Archive for the ‘ο Χριστός στην Ιστορία’ Category

 

«και τούτο οφείλουμε να ξέρουμε ότι ο Θεός δεν θα τιμωρήσει κανέναν στο μέλλον, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του ικανό να συμμετέχει στη ζωή του Θεού. Όμως η συμμετοχή στη ζωή του Θεού είναι απόλαυση ενώ η απόσταση απ’ Αυτόν Κόλαση» ( Ιωάννης Δαμασκηνός )

 

«ουδέ γαρ ο πατήρ κρίνει ουδένα αλλά την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω υιώ» ( Ιωαν. ε:22 )

 

Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: » όπως ακριβώς για την συγχώρηση των αμαρτημάτων από εμάς γίνεται η αρχή ( εννοεί την εντολή του Κυρίου «εάν συγχωρήσετε στους ανθρώπους ό,τι κακό σα έχουν κάμει, θα συγχωρήσει και τα δικά σας ο ουράνιος Πατέρας»), έτσι και κατά την κρίση ορίζοντααι από εμάς τους ίδιους τα κριτήρια της καταδίκης» ( από το βιβλίο το πάθος της κατακρίσεως, του ιερομονάχου Γρηγορίου, α΄ έκδοση 2007, σελ. 30 Εκδόσεις Δόμος ).

 

Να είσαι καλός με όλους, ελπίζοντας ότι σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του Θεού, » εν ώ μέτρο μετρείς, μετρηθήσεταί σοι» (Ματθ. ζ’ 2 ). Γιατί το καλό που έκαμες στον πλησίον σου, θα γυρίσει αργά ή γρήγορα, σε σένα. Όπως και το κακό που κάνει κανείς στον πλησίον του, αργά ή γρήγορα γυρίζει στον ίδιο. Θυμήσου ότι είμαστε ένα σώμα, ότι εμείς οι πολλοί ένας άρτος είμαστε όπως διδάσκει ο Θείος Παύλος (Α’ Κορινθ. ι’ 17 ).

(από το βιβλίο Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗ ΜΟΥ, του αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης, Εκδόσεις Παπαδημητρίου 1974)

 

Advertisements

 

 

 

Ανάλογα με την συχνότητα, την έκταση και την ποιότητα της εξομολόγησης, είναι και η διάσταση της προς τον Χριστό εξελικτικής πορείας του κάθε προσώπου.

 

 

 

Δεν είναι μόνο ο σταυρός του Χριστού «σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες» (Α’ Κορινθ. α’ 23). Και το βρέφος της Βηθλεέμ είναι ακόμη και σήμερα σκάνδαλο και μωρία για τους μη πιστεύοντες. Σημείο, που πολλοί το είδαν μα λίγοι το πίστεψαν. Σ’ όσους όμως το πίστεψαν, έδωσε ο Θεός την «εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωαν. α’ 12). Αυτή η αναγνώριση και η ανεπιφύλακτη πίστη στο σημείο του Εμμανουήλ, στο ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσν εν ημίν» (Ιωαν. α’ 14), ικάνωσε τον πιστεύοντα άνθρωπο να θεαθεί την δόξα του νηπίου, «δόξαν παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας » (Ιωαν. α’ 14).

Από το σημείο αυτό ξεκινά και σ’ αυτό ανακεφαλαιώνεται το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου, όπως το κήρυξε ο Χριστιανισμός. Πως ο Θεό; δεν είναι κάτι αλλότριο, το ξένο από τον κόσμο, κάτι αδιάφορο για τον κόσμο, το υπερβατικό, το άγνωστο. Ούτε ο φοβερός και τρομερός Θεός που σκοτώνει τα πλάσματα που τολμούν να τον προσεγγίσουν. Αλλά αυτός που ήλθε «εις τα ίδια» (Ιωαν. α’ 14), που έγινε σάρκα ανθρώπινη, που έγινε βρέφος σαν εμάς και άνθρωπος σαν εμάς, «χωρίς αμαρτίας» (Εβρ. δ’ 15). Που ανέπνευσε τον ίδιο αέρα μ’ εμάς, που έφαγε τα ίδια φαγητά μ’ εμάς, που δοκίμασε τα ίδια μ’ εμάς αδιάβλητα πάθη αδιάβλητα πάθη, που ψηλαφήθηκε από τα χέρια μας, που τα μάτια μας τον είδαν και τα υτιά μας τον άκουσαν (Α’ Ιωαν. α’ 1). Που διαλέχθηκε μαζί μας μ’ ανθρώπινο λόγο, που έλαβε τις ασθένειές μας και βάσταξε τις αρρώστιες μας (Ματθ. η’ 17 και Ησαϊα ιγ’ 4). Που πέθανε, όπως πεθαίνουμε και εμείς, για να μας αναστήσει μαζί Του ως θεός. Που δεν απέβαλε ποτέ την φύση μας την ανθρώπινη, αλλά τη φέρνει ακόμα, αφού την ανέβασε στον θρόνο τον πατρικό και την συγκάθισε στα επουράνια (Εφεσ. β’ 6).

 

Στο σημείο αυτό συναρτάται και η άλλη διάσταση του «σημείου» του βρέφους – Θεού. Αυτή η άτρεπτη και ασύγχητη ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση, που πραγμαοποιήθηκε στο πρόσωπο του θείου βρέφους, ήταν όχι μόνο σάρκωση του Θεού αλλά και θέωση της φύσεως του ανθρώπου. Πήρε την «απαρχή» του φυράματός μας και την ξανακαινούργιωσε. Κατασκεύασε με το σώμα Του την οδό προς τον Πατέρα (παράβαλε Ιωαν. ιδ’ 16), αλλά και την «καινή ρίζα», κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που μετέδωσε τη ζωή και την αφθαρσία στους βλαστούς. Αυτός έγινε η «άμπελος η αληθινή» κι εμείς «τα κλήματα». Από το «πλήρωμα της θεότητος» που κατοίκησε στην σάρκα του Χριστού (Κολοσ. β’ 9), εμέις λάβαμε «χάριν αντί χάριτος» «εκ του πληρώματος αυτού» (Ιωαν. ιε’ 1.5). Η ανάπλαση του γένους έχει ήδη συντελεστεί δυνάμει στο θεανδρικό πρόσωπο του Χριστού. Γι’ αυτό είναι ο»νέος Αδάμ» (Α’ Κορινθ. ιε’ 45), ο γεννάρχης, «ο αρχηγός της σωτηρίας ημών»(Εβρ. β’ 10). ‘Ετσι, όπως ψάλλει η Εκκλησία με το στόμα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε. Και επιγραμματικά λέγει ο Μέγας Αθανάσιος «Αυτός … ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν».

 

Και τούτο το σκέλος του μυστηρίου του «σημείου» του νηπίου – Χριστού είναι φοβερό και δυσβάστακτο, όπως και το άλλο. Το βρέφος εκείνο ήταν και είναι «Θεός αληθινός»; Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός; Καί στα δύα αυτά ερωτήματα απαντά παρήγορα και ανεπιφύλακτα ναί το γεγονός της ενανθρωπήσεως.

 

 

*******************

( Απόσπασμα από την ομιλία του κ. Ιωάννου Μ. Φουντούλη με θέμα ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του «Λειτουργικά Θέματα», Θεσσαλονίκη 1987, τόμος Η’, σελ. 97-99)

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν

 Πειραιεύς 22 Mαρτίου 2010

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ἐξ ἀφορμῆς τῶν ἀναπαντήτων δηλώσεων τοῦ δικτάτορος τῆς Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι ἀπέστειλε εἰς τήν Ἀραβικήν γλώσσαν εἰς αὐτόν διά τοῦ ἐνταῦθα Πρέσβεως τῆς «Μεγάλης, Σοσιαλιστικῆς, Λαϊκῆς, Λιβυκῆς, Ἀραβικῆς Τζαμαχιρίας» κ. Ramadan Barg τήν κάτωθεν σχετικήν ἀπάντησιν, πού ἀποτελεῖ καί μίαν θέσιν γενικωτέραν εἰς τήν ἰσλαμικήν θρησκείαν, πού ἤδη «κτυπᾶ» τήν πόρτα τῆς Εὐρώπης.

 ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ 

 Παραθέτωμεν εἰς τήν Ἑλληνικήν τό κείμενον:

 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
᾿Ακτή Θεμιστοκλέους 190
185 39 ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ

᾿Αριθμ. Πρωτ. 182

᾿Εν Πειραιεῖ τῇ 11ῃ Φεβρουαρίου 2010

Πρός Τόν Ἐξοχώτατον Κύριον Μουάμαρ Καντάφι

Πρόεδρον Μεγάλης, Σοσιαλιστικῆς, Λαϊκῆς, Λιβυκῆς, Ἀραβικῆς Τζαμαχιρίας

Εἰς ΤΡΙΠΟΛΙΝ ΛΙΒΥΗΣ

 Ἐξοχώτατε κ. Πρόεδρε,

Τυγχάνω Ἐπίσκοπος καί Μητροπολίτης τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στήν Ἑλλάδα καί διαποιμαίνω τό ἐπίνειον τῆς Πρωτευούσης τῆς Χώρας, τόν ἀσφαλῶς γνωστό καί σέ ἐσᾶς Πειραιᾶ. Θεωρῶ ἐπιβεβλημένο καθῆκον μου νά ἀπευθύνω πρός τήν Ἐξοχότητά Σας τήν ἐπιστολή μου αὐτήν διά νά ἀπαντήσω, ὡς ὀφείλω ἐκ τῆς ἰδιότητός μου καί τῆς θρησκευτικῆς μου πίστεως, πρός ὅσα δημόσια ἡ Ἐξοχότητά Σας δήλωσε στίς 16/11/2009 στήν Ρώμη τῆς Ἰταλίας, ὅπου συμμετείχατε στήν Σύνοδο Κορυφῆς τοῦ F.A.O., ἀναφερόμενος στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἰσχυριζόμενος ὅτι «ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά τούς Ἑβραίους, ὄχι γιά ἐσᾶς, ἐνῶ ὁ Μωάμεθ ἦλθε γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους», προσθέτων ὅτι: «δέν ἦταν ὁ Χριστός αὐτός πού σταυρώθηκε ἀλλά κάποιος πού τοῦ ἔμοιαζε», προτρέπων τό ἀκροατήριό Σας ἀποτελούμενο ἀπό νεαρές κυρίες νά προσηλυτισθεῖ στό Ἰσλάμ. Θέλω λοιπόν νά Σᾶς ἀπαντήσω κάνοντας δύο κατ’ ἀρχάς ἐπισημάνσεις. Ἡ πρώτη, ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μου μετά τῆς Ἐξοχότητός Σας δέν σημαίνει ὅτι ἀναγνωρίζω τό καθεστώς πού ἔχετε ἐπιβάλλει στήν χώρα τῆς Λιβύης, μετά τῆς ὁποίας ἡ πατρίδα μου εἶχε διαχρονικά σχέσεις φιλίας καί καλῆς γειτονίας καί ἡ δεύτερη ὅτι αὐτοκλήτως σχολιάζω καί ἀπαντῶ στίς ἀνωτέρω διακηρύξεις Σας πού ἀλλοιώνουν τήν θρησκευτική μου πίστη, μετά πάροδο τριῶν μηνῶν, διότι ἀνέμενα τήν ἀπαιτουμένην ἐκ τῶν προκλητικῶν δηλώσεών Σας ἀπάντησιν τῆς παγκοσμίου χριστιανικῆς κοινότητος καί εἰδικώτερον τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Θρησκευτικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία παρά τήν αἱρετική της ἀπόκλιση καί τήν στρέβλωση τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος ἀποτελεῖ μίαν ὁμολογίαν πού πιστεύει εἰς τό θεανδρικόν πρόσωπον τοῦ ἐνσαρκωθέντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ Πατρός Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως θά μποροῦσε κάποιος νά πεῖ, ὅτι δέν ὑπῆρξε ἀπάντησις διότι δέν θεωρεῖσθε πρόσωπον βαρύτιμον εἰς τήν παγκόσμια κοινότητα, ἐπιτρέψατέ μου ὅμως νά ἀντιπαραθέσω ὅτι διά τήν ἀνθρωπολογία τῆς χριστιανικῆς θεολογίας ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀνεπανάληπτος καί μοναδική εἰκόνα τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, ὑπέρ τῆς ὁποίας εἰκόνος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐκουσίως ἀπέθανε γιά νά διακηρύξει κατά ἀναντίρρητον τρόπον πόσον ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόν κόσμο καί τόν κάθε ἄνθρωπο ἀσχέτως ἀπό τήν ὁποιαδήποτε συμπεριφοράν του.

Μέ τίς ἐπισημάνσεις πού Σᾶς προανέφερα καί μέ τόν σεβασμό πού ἁρμόζει στό ἀξίωμα πού κατέχετε ἐπιτρέψατέ μου ἐξ ἀρχῆς νά Σᾶς ὑποβάλλω τήν εὐθεία κρίση, ὅτι τελεῖτε σέ βαθυτάτη πλάνη καί ὅτι ἡ θρησκευτική παραδοχή τήν ὁποία πρεσβεύετε δέν ἀποτελεῖ ἀποκάλυψη τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἀλλά ἀνθρωποπαθές κατασκεύασμα πού οὐδεμία σχέση ἔχει μέ τήν ἀλήθεια τοῦ ἀποκαλυφθέντος στήν Παλαιά Διαθήκη Δημιουργοῦ τοῦ σύμπαντος κόσμου Ἑνός καί μοναδικοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ, στούς γενάρχες τοῦ ἑβραϊκοῦ ἔθνους Ἀβραάμ, Ἰσαάκ, Ἰακώβ καί ἐξαιρέτως στόν Προφήτη Μωϋσῆ καί κατά τήν Καινή Διαθήκη ἐνσαρκωθέντος ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Λόγου Αὐτοῦ σέ ἐκπλήρωση τῶν ἀνά τούς αἰώνας προφητειῶν γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τίς ἀνωτέρω θέσεις δέν τίς ὑποβάλλω στήν ἐξοχότητά Σας μέ φονταμενταλιστική διάθεση ἐχθρότητος πρός τό πρόσωπό Σας καί τούς ὁμοθρήσκους Σας καί ἀντιπαραθέσεως ἀλλά  ἐπειδή προκύπτουν εὐθέως ἀπό τό γιά Σᾶς θεωρούμενο ἱερό βιβλίο πού ταυτοποιεῖ τό λόγο τοῦ Θεοῦ (κοράνιο), καί τό ὁποῖο διανείματε κατά τά εἰδησεογραφικά πρακτορεῖα στίς προσκληθεῖσες ἀκροάτριές Σας.

Ἐπιτρέψατέ μου νά Σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἀσφαλῶς ὁ Θεός εἶναι ἀπολύτως Ἕνας ἀλλά ἡ μονάδα εἶναι τρισυπόστατη. Τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐκφράζουν τόν τρόπον τῆς αἰώνιας καί ἀναλλοίωτης ὑπάρξεως τοῦ Ἑνός καί μόνου Θεοῦ. Μία καί μόνη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἔχει τρεῖς ὑποστάσεις, δηλαδή τρία πρόσωπα. Τά πρόσωπα βεβαίως διακρίνονται μεταξύ τους, ἀλλά ἡ διάκριση δέν σημαίνει διαίρεση κατά τά πρότυπα τῆς κτιστῆς πραγματικότητας. Τά πρόσωπα κοινωνοῦν σύμφωνα μέ τήν ταυτότητα τῆς μίας οὐσίας καί ἔχουν μαζί καί χωριστά τό πλήρωμα τῆς θεότητας πλήν τοῦ αἰτίου, γιατί μοναδικό αἴτιο τῆς ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ Θεός Πατέρας. Γι’ αὐτό κάθε πρόσωπο εἶναι ὁλόκληρος ὁ Θεός καί δέν ἔχουμε τρεῖς Θεούς ἀλλά Ἕναν ἀπολύτως. Οὐσία καί φύση τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτόσημες, σημαίνουν τόν Ἕνα καί μόνο Θεό. Πρόσωπο καί ὑπόσταση εἶναι πάλι ταυτόσημες ἔννοιες, σημαίνουν τήν ἰδιαιτερότητα ὡς ἀτομικότητα. Συνεπῶς οἱ τρεῖς ὑποστάσεις ὑπάρχουν αἰωνίως καί συναϊδίως στήν ἔκφανση τῆς μίας οὐσίας. Αὐτός εἶναι ὁ ἕνας καί μοναδικός τρόπος τῆς αἰώνιας ἀκατάλυπτης καί ἀναλλοίωτης ὑπάρξεως τοῦ ἑνός καί μόνου Θεοῦ. Στήν ἀΐδια αὐτή σχέση τῶν τριῶν προσώπων, μοναδικό αἴτιο εἶναι ὁ Θεός Πατέρας. Ὁ ἀποκαλυφθείς ἀληθινός Θεός εἶναι μονάδα τρισυπόστατη, κατά τήν οὐσία του εἶναι ἀόρατος καί ἀκατάληπτος καί ἐπέκεινα πάντων. Ὡστόσο καθίσταται ὀρατός καί καταληπτός διά μέσου τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν του, ἀπό τίς ὁποῖες προέρχεται ὅλος ὁ κτιστός ὑλικός καί πνευματικός κόσμος. Ἑπομένως ὅ,τι γνωρίζομεν γιά τόν Θεόν δέν εἶναι ἡ οὐσία του ἀλλά οἱ ἄκτιστες ἐνέργειές Του πού ἀποκαλύπτονται στή δημιουργία καί δίνουν οὐσία καί ὑπόσταση στά πάντα. Διά μέσου τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Αἰωνίου καί Ἀσάρκου Λόγου, πού ἐνανθρώπισε σέ μία δεδομένη ἱστορική στιγμή καί ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος καί ἔνσαρκος Λόγος, κατανοοῦμε τό μυστήριο τῆς Δημιουργίας καί γινόμαστε κατ’ υἱοθεσίαν κοινωνοί καί μέτοχοι τῆς Θεότητος.

 Ἐξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε,

Τό «ἱερόν» σας βιβλίον, πού ἀποτελεῖ γιά Σᾶς τήν ἀληθινή ἀποκάλυψη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τήν τελευταῖα ἔκδοση τοῦ αἰωνίου Ἀρχετύπου  καί πού συνιστᾶ γιά σᾶς τό ἀσφαλές κριτήριο γιά τήν ἀλήθεια τῶν Γραφῶν πού προηγήθηκαν δηλ. τόσον τῆς «Τορά» Πεντατεύχου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῶν Ψαλμῶν, ὅσον καί τοῦ «Ἰντζίλ» – Εὐαγγελίου καί πού ἐπικυρώνει ἤ ἀπορρίπτει τήν αὐθεντικότητα τῆς διδασκαλίας τους δέν ἀποδέχεται τήν πίστιν εἰς τήν Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διά τῆς σούρας (Ἡ Τράπεζα 5:19) «Ἄπιστοι εἰσίν οἱ λέγοντες ὅτι ὁ Μεσσίας Υἱός τῆς Μαριάμ εἶναι Θεός. Εἰπέ αὐτοῖς, τίς δύναται νά ἀναχαιτίσῃ τόν Θεόν ἐάν θελήσῃ νά καταστρέψῃ τόν Μεσσίαν Υἱόν τῆς Μαριάμ καί τήν μητέραν αὐτοῦ καί πάντα τά ἐπί τῆς γῆς ὄντα;» ἀπορρίπτει ὡσαύτως τήν πίστιν εἰς τήν πατρότητα τοῦ Θεοῦ, διότι ἀφελῶς συνδέεται αὕτη μετ’ ἀποδοχῆς συζύγου καί τέκνων καί βεβαίως τήν πίστιν εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα, διά τῆς σούρας τοῦ Κορανίου: (Αἱ γυναῖκες 4:169) «Πιστεύετε ὅθεν εἰς τόν Θεόν καί εἰς τούς ἀποστόλους Αὐτοῦ καί μή λέγετε ὅτι ὑπάρχει Τριάς. Παύσατε λέγοντες τοῦτο καί θά ὠφεληθῆτε διότι εἷς εἶναι μόνον ὁ Θεός. Δεδοξασμένον εἴη τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, οὗτος δέν ἔχει Υἱόν. Τά ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἄνω καί τά ἐν τῇ γῇ κάτω εἰς Αὐτόν ἀνήκουσι μόνον. Ἡ προστασία αὐτοῦ εἶναι ἐπαρκής»., ἀπορρίπτει ὡσαύτως τήν σταύρωσιν καί τήν ἀνάστασιν τοῦ ἀληθοῦς Θεοῦ Σωτῆρος καί Λυτρωτοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τή σούρα τοῦ Κορανίου (Αἱ γυναῖκες 4:156): «Καί εἶπον ἡμεῖς ἐφονεύσαμεν τόν Μεσσίαν Ἰησοῦν, Υἱόν τῆς Μαριάμ τόν Ἀπόστολον τοῦ Θεοῦ. Οὐχί δέν ἐφόνευσαν, δέν ἐσταύρωσαν αὐτόν ἀλλά ἕτερον τινά ὅμοιον αὐτῷ. Οἱ δέ συζητήσαντες ἐπί τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔμειναν αὐτοί οἱ ἴδιοι ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ, δέν ἦσαν βέβαιοι περί τούτου ἀλλά κατά εἰκασίαν. Ἀληθῶς οὗτοι δέν ἐφόνευσαν αὐτόν ἀλλ’ ὁ Θεός ἐν τῇ ἰσχύι καί σοφίᾳ αὐτοῦ μετεκαλέσατο αὐτόν», εἰσαγάγει γεώδεις, χωματένιες σαρκικές ἠδονές στόν Παράδεισο μέ τήν σούρα τοῦ Κορανίου (Αἱ γυναῖκες 4:60) «ὁ πιστεύων καί πράττων τό ἀγαθόν εἰσελεύσεται εἰς κήπους περιρύτους ὑπό ρυάκων, ἐκεῖ θά μένει αἰωνίως, ἐκεῖ θά εὕρη γυναίκας ἀσπίλους καί εὐάρεστον σκιάν» καί θεσπίζει τό ἔγκλημα καί τό φόνο καί τήν ἐπιβολή τῆς βίας σάν πρακτικές διαδόσεως τῆς δῆθεν ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ μέ τήν σούρα τοῦ Κορανίου (Ἡ μετάνοια 9:5) «Ὅταν παρέλθωσι οἱ ἱεροί μῆνες τότε φονεύετε τούς πολυθεϊστάς ὅπου ἄν συναντήσητε, ζωγρεῖτε πολιορκοῦντες καί ἐνεδρεύοντες αὐτούς», καθώς καί μέ τή σούρα (Ὁ Μωάμεθ 47:4-10) «Ὁπόταν συναντᾶτε τούς ἀπίστους φονεύετε καί κατασφάζετε, συγκρατοῦντες στερρῶς τά δεσμά τοῦ αἰχμαλώτου. Μετά δέ τήν κατάπαυση τῆς μάχης ἄφετε ἐαυτόν ἐλεύθερον ἤ ἀνταλλάξατε ἀντί λύτρων. Πράττετε οὕτως ἐάν ἐβούλετο ὁ Θεός θά ἐθριάμβευε ὁ ἴδιος ἐπ’ αὐτῶν ἀλλά ὑποβάλλει ὑμᾶς εἰς τόν πόλεμον διά νά δοκιμάσει ὑμᾶς διά τῶν δέ … ὅσοι πιστοί ἐάν συνδράμετε τόν Θεόν εἰς τήν μάχην Αὐτοῦ κατά τῶν ἀπίστων καί ὁ Θεός θά συνδράμει ὑμᾶς κατευθύνων τά ὑμέτερα διαβήματα».

