Archive for the ‘ο Πάπας’ Category

Πρός
τήν Ἱερά Σύνοδο
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Ἰ. Γενναδίου 14
115 21 Ἀθήνα

Κοινοποίηση:
σέ ὅλους τούς Ἱεράρχες
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ «ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ»
ΣΤΟ ΚΟΛΥΜΠΑΡΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (19-26/7/2016)

Μακαριώτατε Πρόεδρε,
Σεβασμιώτατοι Ἀρχιερεῖς,

Σᾶς ἀποστέλλω, εὐλαβῶς, μιά περιεκτική ἀποτίμηση γιά τήν «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο» καί Σᾶς παρακαλῶ, νά κάνετε τόν κόπο νά τήν μελετήσετε, ἐπειδή πιστεύω, ὅτι θά μποροῦσε νά βοηθήσει, κάπως, στήν ὑπεύθυνη συζήτηση πού θά γίνει στή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν αὐτή συνέλθει.
Ἡ ἀποτίμησή μας θά κινηθεῖ σέ δύο ἐπίπεδα. Τό πρῶτο ἐπίπεδο θά ἀφορᾶ τήν ἀποτίμηση ὡς πρός τό τυπικό καί Κανονικό μέρος τῆς Συνόδου, ἐνῶ τό δεύτερο ἐπίπεδο θά ἀφορᾶ τήν ἀποτίμηση ὡς πρός τό οὐσιαστικό μέρος της.

Ὡς πρός τήν ἐκκλησιαστική τυπικότητα καί Κανονικότητά της, ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» -θεολογικά κρινόμενη- δέν εἶναι «Ἁγία», κατά κυριολεξία. Καί τοῦτο, ἐπειδή δέν εἶναι «ἑπομένη τοῖς ἁγίοις Πατράσι», οὔτε τυπικῶς οὔτε οὐσιαστικῶς, ὅπως θά γίνει φανερό μέ ὅσα θά ποῦμε στή συνέχεια. Δέν εἶναι ὅμως καί «Μεγάλη», ὄχι μόνον ἐπειδή δέν ἦταν παροῦσες ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἀλλά κυρίως, γιατί ἦταν σέ αὐτήν πολύ μικρή καί ἐπιλεγμένη ἡ ἀντιπροσώπευσή τους ἀπό τούς κατά τόπους Ἀρχιερεῖς. Τό σημαντικότερο, ὅμως, ἐν προκειμένῳ εἶναι, ὅτι ἡ «Σύναξη» αὐτή τῶν Ἀρχιερέων δέν μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ -μέ αὐστηρά θεολογικά κριτήρια- οὔτε κἄν ὡς μία Τοπική Σύνοδος. Πρόκειται, μᾶλλον, γιά μιά ἰδιότυπη, διηυρυμένη, «Προσυνοδική Διάσκεψη Ἀρχιερέων» μέ δέκα Προκαθημένους, ἤ γιά ἕνα «Συνέδριο» δέκα συγκεκριμένων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀντιπροσωπεύτηκαν ἀπό τούς Προκαθημένους τους καί τό πολύ ἀπό 24 κατ’ ἐπιλογήν Ἀρχιερεῖς.

(περισσότερα…)

Advertisements

β’ μέρος

…………………….

Τό Κολυμπάρι ἀποδέχθηκε τήν «Δήλωση τοῦ Τορόντο

Στό ἐπίμαχο κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου («Σχέσεις…») ἀναφέρεται ὀνομαστικά καί ἐπαινετικά ἡ «Δήλωση τοῦ Τορόντο», ἕνα κείμενο πού συμφωνήθηκε τό 1950 ἀπό τούς Ὀρθοδόξους καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν» (τοῦ ΠΣΕ, πού ἱδρύθηκε τό 1948, ὅπου συμμετέχουν Ὀρθόδοξοι, Προτεστάντες, Μονοφυσῖτες). Λέγεται στό κείμενο τοῦ Κολυμπαρίου (παρ. §19) ὅτι: «Οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες-μέλη […] ἔχουν βαθειά τήν πεποίθηση ὅτι οἱ ἐκκλησιολογικές προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto […] εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας γιά τήν Ὀρθόδοξη συμμετοχή στό Συμβούλιο», δηλ. στό ΠΣΕ.
Στή «Δήλωση τοῦ Τορόντο», μολονότι γίνονται καί κάποιες ὀρθές ἐκκλησιολογικές διευκρινίσεις, ὡστόσο λέγεται μεταξύ ἄλλων πλανῶν, ὅτι: «Οἱ Ἐκκλησίες-μέλη ἀναγνωρίζουν ὅτι τό νά ἀποτελεῖ κάποιος μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι πιό περιεκτικό ἀπό τό νά ἀποτελεῖ μέλος τῆς δικῆς του Ἐκκλησίας» (κεφ. 4, §3). Συνεπῶς, ἡ «Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ» δῆθεν δέν περιορίζεται ἐντός τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά ὑπάρχει Ἐκκλησία (δηλ. σωτηρία) καί ἐκτός Ὀρθοδοξίας, στόν χῶρο τῆς αἱρέσεως, σύμφωνα μέ τή «Δήλωση τοῦ Τορόντο».

Τό Κολυμπάρι ἐπικύρωσε τίς αἱρέσεις τῶν Συνάξεων Πόρτο Ἀλέγκρε, Πουσάν, Μπαλαμάντ κ.ἄ.

