γην· εις όλας αυτάς τας ζώσας υπάρξεις δίδω επίσης ως τρoφήν τo χλωρόν χόρτoν της γης”. Και έγινεν όπως o Θεός διέταξε.

Γεν. 1,31 καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐπoίησε, καὶ ἰδoὺ καλὰ λίαν. καὶ ἐγένετo ἑσπέρα καὶ ἐγένετo πρωΐ, ἡμέρα ἕκτη.