Παρά ὅμως τά ἀνωτέρω στό Κοράνιον περιγράφεται καί ἀναγγέλεται ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας καί ἡ γέννησις τοῦ Λυτρωτοῦ καί Θεοῦ καί Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τήν σούρα: (Ἡ Μαριάμ 19:16-29) «Ὦ  Μωάμεθ πραγματεύθητι ἐν τῷ Κορανίῳ περί τῆς Μαριάμ. Πῶς αὕτη ἀπεσύρθη τοῦ οἴκου της, πρός τό ἀνατολικόν μέρος. Ἐκαλύφθη διά πέπλου, ὅστις ἀπέκρυψεν αὐτήν ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν των. Καταπέμψαμεν αὐτῇ τό Πνεῦμα ἡμῶν, ὅπερ ἐνώπιόν της ἔλαβεν ἀνθρωπίνην μορφήν. Αὕτη δέ εἶπεν: Ζητῶ καταφύγιον παρά τοῦ Οἰκτίρμονος ἐναντίον σου ἐάν φοβεῖσαι αὐτόν. Οὗτος δέ ἀπεκρίθη. Ἐγώ εἰμί ἀπόστολος τοῦ Κυρίου σου πεμφθείς πρός σε ὅπως σοί δώσω υἱόν ἅγιον. Πῶς τοῦτο προσέθηκεν αὕτη ἐνῶ ἄνδρα οὐ γινώσκω καί ἐνῶ οὐκ εἰμί ἀκόλαστος. Ὁ δέ ἀπεκρίθη οὕτω γεννήσεται ὁ Κύριος σου εἶπεν τοῦτο δι’ ἐμέ εἶναι εὔκολον. Ἔστε δέ σημεῖον τοῖς ἀνθρώποις καί τεκμήριον τῆς ἡμετέρας μακροθυμίας. Τό θέσπισμα ἀπηγγέλθη ἤδη. Συνέλαβεν υἱόν καί ἀπεσύρθη εἰς μεμακρυσμένον μέρος κατέλαβον δέ αὐτήν αἱ ὀδύναι τοῦ τοκετοῦ πλησίον δένδρου φοινίκων… Καί ἐπορεύθη εἰς τόν οἶκον αὐτῆς φέρουσα εἰς τούς βραχίονας τό υἱόν της. Μαριάμ παράδοξον ἔργον ἔπραξας». Σέ ἄλλη σούρα (Ἡ Τράπεζα 5:116-117) τοῦ Κορανίου γίνεται δεκτόν τό κατ’ ἐξοχήν προφητικόν ἀξίωμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀπονέμονται σέ Αὐτόν τίτλοι, πού δέν ἀποδίδονται ἀπό τό Κοράνιον στόν ἴδιον τόν Μωάμεθ: «Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς Πῶς ἠδυνάμην νά εἴπω … Σύ ἔγνως τά ἐν τῷ μυχῷ τῆς καρδίας μου… ἐγώ δέν ἐδίδαξα αὐτοῖς ἤ τάς ἐντολάς σου. Λατρεύετε τόν Θεόν τόν Κύριον ἐμοῦ τε καί ἡμῶν. Ἐν ὅσῳ διέμενον ἐπί τῆς γῆς ἠδυνάμην νά μαρτυρήσω περί αὐτῶν, νῦν ὅμως ἀνεκλίθην παρά σοῦ. Σύ αὐτός ἐώρας τά πάντα καί εἶ μάρτυς πάντων». Στήν σούρα (Ἡ Βοῦς 2:81) ἀναφέρεται τό Κοράνιον στόν Ἰησοῦν Χριστόν μέ τούς λόγους «Παρέσχομεν τῷ Ἰησοῦ Υἱῷ τῆς Μαριάμ σημεῖα προφανῆ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ ἐνισχύσαντες αὐτόν διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δέν ἀποκαλεῖται στό Κοράνιον ὁ Ἰησοῦς Χριστός μόνον «Προφήτης καί Ἀπόστολος», ἀλλά ἀκόμη «Μεσσίας», «Λόγος Θεοῦ», θεωρεῖται «Νεός Ἀδάμ» διότι ἐγεννήθη κατά ἰδιαίτερον ὑπερφυσικόν τρόπον καί ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Στήν σούρα τοῦ Κορανίου (Αἱ γυναῖκες 4:169) διακηρύσσεται «Ὁ Μεσσίας Ἰησοῦς Υἱός τῆς Μαριάμ, Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ καί ὁ Λόγος Αὐτοῦ». Τό ἀνακαινιστικόν ἔργον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ περιγράφεται στό Κοράνιον μέ τρόπον διθυραμβικόν στήν σούρα (Ὁ οἶκος Ἐμράν 3:40-42,43) ὅπου ἀναφέρεται «Ὁ Μεσσίας θά κληθῇ Ἰησοῦς υἱός τῆς Μαριάμ ἔνδοξος ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ καί ἐν τῷ μέλλοντι καί εἷς ἐκ τοῦ οἶκου τοῦ Κυρίου. Θά διδάξει τούς ἀνθρώπους ἀπό τῆς βρεφικῆς αὐτοῦ ἡλικίας καί εἴτα γενόμενος ἀνήρ. Ἔσεται δέ ἐκ τῶν ἐναρέτων… καί θά διδάξῃ τήν βίβλιον, τήν σοφίαν, τήν Πεντάτευχον καί τό Εὐαγγέλιον. Ὁ Ἰησοῦς ἔσται ὁ ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ πρός τούς υἱούς Ἰσραήλ καί θά εἴπη πρός αὐτούς. Ἔρχομαι πρός ὑμᾶς διά τῶν σημείων τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Θά σχηματίσω ἀπό χοῦν πτηνόν, θά ἐμφυσήσω εἰς αὐτό διά τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, θά λάβῃ ζωήν. Θά θεραπεύσω τόν ἐκ γενετῆς τυφλόν καί τόν λεπρόν, θά ἀναστήσω νεκρούς διά τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ καί θά εἴπω ὑμῖν ὅτι ἐφάγετε καί ὅ,τι κρατεῖτε κρυπτόν ἐν τῇ οἰκίᾳ ἡμῶν. Ταῦτα πάντα ἔσονται θαύματα δι’ ὑμᾶς ἐάν εἶσθε πιστοί». Τά ἴδια ἐπαναλαμβάνονται καί στήν σούραν (Ἡ Τράπεζα 5:109-111). Σέ πολλά σημεῖα τοῦ Κορανίου τονίζεται ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐγεννήθη κατά τρόπον ὑπερφυσικόν ἐκ τῆς Παρθένου Μαριάμ καί τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Οὐδαμοῦ ἀναφέρεται σάν υἱός ἀνδρός τινός, ὅπως συνήθιζαν οἱ Ἄραβες ἀλλά πάντοτε ὡς ὁ Ἰησοῦς ὁ Υἱός τῆς Μαριάμ, ὁ ὁποῖος ἀπό τοῦ βρεφικοῦ ἤδη λίκνου κατέχει σοφίαν, ὁμιλεῖ, ἀναγγέλει τό ἔργον Του, βεβαιώνει τήν ἁγνότητα τῆς Μητρός Του. Στή σούρα (Ἡ Μαριάμ 19:30-32) ἀναφέρονται «Ἡ Μαριάμ ἔνευσε πρός αὐτούς ἵνα ἐρωτήσωσι τό βρέφος. Πῶς ἠρώτησαν δύνατια νά λαλήςῃ πρός ἡμᾶς τό βρέφος κείμενον ἔτι ἐν τῷ λίκνῳ; Εἰμί δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἴπεν τό βρέφος, ὁ Κύριος μοι ἐδώρησεν τήν βίβλον ποιήσας με προφήτην». Στό Κοράνιον ὁ Μωάμεθ γνωρίζει καί σέβεται τήν ὑπέροχον θαυματουργικήν δύναμιν τοῦ Μεσσίου. Ἀναφέρει θεραπεῖες ἀσθενῶν, καθαρισμόν λεπρῶν, ἀνάστασιν νεκρῶν καί ἀκόμη θαύματα τά ὁποία μνημονεύονται ἀπό τά ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἰδιαιτέρα ἔμφασις δίδεται στό θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διά τοῦ ὁποίου διέθερεψε τούς πεντάκις χιλίους ἄνδρας στήν ἔρημον. Στή σούρα (Ἡ Τράπεζα 5:112-115) ἀναφέρεται: «Εἶπον οἱ μαθηταί πρός τόν Ἰησούν Υἱέ τῆς Μαριάμ δύναται ὁ Κύριός Σου νά καταβιβάσῃ ἡμῖν ἐξ οὐρανοῦ Τράπεζα πλήρη ἐδεσμάτων; καί ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη φοβήθητε τόν Θεόν ἐάν εἶσθε εὐσεβεῖς. Ἐπιθυμοῦμεν εἶπον οἱ μαθηταί παρακαθήσαντες νά εὐωχηθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς καί τότε στερεωθήσεται ἡ καρδία ἡμῶν, θά γνωρίσωμεν ὅτι ἐδίδαξας ἡμῖν τήν ἀλήθειαν καί ἐσόμεθα ὁμολογηταί σου. Καί ὁ Ἰησοῦς Υἱός τῆς Μαριάμ δεηθείς πρός τόν Θεόν εἶπε: Κύριε καί Θεέ μου καταβίβασον ἐξ οὐρανοῦ Τράπεζα πρός εὐωχίαν τοῦ πρώτου καί τοῦ τελευταίου ἡμῶν καί αὕτη ἔστω ὡς τεκμήριον τῆς σῆς παντοδυναμίας. Διάθρεψον ἡμᾶς Σύ ὁ ἄριστος τῶν διατροφέων. Εἶπεν ὁ Θεός: Θά καταβιβάσω αὐτήν πρός ὑμᾶς πλήν οὐαί εἰς τόν μή πιστεύοντα εἰς τό θαῦμα τοῦτο».