Τό Κολυμπάρι, μέσῳ τοῦ ἰδίου παραπάνω κειμένου («Σχέσεις…»), ἐπαινεῖ τούς μέχρι τώρα θεολογικούς διαλόγους Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν, διότι λ.χ. «ἐκτιμᾷ θετικῶς τά θεολογικά κείμενα πού ἐκδόθηκαν ἀπό αὐτήν [τή σχετική Ἐπιτροπή τοῦ ΠΣΕ…], τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀξιόλογο βῆμα στήν Οἰκουμενική Κίνηση γιά τήν προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν» (παρ. §21).
Ἡ ἔμμεση αὐτή ἐπικύρωση, ἀκόμη καί ἄν δέν κατονομάζει τίς εἰδικότερες θέσεις τῶν κειμένων αὐτῶν, ὅμως τά ἐπικυρώνει συλλογικῶς. Ἄλλωστε, μή ξεχνᾶμε ὅτι οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι Πενθέκτη (β΄ Κανών) καί Ἑβδόμη (α΄ Κανών) ἔδωσαν οἰκουμενικό κῦρος στούς ἱερούς Κανόνες τῶν Τοπικῶν Συνόδων, χωρίς νά ἀναφέρονται λεπτομερῶς σέ αὐτούς.
Μιά προσεκτική ματιά δείχνει τί ἀπαράδεκτα καί αἱρετικά ἔχουν γραφεῖ, δυστυχῶς, στά σημαντικότερα ἀπό τά κείμενα τῶν «Θεολογικῶν Διαλόγων».
Τό κείμενο τοῦ Πόρτο Ἀλέγκρε (ΠΣΕ, Βραζιλία, 2006) λέγει (παρ. §§6-7) ὅτι «Κάθε Ἐκκλησία [εἴτε ἡ Ὀρθόδοξη εἴτε οἱ προτεσταντικές κ.λπ. τοῦ ΠΣΕ] εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ὁλόκληρη. Κάθε Ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν Καθολικότητά της, ὅταν εὑρίσκεται σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες […] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλον εἴμαστε πτωχευμένοι» καί ὅτι (§5) «ἐνδέχεται νά ὑπάρχουν νόμιμα διαφορετικές διατυπώσεις τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας», δηλαδή δέν βλάπτει ἡ διαφοροποίηση τῶν δογμάτων !
Τό κείμενο τοῦ Πουσάν (ΠΣΕ, Νότιος Κορέα, 2013) λέγει μεταξύ πολλῶν ἄλλων πλανῶν, ὅτι «μετανοοῦμε γιά τίς διαιρέσεις μεταξύ τῶν ἐκκλησιῶν μας καί ἐντός αὐτῶν», οἱ ὁποῖες ὑπονομεύουν «τή μαρτυρία μας γιά τό εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (παρ. §14). Μέ ἄλλα λόγια, μετανοοῦμε πού οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἔσωσαν ἀπό τίς αἱρέσεις, ἀποκόπτοντάς τις ἀπό τήν Ἐκκλησία !
Ἡ Συμφωνία τοῦ Balamand (Λίβανος, 1993) μεταξύ Ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν Παπικῶν, λέει (παρ. §§13-14) ὅτι: «Καί ἀπό τίς δύο πλευρές ἀναγνωρίζεται ὅτι αὐτό πού ὁ Χριστός ἐμπιστεύθηκε στήν Ἐκκλησία Του […] δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται σάν ἰδιοκτησία τῆς μιᾶς μόνον ἀπό τίς Ἐκκλησίες μας. Στά πλαίσια αὐτά εἶναι προφανές ὅτι κάθε εἴδους ἀναβαπτισμός ἀποκλείεται». Ἐπίσης, ὅτι «ἡ Ὀρθόδοξη καί ἡ Καθολική Ἐκκλησία ἀναγνωρίζονται ἀμοιβαῖα ὡς “ἀδελφές Ἐκκλησίες”, ὑπεύθυνες ἀπό κοινοῦ γιά τήν διατήρηση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ στήν πιστότητα πρός τό Θεῖο Σχέδιο, πολύ ἰδιαίτερα δέ σέ ὅ,τι ἀφορᾶ στήν ἑνότητα»· ἀλλοῦ, διακηρύσσεται (παρ. §30) ὅτι «οἱ εὐθῦνες γιά τόν χωρισμό εἶναι μοιρασμένες» μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν!
Παρά ταῦτα, ἡ Σύνοδος τοῦ Κολυμπαρίου (ὡς μιά «καθώς πρέπει» (“decent”) αἱρετική Σύνοδος) διακήρυξε παραπλανητικῶς, ὅτι «οἱ διάλογοι πού διεξάγονται ἀπό τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία οὐδέποτε σήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ ὁποιονδήποτε συμβιβασμό σέ ζητήματα πίστεως. Οἱ διάλογοι αὐτοί εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας» (Ἐγκύκλιος, VII, §20).

Τό Κολυμπάρι ἀπέρριψε ὀρθόδοξες βελτιωτικές προτάσεις

Ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος συμμετέσχε στή Σύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου, ἀλλά δέν ὑπέγραψε τό ἐν λόγῳ προβληματικό κείμενο, σέ εἰδική ἀνάλυσή του («Οἱ ἀποφάσεις τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τήν ΑκΜΣ καί ἡ κατάληξή τους»), μαρτυρεῖ ὅτι στό Κολυμπάρι ἀπορρίφθηκαν (προσοχή!) οἱ ἑξῆς διορθωτικές (ὀρθόδοξες) προτάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (βλ. «Θεοδρομία», ΙΗ΄ 3.4 [Ἰολ –Δεκ 2016] 416-436):
(α) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν δέχεται τήν ἐγκυρότητα τῶν μυστηρίων τῶν ἑτεροδόξων (αἱρετικῶν), ἀσχέτως ἀπό τόν τρόπο πού τούς ἐντάσσει στήν Ἐκκλησία, ὅταν μεταστραφοῦν.
(β) Τήν «ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν» ἡ Ὀρθοδοξία τήν κατανοεῖ μόνον ὡς ἐπιστροφή («ἐπισυναγωγή») τῶν ἄλλων στήν Ὀρθοδοξία.
(γ) Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν βλέπει τόν ἑαυτό Της ὡς μέρος «τοῦ διαιρεμένου χριστιανικοῦ κόσμου», δηλ. σάν θραῦσμα ἑνός ἑνιαίου μείγματος Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως.
Ἡ ἀπόρριψη ὅλων τῶν παραπάνω διευκρινίσεων «φωτίζει» τό τί πραγματικῶς ἐννοεῖ τό Κολυμπάρι ὀνομάζοντας «Ἐκκλησίες» τούς ἑτεροδόξους-αἱρετικούς. Τούς θεωρεῖ «Ἐκκλησία», ὅπως εἶναι οἱ Ὀρθόδοξοι.

—————————————————-

Του μοναχού Σεραφείμ

α’ μέρος

Πρίν ἀπό ἑνάμισυ περίπου χρόνο (Ἰούνιο 2016) ἔλαβε χώρα ἡ λεγομένη «Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος» στό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης, ὅπως εἶχε προγραμματισθεῖ, καί προκάλεσε μέγα διχασμό στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αἰτία ἦταν, ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἐπισημοποίησε καί ἐπικύρωσε αἱρετικές ἀπόψεις κυρίως ὡς πρός τήν ἐκκλησιολογία (τήν περί Ἐκκλησίας διδασκαλία) τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπόψεις οἰκουμενιστικές.
Στόν περιορισμένο χῶρο ἑνός ἄρθρου, θά προσπαθήσω νά συνοψίσω χάριν τοῦ εὐρύτερου ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ μερικά ἀπό τά τεκμήρια τῆς προδοτικῆς παρεκκλίσεως τῆς Συνόδου αὐτῆς (στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς «Τό Κολυμπάρι»).

Τί εἶναι ὁ Οἰκουμενισμός καί τί γενικῶς ἡ αἵρεση

Μέ τόν ὅρο «Οἰκουμενισμός» ἐννοεῖται ἡ (παν)αἵρεση ἡ ὁποία ἐπιδιώκει μία τεχνητή, ἐξωτερική, ἕνωση διαφορετικῶν θρησκευτικῶν πίστεων, ὄχι μέ ἐπιστροφή τῶν αἱρετικῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (τήν μόνη Ἐκκλησία), ἀλλά μέ ἀμοιβαῖες θεολογικές ὑποχωρήσεις, τόσο τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσο καί τῶν χριστιανῶν αἱρετικῶν (ἤ τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀργότερα), ὥστε νά μειωθοῦν ὅλοι σέ ἕνα – τό κατά δύναμιν – κοινά ἀποδεκτό παρονομαστή θρησκευτικῆς πίστεως ἤ πρακτικῆς. Ἡ αἵρεση αὐτή ἐπικαλύπτεται μέ τήν πρόφαση τῶν «θεολογικῶν διαλόγων».

(περισσότερα…)

Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νά… μολυνθῶμεν, οὔτε μνημονεύοντες τοὖ Πατριάρχου (ἐφ’ ὅσον ἀκόμη δὲν κατεδικάσθη), οὔτε, πολλῶ μᾶλλον, δεχόμενοι εἰς κοινωνίαν τοὺς μνημονεύοντας αὐτοὖ. Τὰ ἀντιθέτως λεγόμενα εἶνε ἀνόητοι «ζηλωτισμοί».

(Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος)

Ἡ ὀνομαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδοξίας συνεκλήθη καὶ συνεδρίασε στὴν Κρήτη τὴν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016).

Δύο μῆνες μετά, κρίνοντας μὲ νηφαλιότητα τὸ ὅλο ἐγχείρημα, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὶς ἑξῆς παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἀμφιλεγόμενη «Σύνοδο»:

>1. ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ;

Ἕνα πρῶτο ἐρώτημα ἀφορᾶ στὴν ἴ­δια τὴ φύση τῆς Συνόδου: Ἦταν πράγματι Σύνοδος; Τὸ ἐρώτημα εἶναι καίριο. Διότι κατὰ τὴ σύγκλησή της καὶ τὶς ἐργασίες της, μὲ τὴν καθιέρωση νὰ ψηφίζουν μόνο οἱ Προκαθήμενοι καταλύθηκε οὐσιαστικὰ ἡ ἔννοια τῆς συνοδικότητας. Ἦταν περισσότερο, ὅπως παρετήρησε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς ἐπισκοπῆς Μπάτσκας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς), μιὰ «Σύναξις Προκαθημένων», ἡ ὁποία μάλιστα «ἐνεργεῖ ἐμπράκτως ὡς συλλογικός τις πάπας».

Τὴν προβληματικότητα τὴν ἀναγνώρισαν καὶ ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῆς «Συνόδου». Ἔτσι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς «Συνόδου», ἀπαντώντας στοὺς ἐπικριτές της, εἶπε ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ «ἰδιαιτερότητα… δὲν εἶναι ἕνα ἀκριβὲς ἀντίγραφο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων… εἶναι κάτι ἰδιαίτερο».