Σέ δέκα τρία κεφάλαια ἀναφέρεται ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος Μαρία μέ ἐξόχως τιμητικόν τρόπον σάν ἄσπιλος παρθένος στήν σούραν (Οἱ Προφῆται 21:91), «εἰς δέ τήν Ἄσπιλον Παρθένον ἐνεφυσήσαμεν τό Πνεῦμα ἡμῶν», σάν ἐνάρετος μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ στήν σούραν (Ἡ Τράπεζα 5:79) «ἡ δέ μήτηρ αὐτοῦ (Μεσσίου) ἦτο ἐνάρετος» σάν Ἁγνή πάσης κηλίδος μεταξύ ὅλων τῶν γυναικῶν, στήν σούρα (Ὁ οἶκος Ἐμράν 3:37) «Καί εἶπεν ὁ ἄγγελος Μαριάμ ὁ Κύριος σου ἐξέλεξέ σε καί ἐτήρησέ σε ἁγνήν πάσης κηλίδος μεταξύ ὅλων τῶν γυναικῶν».

Κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω ἐνδεικτικῶς ἀναφερομένων σημείων τοῦ Κορανίου παραθέτομεν τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου πού προηγήθη ἕξ (6) ὁλοκλήρους αἰῶνες τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἄραβος ἐμπόρου Μωάμεθ ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη τό ἔτος 570 μΧ στή Μέκκα τῆς Ἀραβικῆς χερσονήσου, υἱός τοῦ Ἀμπνταλάχ καί τῆς Ἄμινα Μπίντ Οὐαχάμπ ἀπό τήν φυλή τῶν Κουραϊσιτῶν πού ἀνῆκε στήν οἰκογένεια τῶν Χασιμιτῶν καί πού ὀρφανός ἀνετράφη ἀπό τόν πάππον του Ἀμπντούλμουτταλίμπ καί τόν θεῖον του Ἀμπού Ταλίμπ καί 25ετής ὤν συνεζεύχθη τήν 40χρονη χήρα Χαντίτζα καί ἄλλας ὀκτώ (8) ἐπισήμους γυναίκας, μετά τόν θάνατόν της καί πού ἄρχισε να΄κηρύττει τό 610 μΧ σέ ἡλικία 40 ἐτῶν ἔχων πολλάς ἀμφιβολίας διά τό ἔργον αὐτό. Τό κήρυγμα λοιπόν τοῦ διακηρυσσομένου καί ἀπό τόν Μωάμεθ σάν Μεσσίου δηλ. ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ πού προανήγγειλαν ὅλοι οἱ Προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί Θεανθρώπου Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετον μέ ὅ,τι ὁ Μωάμεθ συνέλαβε σάν ἰδέα περί τοῦ ἑνός καί ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τήν διεκήρυξε.

Παραθέτομεν τρία μόνο ἐνδεικτικά σημεῖα ἀπό τό ἄπειρο πλῆθος πού ὑπάρχει: Α. «Εἰ ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καί γάρ οἱ ἁμαρτωλοί τούς ἀγαπῶντας αὐτούς ἀγαπῶσι. καί ἐάν ἀγαθοποιῆτε τούς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καί γάρ οἱ ἁμαρτωλοί τό αὐτό ποιοῦσι. καί ἐάν δανείζητε παρ’ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καί γάρ οἱ ἁμαρτωλοί ἁμαρτωλοῖς δανείζουσι ἵνα ἀπολάβωσι τά ἴσα. πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν καί ἀγαθοποιεῖτε καί δανείζετε μηδέν ἀπελπίζοντες, καί ἔσται ὁ μισθός ὑμῶν πολύς, καί ἔσεσθε υἱοί ὑψίστου, ὅτι αὐτός χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί». (Λουκ. 6,36) Β. «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ κἀγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰωαν. 17,20-26) Γ. «Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ· ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ’ ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι.» (Ματθ. 22,29-30) Ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιον ἀποκαλύπτει τήν πατρική σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο καί καλεῖ τόν ἄνθρωπο ὄχι νά ὑποταγῆ στόν Θεόν ἀλλά νά ἑνωθῇ μέ τήν θεία του φύση καί νά γίνῃ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος κατά χάριν. Τό κήρυγμα τοῦ Μεσσίου δέν ἀφοροῦσε ἀσφαλῶς μόνο τούς ἑβραίους ἀλλά ὅλο τό ἀνθρώπινον γένος κατά τόν λόγον Αὐτοῦ πρός τούς μαθητάς Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διδάσκοντες αὐτοῖς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν. Καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ἡμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος (Ματθ. 28, 19-20). Τό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δέν ἦρθε νά καταργήσῃ τόν Μωσαϊκόν Νόμον καί τούς Προφήτας ἀλλά νά τούς συμπληρώσῃ καί εἶναι ἡ μόνη καί ἡ πλήρης γιά τόν Θεόν, τόν κόσμον καί τόν ἄνθρωπον ἀλήθεια ἡ ὁποία ἀπεδείχθη καί ἐσφραγίσθη ὄχι μόνο μέ τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καί μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ μόνον, ἀλλά μέ τό αἷμα καί τό μαρτύριον τους. διότι τά ἀληθινά παιδιά τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ οὐδέποτε ἐπεβλήθησαν μέ τήν βία καί τήν μάχαιρα καί τόν θάνατο τῶν ἄλλων ἀλλά μέ τό θαῦμα καί τήν προσωπική τους θυσία. Τό ἀληθές κήρυγμα λοιπόν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μεσσίου βεβαιοῦται μέ τήν μαρτυρία καί τό μαρτύριο ἐπί τρεῖς ὁλοκλήρους αἰῶνες τῶν Ἀποστόλων, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί 11.000.000 περίπου σφαγιασθέντων κατακρεουργηθέντων καί καέντων μαρτύρων καί Ἁγίων Της καί ἑπομένως ἐγείρεται κατόπιν ὅλων τῶν ἀνωτέρω τό ἀμείλικτο γιά Σᾶς κ. Πρόεδρε καί τούς ὁμοθρήσκους Σας ἐρώτημα: Ποῖος λέγει τήν ἀλήθειαν; Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, πού ἐγεννήθη στόν κόσμον αὐτόν ὑπερφυσικῶς, διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ καί ὄχι κατά τήν φυσικήν ὁδόν τῶν ἀνθρώπων ὅπως ἀποδεικνύεται καί διά τῆς παραθέσεως τῶν ἀνωτέρω σουρῶν ὅτι ἀποδέχεται καί διακηρύσσει πλήρως καί ὁ Μωάμεθ στό Κοράνιόν του, καί τοῦ ὁποίου Ἰησοῦ Χριστοῦ τό κήρυγμα ἀποτελεῖ συμπλήρωσιν καί ὁλοκλήρωσιν τῆς εἰς τούς Προφήτας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γενομένης ὑπό τοῦ Θεοῦ Ἀποκαλύψεως τοῦ ὁποίου ὁ Λόγος μᾶς δίδεται ἀψευδής διά τῶν μέ τόν θάνατο τους μαρτυρησάντων τήν Ἀλήθειαν ἤ ὁ λόγος καί οἱ πεποιθήσεις ἑνός κοινοῦ ἀνθρώπου τοῦ Ἄραβα ἐμπόρου Μωάμεθ υἱοῦ τοῦ Ἀμπνταλάχ καί τῆς Ἄμινα Μπίντ Οὐαχάμπ, πού ἔζησε ἑξακόσια χρόνια μετά τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί πού γεννήθηκε ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γεννιοῦνται κατά φύσιν καί πού ἀνατρέπουν πλήρως καί οὐσιαστικῶς ὅλον τό περιεχόμενον τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ διά τῶν προφητῶν καί τοῦ ἐνσαρκωθέντος, σταυρωθέντος καί ἀναστάντος Υἱοῦ Του, Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ὅταν ληφθῇ ἐπιπροσθέτως ὅτι ὁ Μωάμεθ ὑπ’ οὐδενός ἐπροφητεύθη διότι ὁ ἰσχυρισμός του στή σούρα τοῦ Κορανίου (Πολεμική παράταξη 61:6) «Ὁ δέ Ἰησούς Υἱός τῆς Μαριάμ εἶπε πρός τόν λαόν αὐτοῦ Ὦ υἱοί Ἰσραήλ ἐγώ εἰμί Ἀπόστολος τοῦ Θεοῦ πεμφθείς πρός ὑμᾶς ὅπως κυρώσω τήν πρό ἐμοῦ ἀποσταλεῖσαν Πεντάτευχον καί εὐαγγελίσωμαι ὑμῖν τήν ἔλευσιν ἑτέρου Ἀποστόλου μετ’ ἐμέ οὗ τό ὄνομα Ἀχμέτ» καθώς καί ἡ θέσις τῶν Μουσουλμάνων ἑρμηνευτῶν ὅτι δῆθεν τό Εὐαγγελικό ἐδάφιο Ἰω. 16, 7 «Ἐάν μή ἀπέλθω ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς, ἐάν δέ πορευθῶ πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς» ὑπῆρχε ἀρχικά ἡ λέξις περικλυτός καί ὄχι Παράκλητος ἡ ὁποία σημαίνει ἔνδοξος καί εἶναι συνώνυμος τῆς κορανικῆς λέξεως Ἀχμέτ εἶναι ἐντελῶς ἀνάξια ἀντικρούσεως διότι προσκρούουν στήν ἐπί ἕξι αἰῶνες μέχρι τῆς ἐμφανίσεως τῆς δῆθεν ἀποκαλύψεως τοῦ Κορανίου, χριστιανική πίστη, Οἰκουμενικές Συνόδους, θεολογία, συγγραφική δραστηριότητα, παγχριστιανική πεποίθηση καί ἐπιστήμη καί μάλιστα στήν κοινή λογική διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδιανόητο νά ἀνέμενε ὁ Θεός ἕξι ὁλοκλήρους αἰῶνες ἀπό τήν ὑπερφυσική ἐνσάρκωση, δράση καί παρουσία τοῦ Μεσσίου καί ἀνάληψή του στούς οὐρανούς γιά νά ἀποστείλει τήν δῆθεν σφραγίδα πάντων τῶν προφητῶν δηλαδή τόν κοινόν ἄνθρωπον Μωάμεθ. Ἀντιθέτως ὁ ἀληθινός Παράκλητος, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐπεφοίτησε πενήντα μέρες μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί δέκα μετά τήν ἀνάληψη Του στούς μαθητάς καί Ἀποστόλους Του ἱδρύοντας τήν Ἐκκλησία Του πού εἶναι τό σῶμα Του μέ ἐκεῖνον κεφαλή, ἐνδυναμώνοντας τούς κρυβομένους καί τρομοκρατημένους μαθητάς τοῦ Χριστοῦ γιά νά κηρύξουν σέ ὅλο τόν κόσμο τό Εὐαγγέλιο τῆς υἱοθεσίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό Πατέρα καί νά ἀδιαφορήσουν γιά τήν προσωπική τους τύχη καί γιά τά τρομακτικά βάσανα καί τελικά τόν μαρτυρικό καί ἐπώδυνο θάνατο, πού θά «κέρδιζαν» ἀπό ὅλη αὐτή τήν πνευματική προσπάθεια. Ὅταν ληφθῆ ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Μωάμεθ κατά τά ἀνωτέρω ἐπέβαλε τήν θρησκεία του μέ τήν βία, τόν θάνατο καί τήν ἐξουσία καί τό κυριώτερον ἐάν ἦσαν ἀληθεῖς οἱ δῆθεν ἀποκαλύψεις πού ἐγένοντο σέ αὐτόν ἀπό τόν φερομένον σάν ἀρχάγγελον Γαβριήλ, θά ἔπρεπε ὁ Θεός νά εἶναι ἐντελῶς παράφρων, ἐφ’ ὅσον ἄλλα ἐκήρυσε καί ἀπεκάλυπτε ἐπί αἰῶνες στό ἀνθρώπινον γένος καί ἑξακόσια χρόνια μετά τήν τελευταίαν του ἀποκάλυψιν «μετέβαλε γνώμην» καί ἄλλαξε ῥιζηδόν τήν περί τοῦ Ἑαυτοῦ του γνωστοποίηση. Ἐπειδή ὅμως αὐτό εἶναι βλασφημία καί ὕβρις κατά τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὅπως τό μεγαλειῶδες σύμπαν, «τό ἔργον τῶν χειρῶν Του» ἀποδεικνύει μέ τήν ὑπερμαθηματικήν ἀκρίβειαν τῶν δισεκατομμυρίων γαλαξιακῶν σχηματισμῶν εἶναι ἡ πανσοφία, εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀλήθεια, εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀγάπη, λογικῶς  εἶναι ἐντελῶς  ἀδύνατον νά ἔχει συμβεῖ καί κατά λογική ἀκολουθία τό συμπέρασμα πού ἐξάγεται εὐχερῶς εἶναι, ὅτι ὁ κοινός ἄνθρωπος Μωάμεθ διεμόρφωσε ἑξακόσια χρόνια μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, σκέψεως καί ἀντιλήψεως τό θρησκευτικό του σύστημα πού ἀποτελεῖ συμπίλημα ἀρχαίων ἀραβικῶν θρησκευτικῶν δοξασιῶν ἰουδαϊκῶν καί χριστιανικῶν ἀντιλήψεων καί τό χρησιμοποίησε γιά νά συνενώσει τίς Ἀραβικές φυλές τῆς ἐποχῆς του καί γιά νά δημιουργήσει τό θεοκρατικό, ἡγεμονικό του καθεστώς, κατακτώντας τήν ἐξουσία καί δημιουργώντας κράτος.

Κατόπιν αὐτῶν, Σᾶς καλῶ, ἄν ἐπιθυμῆτε τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς Σας νά δεχθῆτε τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν σάν Σωτήρα καί Λυτρωτή Σας, γιατί αὐτό τό διακηρύσσει κατ’ οὐσίαν ὄχι μόνο τό Εὐαγγέλιο ἀλλά κυρίως τό Κοράνιο πού πρεσβεύετε.

 