Πιὸ ξεκάθαρα ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης κ. Χρυσόστομος Σταμούλης, ἀναφερόμενος στὶς καινοτομίες της, τὴ λεγόμενη «ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας» καὶ τὴν καθιέρωση τῆς «μίας ψήφου ἀνὰ Ἐκκλησία», εἶπε πρὶν τὴ σύγκλησή της τὰ ἑξῆς: «Ὄντως, ἡ συγκεκριμένη διαδικασία εἶναι ἀμάρτυρη ἐντὸς τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀγνοεῖται τὸ ἱστορικὸ κεκτημένο ποὺ θέλει τὸν κάθε ἐπίσκοπο νὰ ἔχει μία ψῆφο. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀντικαθίσταται ὁ ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν πρῶτο καὶ νὰ ὑποχωρεῖ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου γιὰ χάρη τοῦ καθόλου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας. Νὰ χάνεται στ᾿ ἀλήθεια ‘‘ἡ ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ’’. Ἢ, ἀκόμη πιὸ σκληρά, ἡ υἱοθέτηση τῆς μίας ψήφου νὰ ἀποτελεῖ τὸν «θρίαμβο τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ τύπου τῶν ‘‘συμβάσεων’’». Καὶ δὲν χωράει καμία ἀμφιβολία πὼς σὲ ὅ­λα τὰ παραπάνω θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε καὶ ἄλλα. Νὰ ποῦμε γιὰ παράδειγμα ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφωνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μίας ψήφου ἡτ­τᾶται ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, βιάζεται ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωή».

Ὁ κ. Σταμούλης ὅμως σωστὰ ἐπισημαίνει καὶ ἕνα ἀκόμη σημεῖο ἐξίσου προβληματικό: Τὸ ὅτι ἡ «Σύνοδος», ἔτσι ὅπως προετοιμάστηκε, ἦταν ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν λαό. Εἶπε: «Ἐὰν διαπιστώνεται, λοιπόν, ἕνα ἔλλειμμα, αὐτὸ βρίσκεται στὴν ἐνημέρωση τῆς βάσης, στὴν ἐνημέρωση τῶν λαϊκῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κληρικῶν, τόσο τῶν δύο πρώτων βαθμίδων, ὅσο καὶ τῶν ἐπισκόπων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Φαίνεται ἔτσι νὰ λησμονεῖται ἢ νὰ παραθεωρεῖται πὼς ‘‘ἡ Σύνοδος δὲν συνέρχεται γιὰ τὸν ἑαυτό της· συνέρχεται γιὰ ὅλο τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο’’, καθὼς «“εἶναι ἐκ τοῦ σώματος”, “ἐν τῷ σώματι”, “διὰ τὸ σῶμα”». Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἐνστάσεις οἱ ὁποῖες καὶ ἐδῶ διατυπώθηκαν ἀπὸ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν εἶναι χωρὶς ἔρεισμα». [Βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, «Ἡ λειτουργία τῆς ὁμοφωνίας καὶ ἡ ποιητικὴ τῆς ἑνότητας». Εἰσήγηση στὸ Συνέδριο «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (3-5 Δεκεμβρίου 2015)].

Ἂν λοιπὸν ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἀποτελεῖ ἁπλὴ σύμβαση ἀτομοκεντρικοῦ τύπου, ἂν καταστρέφει τὴν Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, ἂν βιάζει τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖ τὴ ζωή, μποροῦμε νὰ τὴ θεωροῦμε πραγματικὴ Σύνοδο;

2. ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ;

Ἂς ἔρθουμε σὲ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα. Ἡ «Σύνοδος» ὀνομάστηκε Μεγάλη. Ἦ­ταν ὅμως; Βέβαια ἔτσι συγκλήθηκε, ἀλλὰ δὲν κατάφερε νὰ γίνει πραγματικὰ Μεγάλη, διότι κατ᾿ αὐτὴν ἡ Ὀρθοδοξία ἐμφανίστηκε διχασμένη. Ὁ διχασμὸς ἔγινε φανερὸς πρωτίστως κατὰ τὴ σύγ­κλησή της, ὁπότε τέσσερις ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν νὰ μετάσχουν. Ἔγινε ὅμως φανερὸς καὶ κατὰ τὶς συνεδριάσεις της, ὅπου καὶ σὲ ἄλλα, κυρίως ὅμως στὸ σημαντικότερο θέμα της, αὐτὸ τῆς σχέσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο, ἐκδηλώθηκαν ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ τελικὸ κείμενο.
Ἡ ἀδυναμία τῆς Συνόδου νὰ παρουσιάσει ἑνωμένη τὴν Ὀρθοδοξία ἑρμηνεύεται ἀπὸ πολλοὺς ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὰ εἰς βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξυφαινόμενα σχέδια ἐπεκτάσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κατατρύχεται, ὡς γνωστό, ἀπὸ τὸ ἀντιπαραδοσιακὸ σύνδρομο τῆς «Τρίτης Ρώμης», ὅπως ἀρέσκεται νὰ αὐτοαποκαλεῖται.
Ἀκόμη ὅμως κι ἂν γίνει δεκτὸ ὅτι σκοπιμότητες γεωπολιτικῶν παιχνιδιῶν ἐξουσίας ὤθησαν τὶς τέσσερις Ἐκκλησίες νὰ ἀπόσχουν – κάτι ποὺ οἱ ἴδιες ἀρνοῦνται κατηγορηματικά –, αὐτὴ ἡ ἀπουσία στερεῖ ἀπὸ τὴ «Σύνοδο» τὴν προσωνυμία «Μεγάλη» καὶ τὸν πανορθόδοξο χαρακτήρα. Μάλιστα πολὺ περισσότερο ποὺ οἱ ἀποῦσες Ἐκκλησίες ποιμαίνουν πάνω ἀπὸ τὸ μισὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο τῆς γῆς.