Μετά θερμῶν εὐχῶν καί τιμῆς

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Μεταμόρφωση καὶ ἡ Σταύρωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν δύο ἐξαίρετα καὶ ἀνεπανάληπτα θαυμαστὰ γεγονότα στὴν ἐπίγεια ζωή του.
Ἡ δόξα καὶ ἡ χαρὰ τῆς Μεταμορφώσεως καὶ ἡ ἀδοξία καὶ ἡ λύπη τοῦ Σταυροῦ συμπλέκονται σὲ μία μυστηριώδη σύνθεση μεταξύ τους.
Ὁ Θεάνθρωπος Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εὑρίσκεται στὸ τέλος τῆς δημοσίας ἐπὶ γῆς σωτηριώδους δράσεώς του.
Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν προαναγγελία περὶ τῆς ἐπικειμένης σταυρικῆς του θυσίας πρὸς τοὺς μαθητές του, γιὰ νὰ τοὺς στηρίξει στὰ ὅσα θλιβερὰ γε γονότα ἐπρόκειτο νὰ ἐπακολουθήσουν, «παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ» καὶ τοὺς ἀνε βάζει σὲ ὄρος ὑψηλὸν ἰδιαιτέρως αὐτοὺς μόνους (Ματθ. ιζ΄ 1). Καὶ ἐνῶ προσευχόταν, ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ τοῦ προσώπου του ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο καὶ ἡ ἐνδυμασία του ἔγινε λευκὴ καὶ λαμπρὴ σὰν ἀστραπή· «ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευ κὸς ἐξαστράπτων» (Λουκ. θ΄ 29).
«Μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν» (Ματθ. ιζ΄ 2). Ἡ οὐσία τοῦ παναγίου σώματος τοῦ Κυρίου μας Ἰη σοῦ Χριστοῦ παρέμεινε ἡ αὐτή, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ καμία ἀλλοίωση καὶ μεταβολή. Ὡς Θεάνθρωπος ποὺ ἦταν περιέκρυπτε τὴ θεότητα στὸ πανάσπιλο ἅγιο σῶμα του, στῆς «σαρκὸς τὸ πρόσλημμα». Τώρα, κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, ἡ θεία φύση του ἄφησε
μερικὲς ἀκτίνες ἀπὸ τὴ θεϊκὴ λαμπρότητα νὰ ἐκλάμψουν ἐνώπιον τῶν τριῶν Μαθητῶν του, «καθὼς ἠδύναντο» αὐτοὶ νὰ τὴν ἀτενίσουν. Ὅσον ἦταν δυνατὸν νὰ τὴν ἀντέξουν μὲ τοὺς σωματικούς τους ὀφ θαλμούς. Τὸ ὑπερφυσικὸ θεῖο φῶς τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης διεπέρασε καὶ αὐτὰ τὰ ἐνδύματά του, τὰ ὁποῖα ἔγι ναν «λευκὰ ὡς τὸ φῶς», τὸ δὲ ἅγιο πρόσωπό του ἔγινε λαμπρὸ σὰν τὸν ἥλιο.

Αὐτῆς τῆς θεότητος, «τῆς ἐκείνου μεγαλειότητος», τὴν ὁποία ἐπιβεβαίωναν τὰ θαυμαστὰ ἔργα του καὶ ἡ θεία του διδασκαλία, οἱ τρεῖς Μαθητὲς ἔγιναν κα τὰ τὸ δυνατὸν «ἐπόπται» (Β΄ Πέτρ. α΄ 16). Καὶ ἦταν τόσο καταγοητευμένοι καὶ πλημ μυρισμένοι ἀπὸ ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ ἀ γαλ-
λίαση, ὥστε ὁ ἐνθουσιώδης ἀπό στο λος
Πέτρος πρότεινε στὸν Κύριο νὰ συνεχί-
σουν τὴν ἐκεῖ παραμονή τους. «Κύ ριε,
καλὸ εἶναι νὰ μείνουμε ἐδῶ».
Τὴν ὥρα ἐκείνη καὶ ἐνῶ αὐτὸς μιλοῦ σε
ἀκόμη, νεφέλη γεμάτη φῶς τοὺς σκέπα-
σε καὶ ξαφνικὰ ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ
οὐ ρανίου Πατρὸς μέσα ἀπὸ τὴ νεφέλη
ποὺ ἔλεγε: «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ποὺ ἐξαι ρετικὰ Τὸν ἀγαπῶ καὶ στὸν Ὁποῖο ἔχω εὐαρεστηθεῖ. Νὰ ὑπακούετε σ’ Αὐτόν» (Ματθ. ιζ΄ 5).

Μεταμόρφωση ἀλλὰ καὶ Σταύρωση.
Τὴν ὥρα τῆς Μεταμορφώσεως συμμετέχουν καὶ καθίστανται συγκοινωνοὶ τῆς
οὐ ρανίας ἐκείνης θείας καταστάσεως, ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ οὐράνιου κόσμου,
ὁ θεόπτης Μωυσῆς καὶ ὁ «ἔνσαρκος ἄγγελος», ὁ προφήτης Ἠλίας. Μέσα στὴν
ἀν έ κφραστη καὶ ἀ πε ρίγραπτη ἐκείνη χαρά, μέσα στὴν πα ρα δεισιακὴ δόξα καὶ

περιουσίου λα- λα μπρό τητα, οἱ δύο ἐκπρόσωποι τοῦ Νό μου καὶ τῶν Προ φητῶν, Μωυσῆς καὶ Ἠ λίας, συνομιλοῦν μὲ τὸν μεταμορφωθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ γιὰ τὴν ἔξοδο καὶ ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, ποὺ ἐπρό κειτο νὰ πραγματοποιηθεῖ μὲ τὸν ὀδυνηρὸ σταυρικό του θάνατο καὶ τὴ θεία εἰς οὐ ρανοὺς Ἀνάληψη. Ἔπρεπε, σύμφωνα μὲ τὶς προτυπώσεις τοῦ Νόμου καὶ τὶς προρ ρήσεις τῶν Προφητῶν, νὰ γίνει στὴν πρω τεύουσα τοῦ λαου τοῦ, τὴν Ἱερουσαλήμ. «Ἔξοδος αὐτοῦ ἣν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. θ΄ 31) καὶ ἐπάνο δός του ὡς Θεανθρώπου
πλέον πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα, γιὰ νὰ
καθίσει «ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν
ὑ ψηλοῖς» ὡς αἰώνιος μεσίτης καὶ Ἀρχι ε-
ρεύς μας (Ἑβρ. α΄ 3). Τὸ εἶχε διακηρύξει
καὶ ὁ Ἴδιος: «Πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ
πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα» (Ἰω. ις΄ 28).
Μέσα ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ χαρὰ τῆς Με-

ταμορφώσεως βλέπουν οἱ δύο ἄνδρες
τὴν ἀδοξία καὶ τὴ λύπη τοῦ Σταυροῦ. Μέ –
σα ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ ἀκτινοβολοῦσε ἀπὸ
τὸ Θαβώριον ὅρος, διακρίνουν ἐκεῖνοι
τὸ σκοτάδι ποὺ θὰ ἁπλωνόταν στὴ γῆ
ἀ πὸ τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ. Στὸ ὄρος τῆς
Με τα μορφώσεως ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανίου
Πα τρὸς εἶχε διακηρύξει τὸν μεταμορφω-
θέν τα Ἰησοῦ Υἱό του ἀγαπητὸ καὶ Υἱὸ
εὐδοκίας. Τὰ προφητικά τους ὅμως αὐτιὰ
ἀκοῦν τὴν ἱκετευτικὴ «ἐν πόνῳ» φωνὴ τοῦ
Σωτῆρος μας Κυρίου Ἰησοῦ ἀπὸ τὸ ὕψος
τοῦ Σταυροῦ νὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν
οὐράνιο Πατέρα του: «Θεέ μου Θεέ μου,
ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. κζ΄ 46).
Θαβὼρ καὶ Γολγοθᾶς, Μεταμόρφωση
καὶ Σταύρωση. Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χρι-
στὸς ὡς νέος γενάρχης τοῦ ἀνθρωπίνου
γένους μεταδίδει καὶ τώρα καὶ θὰ με ταδίδει διὰ μέσου τῶν αἰώνων στοὺς πιστούς του, στὰ μέλη τοῦ μυστικοῦ σώματός του, τὴ δόξα καὶ τὴ μακαριότητα τῆς οὐρανίου Βασιλείας. «Καὶ ἐγὼ τὴν δό ξαν
ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ΄
22). «Ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψό με-
θα αὐτὸν καθώς ἐστι», βεβαιώνει καὶ ὁ
μαθητὴς τῆς ἀγάπης εὐαγγελιστὴς Ἰω-
άννης (Α΄ Ἰω. γ΄ 2). Δεῖγμα καὶ πρόγευ ση
ὑπῆρξε ἡ δόξα τῆς Μεταμορφώσεως.
Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας λοιπὸν μπο-
ρεῖ νὰ ἀρχίσει νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ
αὐτὴ τὴ ζωὴ μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια τῆς
Ἐκ κλησίας μας, ποὺ μεταδίδουν τὴν ἀ πο-
λυ τρωτικὴ καὶ ἁγιαστικὴ θεία Χάρη, ἡ ὁ –
ποῖα ἀπέρρευσε ἀπὸ τὴ σταυρικὴ θυσία
καὶ τὸ ὅλο ἀπολυτρωτικὸ σωτηρι ῶδες
ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θὰ
προάγεται ἡ μεταμόρφωσή μας μὲ τὴ
θερμὴ καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, μὲ τὴ σταθερὴ σταυρικὴ πορεία καὶ θυσιαστικὴ ζωή μας, μὲ τὴν ἀδιάκοπη προσπά θεια νὰ στοιχοῦμε στὴν ἐντολὴ τοῦ οὐρα νίου Πατρὸς «αὐτοῦ ἀκούετε».
«Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἐν τῷ ὄρει
τῷ Θαβὼρ μεταμορφωθείς, ψάλλοντάς
σοι, Ἀλληλούϊα».