Τοὺς πραγματικοὺς βέβαια λόγους τῆς ἀπουσίας τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν τοὺς γνωρίζει καὶ θὰ τοὺς κρίνει ὁ Θεός. Θεολογικῶς ὅμως ὀφείλουμε κάτω ἀπὸ τὰ ἐπιφαινόμενα νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια.

Καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἁπλὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ «Σύνοδος» δὲν εἶχε πανορθόδοξο χαρακτήρα, κι αὐτὸ καθιστᾶ τὶς ὅποιες ἀποφάσεις της περιορισμένης ἐμβέλειας καὶ σημασίας.

3. ΗΤΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ;

Τὸ σημαντικότερο βέβαια ἐρώτημα εἶναι τὸ ἂν ἡ «Σύνοδος» ἦταν Ὀρθόδοξη. Καίριο πράγματι ἐρώτημα, δεδομένου ὅτι κεντρικότατη ἐπιδίωξη σ᾿ αὐτὴ τὴ «Σύνοδο» ὑπῆρξε ἡ προσπάθεια κάποιων νὰ περιορίσουν τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς θὰ γινόταν μὲ τὴν ἔγκριση τῆς προτάσεως νὰ ἀναγνωριστοῦν ὡς Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξες Χριστιανικὲς ὁμολογίες, δηλαδὴ οἱ μονοφυσιτίζουσες ὁμάδες τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ αἱρετικὲς ἐκτροπὲς τῆς Δύσεως: ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταν­τισμός.

Ἡ ἀναγνώριση ἀπορρίφθηκε, χάρη κυ­­ρίως στὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τελικὴ ἀπόφαση μὲ τροπολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος, προϊὸν συμβιβασμοῦ τῶν ἀν­τίθετων ἀντιλήψεων, δὲν δέχεται ὕ­παρξη ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ μόνο «ἀ­ποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν».
Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀ­θηνῶν κ. Ἱερώνυμος, παρουσιάζοντας τὴ συμβιβαστικὴ πρόταση δήλωσε τὰ ἑξῆς: «Μὲ τὴν τροπολογία αὐτὴ πετυχαίνουμε μία Συνοδικὴ ἀπόφαση, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία περιορίζει τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῶν σχέσεων πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ὄχι στὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μόνο στὴν ἱστορικὴ ὀνομασία αὐτῶν ὡς ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκ­­κλησιῶν ἢ Ὁμολογιῶν. Οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς εἶναι αὐτονόητες. Ὄχι μόνο δὲν ἐπηρεάζουν ἀρνητικῶς μὲ ὁποιονδήποτε τρό­πο τὴ μακραίωνη Ὀρθόδοξη παράδοση, ἀλλ’ ἀντιθέτως προστατεύεται μὲ πολὺ σαφὴ τρόπο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σιολογία».

Ἂν καὶ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ἀπαράδεκτη ἀκόμη καὶ ἡ συμβιβαστικὴ αὐτὴ ἀπόφαση, ἐντούτοις παραμένει ἀναμφίβολο ὅτι ἡ σκληρὴ οἰκουμενιστικὴ πρόθεση νὰ ἀναγνωριστοῦν οἱ ἑτερόδοξες ὁμάδες ὡς ἐκκλησίες ἀποφεύχθηκε.

Βέβαια τὸ ὅλο κείμενο γιὰ τὴ σχέση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο στὶς ἑπόμενες παραγράφους του εἶναι ὀρθοδόξως ἀπαράδεκτο. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς ἐκτροπῆς του εἶναι τὸ ὅτι γιὰ τοὺς διεξαγόμενους διαλόγους προβλέπει ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινὸς θεολογικῆς διαφορᾶς, ὁ θεολογικὸς διάλογος δύναται νὰ συνεχίζηται».

Ἔχουμε καὶ ἄλλοτε τονίσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο, διότι ὁδηγεῖ σὲ ἀτέλειωτο διάλογο καὶ συνεπῶς σὲ ἕνωση στὴν πράξη, ὅπως καθόριζε ἡ τακτικὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «νὰ κλείσουμε τοὺς θεο­λόγους σὲ ἕνα νησὶ γιὰ νὰ συζητοῦν συνεχῶς καὶ ἐμεῖς νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν ἀγάπη».

Τὸ κείμενο ἀναμειγνύει τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια μὲ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις καὶ ἐγκωμιαστικὲς ἀναφορὲς στὴ λεγόμενη «οἰκουμενικὴ κίνηση» καὶ τὸ «Παγ­κόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν». «Εἶναι ἄμικτον μεῖγμα τῶν καθαρῶς Ὀρθοδόξων θέσεων καὶ τῶν ‘‘οἰκουμενικοῦ’’ ἤθους καὶ ὕφους ὡραιολογιῶν» καὶ «εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς ἀρνήσεως τῶν τεσσάρων Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν Σύνοδον» (Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος).