από το περιοδικό  Ο ΣΩΤΗΡ, ΑΡΙΘ. 2006, 1 καὶ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2010

Ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για έναν μαθητή του ο οποίος αρνήθηκε  τον Χριστό. Ο Κύριος του εμφανίστηκε και του είπε: « Παΐσιε έγινες όμοιος με εμένα στην αγάπη».

Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η εορτή των εορτών της Εκκλησίας μας και το ακράδαντο θεμέλιο, πάνω στο οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα της Πίστεώς μας.

Το ότι υπάρχει μέχρι σήμερα Εκκλησία, παρά τους φοβερούς διωγμούς, που υπέστησαν οι πιστοί μέσα στη δισχιλιετή ιστορία της, οφείλεται στο ότι ο Ιδρυτής της Κύριος Ιησούς Χριστός νίκησε το θάνατο και ζει στους ουρανούς και κατευθύνει την πορεία της στον κόσμο.

Η Ανάσταση του Χριστού είναι η πηγή της δυνάμεως της Εκκλησίας ως συνόλου και κάθε πιστού προσωπικά.

Οι ιεροί υμνογράφοι με εξαίρετους ύμνους τονίζουν σε όλους τους ήχους και τους τόνους τη μεγάλη εορτή της Αναστάσεως. Και οι άγιοι Πατέρες, με το ιδιαίτερο χάρισμά του καθένας, παρουσιάζουν το νόημα της Αναστάσεως και τη σημασία της για τη ζωή μας.

Ο ιερός Χρυσόστομος επανειλημμένα ομιλεί με ενθουσιασμό για την Ανάσταση του Χριστού, απολογούμενος μάλιστα κάποτε προς τους απίστους και αμφιβάλλοντας.

Η  Ανάσταση του Χριστού

Πάρα πολύ μεγάλη πραγματικά απόδειξη της Αναστάσεως είναι το ότι ο Χριστός, που θυσιάστηκε στο Σταυρό, μετά το θάνατό του επέδειξε τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε έπεισε ανθρώπους, που ζούσαν σε διάφορες περιοχές, να περιφρονήσουν, χάριν της πίστεως προς αυτόν και της ομολογίας αυτής της πίστεώς τους, και την πατρίδα τους και την οικογένειά τους και τους φίλους τους και τους συγγενείς τους και αυτή τη ζωή τους και να προτιμήσουν αντί των ευχαρίστων και τερπνών του κόσμου, που τους υπόσχονταν οι εχθροί της Πίστεως, και μαστιγώσεις και κινδύνους και μαρτυρικό θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορθώματα κάποιου νεκρού, που έμεινε κλεισμένος στον τάφο του, αλλά κάποιου που ανεστήθη και ζει. (PG 50,593)

Τι μεγαλύτερη απόδειξη της Αναστάσεως του Χριστού ζητάς, όταν βλέπεις να έχει γίνει τόσο μεγάλη μεταβολή των πραγμάτων έπειτα από εκείνο το γεγονός; Γυναίκες, που εκ φύσεως είναι δειλές, παρουσιάζονται ατρόμητες εμπρός στον θάνατο, ενώ ο θάνατος πριν από την Ανάσταση ήταν φοβερός και φρικτός και στους αγίους άνδρες. (PG 50, 629)

Πολλοί ερωτούν, γιατί άραγε, όταν ανεστήθη ο Χριστός δεν εμφανίσθηκε στους Ιουδαίους; Η ερώτηση αυτή όμως είναι περιττή και μάταιη. Διότι εάν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη με την εμφάνισή του μετά την ανάσταση του σ’ αυτούς, δεν θα απέφευγε να το κάνει. Ότι όμως δεν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη, αν εμφανιζόταν σ’ αυτούς μετά την ανάστασή του, φαίνεται με την περίπτωση του Λαζάρου. Διότι αυτόν που ήταν νεκρός τέσσερις μέρες και μύριζε και είχε αρχίσει να αποσυντίθενται τον ανέστησε και του έδωσε δύναμη να βγει από τον τάφο του, όπως ήταν δεμένος με νεκρικούς επιδέσμους εμπρός στα μάτια όλων, και παρά ταύτα όχι μόνο δεν τους είλκυσε προς την πίστη, αλλά και τους ερέθισε περισσότερο. Διότι αποφάσισαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο. Εάν λοιπόν ανέστησε κάποιον άλλον και δεν επίστευσαν, άραγε ανασταίνοντας τον εαυτό Του και δείχνοντάς τον σ’ αυτούς, δεν θα κυριεύονταν και πάλι από μανία εναντίον του;  (PG 51, 106)

Παλαιά συνηθίζαμε, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ν’ αγιάζομε τα σπίτια. Κάποια χρονιά επήγα κι εγώ κι αγίαζα. Χτυπούσα τις πόρτες των διαμερισμάτων, μου ανοίγανε κι έμπαινα μέσα ψάλλοντας: «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…». Όπως πήγαινα στην οδό Μαιζώνος, βλέπω μια σιδερένια πόρτα. Ανοίγω, μπαίνω μέσα στην αυλή, που ήταν γεμάτη από μανταρινιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, και προχωρώ στη σκάλα. Ήταν μια σκάλα εξωτερική, που ανέβαινε πάνω και κάτω είχε υπόγειο.

Ανέβηκα τη σκάλα, χτυπάω την πόρτα και παρουσιάζεται μια κυρία.
Αφού μου άνοιξε, εγώ άρχισα κατά τη συνήθειά μου το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε…».

Με σταματάει απότομα. Εν τω μεταξύ με ακούσανε και δεξιά κι αριστερά στο διάδρομο βγαίνανε κοπέλες απ’ τα δωμάτια. «Κατάλαβα, έπεσα σε οίκο ανοχής», είπα μέσα μου.

Η γυναίκα μπήκε μπροστά μου να μ’ εμποδίσει. -Να φύγεις, μου λέει. Δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το Σταυρό. Να φιλήσω εγώ το Σταυρό και να φύγεις, σε παρακαλώ.

Εγώ τώρα πήρα σοβαρό και επιτιμητικό ύφος και της λέω: -Εγώ δεν μπορώ να φύγω! Εγώ είμαι παπάς, δεν μπορώ να φύγω! Ήλθα εδώ ν’ αγιάσω. -Ναι, αλλά δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές. -Μα δεν ξέρομε αν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό αυτές ή εσύ. Διότι αν με ρωτήσει ο Θεός και ζητήσει να Του πω ποιος κάνει να φιλήσει το Σταυρό, οι κοπέλες ή εσύ, μπορεί να έλεγα: «Οι κοπέλες κάνει να τον φιλήσουν και όχι εσύ. Οι ψυχές τους είναι πιο καλές από τη δική σου». Εκείνη τη στιγμή εκοκκίνησε λίγο.

Της λέω λοιπόν: -Άσε τα κορίτσια να φιλήσουν το Σταυρό. Τους έκανα νόημα να πλησιάσουν. Εγώ πιο μελωδικά από πρώτα έψαλλα το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…», διότι είχα μια χαρά μέσα μου, που ο Θεός οικονόμησε τα πράγματα να πάω και σ’ αυτές τις ψυχές. Φιλήσανε όλες το Σταυρό.

Ήταν όλες περιποιημένες, με τις πολύχρωμες φούστες κ.λπ. Και τους είπα: -Παιδιά μου, χρόνια πολλά. Ο Θεός μάς αγαπάει όλους. Είναι πολύ καλός και «βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Όλοι Τον έχομε Πατέρα και για όλους μας ενδιαφέρεται ο Θεός. Μόνο να φροντίσομε να Τον γνωρίσομε και να Τον αγαπήσουμε κι εμείς και να γίνομε καλοί. Να Τον αγαπήσετε και θα δείτε πόσο ευτυχισμένες θα είστε.

Κοιτάξανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη. -Χάρηκα, τους λέω τέλος, που μ’ αξίωσε ο Θεός να έλθω σήμερα και να σας αγιάσω. Χρόνια πολλά! -Χρόνια πολλά, είπαν κι εκείνες κι έφυγα.