Τὰ ἴδια τόνισε σὲ σχετικὴ κριτική του ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: «Τὸ ὅλο κείμενο εἶναι ἐλλειμματικὸ καὶ ἀντιφατικὸ ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησιολογία του, γιατὶ δὲν προσδιορίζει ποιὸς μετέχει καὶ ποιὸς δὲν μετέχει στὴν Ἐκκλησία, τί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ποιὰ εἶναι τὰ ὅρια μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως». Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε νὰ τὸ ὑπογράψει.

Τὸ διάτρητο θεολογικῶς αὐτὸ κείμενο καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ τὸ ὑπογράψουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ ὑποτιμητικὸ τοῦ ἐπισκοπικοῦ κύρους ἀτόπημα νὰ ὑπογράφουν ἀ.α. (ἀντ᾿ αὐτῶν) οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν τους, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ ἦταν παρόντες καὶ ἠρνοῦντο νὰ ὑπογράψουν. Αὐτὴ ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ θλιβερὲς στιγμὲς τῆς «Συνόδου».
Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς «Συνόδου» ἐπικράτησε ἀπίστευτη σύγχυση. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ σύγχυση ἔνδειξη ἀπουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος;

4. Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Ἀπὸ τὴν ὅλη αὐτὴ ἱστορία προῆλθε καὶ μιὰ ἐπιτυχία: Ἡ ἀποτυχία πανορθόδοξης ἐπιβολῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς τακτικῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πρὶν τὴ «Σύνοδο», ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελοῦσε καίρια ἐπιδίωξη πολλῶν ἦταν αὐτὴ ἡ ἐπιβολή. Οἱ οἰκουμενιστὲς λογάριαζαν πὼς θὰ πετύχαιναν νὰ ἐπιβάλουν στὴν Ὀρθοδοξία τὴν Ἀθηναγόρεια ἐκτροπὴ μὲ πανορθόδοξη συνοδικὴ ἀπόφαση. Τὸ εἶχαν βέβαιο καὶ μάλιστα ἀπειλοῦσαν μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀντιτιθέμενους σ᾿ αὐτὸ πιστούς (Βλ. π.χ. ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Πέτρου Βασιλειάδη στὸ «ΑΜΕΝ» μὲ τὸν τίτλο: «Ἡ διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»).
Ὅμως ἡ ἀπόφαση τῶν τεσσάρων Ἐκ­κλησιῶν νὰ μὴ μετάσχουν στὴ «Σύνοδο», ἡ ἀντίσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἄρνηση τόσων ἐπισκόπων νὰ ὑπογράψουν τὸ ἀπαράδεκτο ἄρθρο 6 κλόνισαν τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ματαίωσαν τὴν ἐπιχείρηση πανορθόδοξης ἐπιβολῆς του στὴν Ἐκκλησία.
Ἡ δεινὴ αὐτὴ ἦττα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερο κέρδος πού, ἂν καὶ ἀθέλητα, ἄφησε πίσω της ἡ «Σύνοδος».

5. ΑΝ ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ἂν ἦταν Σύνοδος πραγματικὰ Ὀρθόδοξη, θὰ εἶχε ἀναπαύσει τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν. Ἄλλα περιμέναμε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Σύνοδο». Περιμέναμε νὰ ὁμολογήσει μὲ κρυστάλλινη διαύγεια τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Χωρὶς μισόλογα, ἀμφιλεγόμενες διατυπώσεις καὶ προσπάθεια πλάγιας νομιμοποιήσεως τῆς οἰκουμενιστικῆς πλάνης.
Περιμέναμε νὰ ὑποδείξει μὲ ἀληθι­νὴ «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας πλανεμένους «Χριστιανοὺς» ὅτι ὁ μόνος ἀσφαλὴς δρόμος σωτηρίας εἶναι ἡ ἐπιστροφή τους στὴν Ὀρθοδοξία, τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Περιμέναμε νὰ καταδικάσει τὶς φρικτὲς ἐκτροπὲς τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Νὰ χρησιμοποιήσει καὶ πάλι τὴν ἀτρόμητη καὶ ἀληθινὴ γλώσσα τῆς ἀπαντήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848 πρὸς τὸν Πάπα Πίο τὸν Θ΄. Νὰ ἐπαναλάβει τὴ λέξη: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!», ποὺ ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι μὲ πόνο καὶ γνήσια ἀγάπη εἶπαν γιὰ τὸ ἀντιχριστιανικὸ παπικὸ σύστημα.
Ἐμεῖς εὐγνωμονοῦμε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ κυβερνάει τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπέτρεψε τὴν ἐπιδιωκόμενη ἐπιβολὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ στηριχτοῦμε οἱ πιστοὶ στὴν πατροπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ μένουμε ἀφοσιωμένοι σ᾿ αὐτὴν μέχρι θανάτου!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ . Π . ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΖΙΟΜΠΟΛΑ

 

Με την ευκαιρία της εορτής του μεγάλου ασκητού Γερασίµου 20 Οκτωβρίου , λόγος για µια ξεχασμένη συµπεριφορά των Παπικών , πού συνέβη κατά την εκταφή του σκηνώµατος του στα Οµαλά της Κεφαλληνίας .

Ό Άγιος Γεράσιμος, πού γεννήθηκε στα Τρίκαλα Κορινθίας το 1509, ήταν άµεσος απόγονος των ενδόξων Νοταράδων του Βυζαντίου . Ό πάππους του ήταν αδελφός του Λουκά Νοταρά ,του Πρωθυπουργού , δηλαδή κατά την πτώση της Πόλεως υπό τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο . Ό Γεράσιµος, µικρός συνειδητοποίησε τίνων απόγονος είναι και τί χάθηκε στο Βυζάντιο και νωρίς συνέλαβε τα µεγάλα και υψηλά της ζωής και στράφηκε προς τα θεία πράγµατα .

Αφού νεαρός επισκέφθηκε την τουρκοκρατούμενη πλέον Κωνσταντινούπολη και έκλαυσε για ό,τι εκεί έγινε και είδε και για το αίµα πού χύθηκε , έλαβε τη γενναία απόφαση να αφιερωθεί στο Μοναχισµό, µε πρώτο στάδιο ιερής παλαίστρας το Άγ. Όρος, στο όποιο παρέµεινε περί τα πέντε χρόνια. Στη συνέχεια στους Αγίους Τόπους οπού παρέµεινε περί τα δώδεκα χρόνια, µάλιστα στο Σαραντάριο νήστεψε απόλυτα τεσσαράκοντα ηµέρας!

Από εκεί επισκέφθηκε Σινά, Αίγυπτο και Κρήτη, όπου σε σπήλαια έζησε περί τα δύο χρόνια. Κατόπιν στη Ζάκυνθο όπου πάλι σε σπήλαιο έζησε µία πενταετία, και σε ηλικία 50 περίπου ετών κατέληξε στην Κεφαλληνία και έζησε πάλι σε σπήλαια . Εκεί δι ‘ άκρας ασκήσεως , «φθάσας εις γήρας και πολλών θαυµάτων επιτελέσας και γνούς την αυτού τελευτήν κοιτάς Μοναστρίας συγκαλεσάµενος και συγχωρησιν παρ αυτών, εξαιτήσας και επευλογήσας αυτάς τω θεώ το πνεύµα παρέθετο ».

Ή µεγάλη καµπάνα της Μονής κτύπησε κατάλληλα. Ή είδηση πήρε διαστάσεις στο νησί . Ήταν ή 15 η Αυγούστου του 1579 και µάλιστα µετά τη θεία Λειτουργία. Οποία ευλογία .

Επίσκοπος και κλήρος του νησιού, πλήθος µοναστών και πλήθη λαού , µετά την έξόδιον Ακολουθία ένεταφίασαν το Ιερό λείψανο . Ή αγία ζωή και το οσιακό τέλος άφησαν ως αποτέλεσµα ότι ό δωροδότης Κύριος τον είχε κατατάξει στο πάνθεον των Αγίων της Εκκλησίας. Έτσι, µε βάση τα σηµεία και την κοσµοσυρροή , κάτι το πηγαίο ώθησε τις Μοναχές να επιχειρήσουν έγκαιρα την ανακοµιδή του Ιερού λειψάνου. Τούτο έγινε και µε την παρουσία του Πατριαρχικού Έξαρχου την 20ήν Οκτωβρίου 1581, δηλαδή 26 µήνες µετά την κοίµηση του.

 

Με το άνοιγµα του τάφου, ω του θαύµατος, ευρέθηκαν προ εκπλήξεως ! Το ιερό λείψανο ακέραιο, άφθαρτο και ευωδιάζον. Χαράς ευαγγέλια στη µονή των Καλογραιών αλλά και γενικά των πιοτών. Το γεγονός πήρε διαστάσεις και εκτός νησιού . Αξιώθηκε δηλαδή τιµής ό Όσιος ,πού ελάχιστοι αξιώνονται. Πάνω στα πράγµατα µια απόδειξη ότι ή αποστολή του ανθρωπίνου σώµατος δεν τελειώνει στον τάφο. Οδηγεί ως προς το σώµα στο «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών …».

Όµως, στην όντως αυτή χαρά, πού υπερβαίνει τα ανθρώπινα και αποτελεί ενέργεια Θεού, δεν συµµετείχαν όλοι. Εξαίρεση και αµαρτωλή παραφωνία —πέραν των άλλων — οι τότε Παπικοί του νησιού δυσφόρησαν έντονα, αντέδρασαν πεισµατικά και τούτο διότι ένοιωσαν ότι το

ατράνταχτο αυτό ορθόδοξο γεγονός θα είναι πλέον εµπόδιο στον προσηλυτισµό των Ορθοδόξων, πού οι Παπικοί επιχειρούσαν .

Να τονισθεί ότι πηγαίνοντας στο νησί ό ασκητής Γεράσιµος είχε να αντιµετωπίσει και τον άκρατο προσηλυτισµό των Λατίνων. Γνώριζε ποιοι ήταν και πόσον µακράν της αληθείας και πάσχιζε να στηρίξει το λαό στην Ορθόδοξη Πίστη και προέτρεπε να µη δελεάζονται από τα δολώµατα και τις όποιες προσφορές των διαφαίνεται ότι ή Ορθόδοξη αυτή στάση του έναντι των Λατίνων ήταν ενισχυµένη και από τη θέση – φράση του προγόνου του δούκα Λουκά Νοταρά, του οποίου η αποστροφή προς τον Πάπα ήταν τοιαύτη , ώστε λίγο προ της πτώσεως όταν κάποιοι ανέκραξαν: «Είθε να παραδίδαµεν την Πόλιν εις τους Λατίνους τους πιστεύοντας τουλάχιστον εις τον Χριστόν, ίνα µη ριφθώµεν εις τας των ασεβών παλάµας », εξεφώνησε , «κρειττότερον έστω είδέναι εν µέση τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν ».

 

Με το επιχείρηµα πάντως της πρόωρης εκταφής βρήκαν ευκαιρία να πολεµήσουν τρόπον τινά τον Άγιον πού τους ήλεγχε. Όντως πλέον ή σωματική αφθαρσία του ασκητού έκλεινε το στόµα τους στα όσα έλεγαν ότι ή αλήθεια της πίστεως είναι στον Πάπα.

Και η συνέχεια ; Δεν ησύχασαν, κατηγόρησαν την Ιερά Μονή ότι δεν τηρήθηκε ή τριετία παραµονής του νεκρού στον τάφο και ότι ή βιασύνη τους έγινε για λόγους θρησκευτικής εκµεταλλεύσεως. Αυτοί ήταν και είναι εν πολλοίς οι Παπικοί, και µοχθηροί. Έτσι απαιτούσαν να επαναταφεί το σκήνωµα και «ελάλουν ασέβειαν».

Μίσος, τύφλωση ψυχής, φανατισµός στο έπακρον από δήθεν χριστιανούς. Στο φινάλε δεν ήταν καν θέµα τους, αλλά επειδή έχασαν στην παράνοµη προσπάθεια τους, πολέµησαν λυσσωδώς. Τέλος πάντων οι Λατίνοι – Παπικοί σε σχέση µε τους Ορθοδόξους ή στάση – θέση τους – είναι παντού και πάντοτε αρνητική έως εχθρική. Αποτέλεσµα, οι επικεφαλής Παπικοί κατέφυγαν στην πολιτική ( Ενετική ) εξουσία του νησιού, πού ήταν δική τους.

Πάνω στην αντιξοότητα ό Πατριαρχικός Έξαρχος, βλέποντας ότι ήταν δυνατόν ακόµη και εξέγερση να γίνει µεταξύ των δύο παρατάξεων , αφού πλέον το θέµα ξέφυγε και έγινε θέµα νησιού. Έτσι ελήφθηκε απόφαση µ ε την πολιτική εξουσία και ξανά έθαψαν το σκήνωµα , µ ε συμφωνία να συµπληρωθεί ή τριετία . Αφού τούτο συνέβη το 1582 προέβησαν στη δεύτερη εκταφή.

Και τότε ; «Το Ιερόν λείψανο και πάλιν εύροµεν αυτό ακέραιον, πάσαν ευωδία πέµπον και ιάµατα ». Πλέον οι Παπικοί ένοιωσαν µειονεκτικά , κοινώς ρεζιλεύτηκαν .

Ταύτα ως προς το φέρσιµο των Παπικών και από γραφόµενα του πρωτοπρεσβυτέρου π . Κωνσταντίνου Γκέλη από το έργο του «Ό Άγιος Γεράσιµος Κεφαλληνίας » ως προς το θέµα της εκταφής, καθώς και από το µακαριστό συγγραφέα Σώτο Χονδρόπουλο από το έργο του «Άγιος Γεράσιµος ό Νοταράς ».

 

Ώστε το διαµένον στους αιώνες άφθαρτο σκήνωµα του Αγίου Γερασίµου είχε και αύτη την περιπέτεια µε τους Παπικούς. Πέραν των άλλων παραµένει και των «Ορθοδόξων προστάτης». Αποτέλεσµα ως προς τις εορτές , πού τιµάται ο Άγιος Γεράσιµος παρέµειναν δύο. Ή πρώτη 16 Αυγούστου αντί 15 πού συνέβη ή κοίµηση του προς τιµήν της Παναγίας, πού δεσπόζει στις 15. Όµως ή µεγάλη εορτή του Άγιου παρέµεινε τιµητικά η 20 ή Οκτωβρίου , και θυμίζει όσα αναφέρθηκαν για το ιερό σκήνωµα µε την παρέµβαση των Παπικών του νησιού .

 

Να λεχθεί εδώ µε την ευκαιρία και τούτο : Μετά το Σχίσµα, πού στη συνέχεια έγινε και παρέµεινε παναίρεση, ή δυτική λεγοµένη «εκκλησία» για χίλια χρόνια δεν έχει ούτε ένα τέτοιο φαινόµενο, δηλ. αφθαρτοποιηµένο – ολόσωµο σώµα. Και πώς να έχει γενικά αγίους αφού στερείται χάριτος

θεού. «Ορφάνεψε », λόγω εκτροπών και ως τονίζεται από ορθοδόξου πλευράς δεν έχει ενεργό χάρη, όντως µυστήρια και µάλιστα Ιεροσύνη , αφού δεν φθάνει ή αποστολική διαδοχή αλλά απαιτείται ή παρουσία του Αγίου Πνεύµατος το όποιον δεν διατάσσεται στο να ενεργεί όπου υπάρχουν πλάνες και αίρεση.

 

Το επίκαιρο ερώτημα : Με αυτό το αιρετικό συνονθύλευµα να ενωθεί ή αγία Ορθοδοξία ;

 

Ή φήµη του χαρισματούχου Οσίου πήρε τότε διαστάσεις στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Το άπλωµα συνοδεύτηκε και µε ποικιλία θαυµάτων και φυσικά συνεχίζει να προσφέρει στο Ορθόδοξο πλήρωμα . Μεταξύ άλλων ό µεγάλος ασκητής Γεράσιµος έχει τα σκήπτρα εκδιώξεως των δαιμόνων από ανθρώπους, πού είναι υπό µερική ή ολική σατανική κατοχή. Ξέχωρο το χάρισμα αυτό στον Όσιο.

Τέλος, είναι και παραμένει µεγάλο και πανορθόδοξο Προσκύνηµα ή Ιερά Μονή του Αγίου Γερασίμου στην Κεφαλληνία .

 

( εφημερίδα ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ )