Archive for the ‘Μνημόσυνα’ Category

 

Ας δούμε όμως, τί λέει και ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κοιμηθέντες: «Κι αν ακόμα ο νεκρός τελείωσε την ζωή του με ευσέβεια και τοποθετήθηκε στον ουρανό, μην αρνείσαι να προσφέρεις λάδι και ν’ ανάβεις κεριά στον τάφο του, ζητώντας το έλεος του Χριστού. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από τον Θεό και φέρνουν πλούσια την ανταπόδοσή Του, αφού το λάδι και το κερί εί ναι θυσία, η θεία λειτουργία είναι εξιλέωση και η αγαθοεργία στους φτωχούς φέρνει κάθε αγαθή ανταπόδοση προσαυξημένη. Ο σκοπός, λοιπόν, εκείνου που κάνει την προσφορά για τον νεκρό, είναι ίδιος μ’ εκείνου που έχει ένα μικρό παιδί άλαλο, αδύναμο κι άρρωστο, και για χάρη του προσφέρει με πίστη στον ιερό ναό, ως θυσία, κεριά, λιβάνι και λάδι. Αυτά λοιπόν, δεν είναι σαν να τα κρατάει και να τα προδφέρει το ίδιο το παιδί; Κάτι ανάλογο δεν γίνεται και στο μυστήριο του θείου βαπτίσματος οπότε ο ανάδοχος «αποτάσσεται τω σατανά» και «συντάσσεται τω Χριστώ» για λογαριασμό του νηπίου που βαπτίζεται; Όμοια πρέπει να κατνοούμε και την περίπτωση εκείνου που πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι δηλαδή ο ίδιος κρατάει και προσφέρει τα κεριά, το λάδι και όλα όσα εμείς προσφέρουμε για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη του Θεού, η επιδίωξη, που συνοδεύεται από την πίστη, δεν θα ματαιωθεί. Γιατί οι θεολόγοι απόστολοι και οι μυσταγωγοί διδάσκαλοι και οι πνευματοφόροι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με τον Θεό και έγιναν μέτοχοι της εκστατικής δυνάμεώς Του, θέσπισαν θεάρεστα τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη των νεκρών».

Έρχεται, όμως, ένας αντίθετος και λέει:»Αν είναι έτσι, όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί».

Σωστά.Και μακάρι να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι αυτό που ποθεί και θέλει και επιδιώκει ο πανάγαθος Κύριος, είναι αυτό που Του δίνει χαρά και ευφροσύνη, το να μη στερηθεί κανείς τις θείες δωρεές Του. Μήπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Μήπως ήρθε στη γή και σαρκώθηκε από την Παρθένο και έγινε άνθρωπος και έπαθε και πέθανε για να σώσει τις ουράνιες δυνάμεις; Μήπως στους αγγέλους θα πεί, «Ελάτε, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομείστε την βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί» (Ματθ. 25:34); Δεν μπορείς εσύ ο αντιρρησίας να ισχυριστείς ότι θα γίνει αυτό.Αφού όλα για τον άνθρωπο τα υπέφερε ο Χριστός, όλα για τον άνθρωπο τα ετοίμασε. Ποιός άλλωστε, καλώντας τουςς φίλους του σε πλούσιο γεύμα, δεν θέλει να έρθουν όλοι και να χορτάσουν από τα καλά του; Για ποιό σκοπό, δηλαδή, ετοίμασε το φαγοπότι, αν όχι για να περιποιηθεί τους φίλους του; Αν λοιπόν, θέλουμε εμείς αυτό, δεν θα το θέλει πολύ περισσότερο ο μεγαλόδωρος Θεός, που από τη φύση Του είναι πανάγαθος και φιλάνθρωπος και που, μοιράζοντας και δίνοντας δώρα, χαίρεται και αγάλλεται περισσότερο απ’ ότι εκείνος που τα παίρνει;

Κάθε άνθρωπος που απέκτησε μια μικρή ζύμη αρετών και, μολονότι ήθελε, δεν πρόλαβε να την κάνει ψωμί από ραθυμία ή αμέλεια ή αναβλητικότητα, κι έτσι μιά μέρα, χωρίς να το περιμένει, τον θέρισε ο θάνατος, αυτός δεν θα λησμονηθει από τον δίκαιο Κριτή. Ο Κύριος θα συγκινήσει τις ψυχές των οικέίων του, για να τον βοηθήσουν, αναπληρώνοντας τα υστερήματα του νεκρού.

Απεναντίας, όποιος έζησε ζωή αμαρτωλή, όποιος δεν πορεύθηκε ποτέ σύμφωνα με την συνείδησή του, αλλά κυλιόταν άφοβα και αδιάντροπα στις δυσωδίες των ηδονών, ικανοποιώντας όλες τις ορέξεις της σάρκας και αδιαφορώντας ολότελα για την ψυχή του, όταν θα φλυγει από τη ζωή, από κανέναν δεν θα βοηθηθεί. Ο Θεός θα οικονομήσει να τον ξεχάσου καί η γυναίκα του, καί τα παιδιά του καί τ’ αδέλφια του καί οι φίλοι του.

Εμένα, λοιπόν, όποιος είναι φίλος μου, εύχομαι να με βοηθήσει, αν είνια δυνατόν, ώστε να μην αφήσω πίσω μου κανένα υστέρημα. Αν, όμως, φτάσω στο τέλος της ζωής μου χωρίς να είμαι απόλυτα έτοιμος, παρακαλώ τον πολυέλεο Κύριο να συγκινήσει τους συγγενείς και τους φίλους μου και να θερμάνει τις καρδιές τους, ώστε, αν ως άνθρωπος αφήσω κάποιο υστέρημα, να με βοηθήσουν ολοπρόθυμα και αν ο αναπληρώσουν με καλά και θεάρεστα έργα. Έτσι άλλωστε, διδάσκει Χρυσόστομος: ¨Αν δεν πρόλαβες» λέει, «να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντά σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις τον Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».

Αυτό, βέβαια, το κάνουν λίγοι και σε λίγες περιπτώσεις, σύμφων με τον λόγο του Κυρίου, «αυτοί που θα σωθούν θα είναι λίγοι» (Λουκ. 13:23), λόγο που είπε ο πάνσοφος με κάποια λύπη. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι σ’ αυτή την πρώτη κατηγορία, σύμφωνα με την διδασκαλία των πατέρων και των αποστόλων. Έτσι με την αγαθότητα του Θεού, καί οι νεκροί ωφελούνται καί η φιλανθρωπία αυξάνεται καί η ελπίδα της αναστάσεως επιβεβαιώνεται καί η προσευχή στον Θεό δυναμώνει καί το εκκλησίασμα των ιερών ναών πυκνώνει καί η αγαθοεργία στους φτωχούς απλώνεται.

Οι θεοφώτιστοι άνθρωποι λένε, πως οι πράξεις των ανθρώπων, στην ύστατη πνοιή τους, δοκιμάζονται σαν σε ζυγαριά. Και άν η δεξιά πλάστιγγα είναι πιό επάνω από την αριστερή, είναι ολοφάνερο πως ο ετοιμοθάνατος θα παραδώσει την ψυχή του στους αγίους αγγέλους. Αν πάλι καί οι δύο πλάστιγγες είναι ίσες, νικάει οπωσδήποτε η φιλανθρωπία του Θεού. Μα κι αν ακόμη η ζυγαριά γείρει λίγο προς τα αριστερά, όπως λένε οι θεολόγοι, η ευσπλαχνία του Θεού θα αναπληρώσει όσο χρειάζεται. Νά οι τρείς θείες κρίσεις του Κυρίου: η πρώτη είναι δίκαιη, η δεύτερη είναι φιλάνθρωπη, η τρίτη είναι υπεράγαθη. Μετά απ’ αυτές έρχεται η τέταρτη, όταν οι εφάμαρτες πράξεις είναι πολύ βαρύτερες. Αλίμονο τότε, αδελφοί! Καί αυτή όμως η κρίση του Θεού είναι δίκαιη και θεσπίζει δίκαια για τους ανθρώπους που κρίνονται.

Μετά από αυτά, λοιπόν, ας στρέψουμε όλη μας την προσοχή στην φοβερή ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου και ας αναρωτηθούμε, μήπως τότε κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι πααμελήσαμε τις υποχρεώσεις μας απέναντί τους. Αμήν.

Advertisements

Ας δούμε όμως, τί λέει και ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κοιμηθέντες: «Κι αν ακόμα ο νεκρός τελείωσε την ζωή του με ευσέβεια και τοποθετήθηκε στον ουρανό, μην αρνείσαι να προσφέρεις λάδι και ν’ ανάβεις κεριά στον τάφο του, ζητώντας το έλεος του Χριστού. Γιατί αυτά είναι ευπρόσδεκτα από τον Θεό και φέρνουν πλούσια την ανταπόδοσή Του, αφού το λάδι και το κερί εί ναι θυσία, η θεία λειτουργία είναι εξιλέωση και η αγαθοεργία στους φτωχούς φέρνει κάθε αγαθή ανταπόδοση προσαυξημένη. Ο σκοπός, λοιπόν, εκείνου που κάνει την προσφορά για τον νεκρό, είναι ίδιος μ’ εκείνου που έχει ένα μικρό παιδί άλαλο, αδύναμο κι άρρωστο, και για χάρη του προσφέρει με πίστη στον ιερό ναό, ως θυσία, κεριά, λιβάνι και λάδι. Αυτά λοιπόν, δεν είναι σαν να τα κρατάει και να τα προδφέρει το ίδιο το παιδί; Κάτι ανάλογο δεν γίνεται και στο μυστήριο του θείου βαπτίσματος οπότε ο ανάδοχος «αποτάσσεται τω σατανά» και «συντάσσεται τω Χριστώ» για λογαριασμό του νηπίου που βαπτίζεται; Όμοια πρέπει να κατνοούμε και την περίπτωση εκείνου που πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι δηλαδή ο ίδιος κρατάει και προσφέρει τα κεριά, το λάδι και όλα όσα εμείς προσφέρουμε για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη του Θεού, η επιδίωξη, που συνοδεύεται από την πίστη, δεν θα ματαιωθεί. Γιατί οι θεολόγοι απόστολοι και οι μυσταγωγοί διδάσκαλοι και οι πνευματοφόροι πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με τον Θεό και έγιναν μέτοχοι της εκστατικής δυνάμεώς Του, θέσπισαν θεάρεστα τις λειτουργίες, τις προσευχές και τις ψαλμωδίες, που γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη των νεκρών».

Έρχεται, όμως, ένας αντίθετος και λέει:»Αν είναι έτσι, όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα κολαστεί».

Σωστά.Και μακάρι να γίνει κάτι τέτοιο. Είναι αυτό που ποθεί και θέλει και επιδιώκει ο πανάγαθος Κύριος, είναι αυτό που Του δίνει χαρά και ευφροσύνη, το να μη στερηθεί κανείς τις θείες δωρεές Του. Μήπως τα βραβεία και τα στεφάνια τα ετοίμασε για τους αγγέλους; Μήπως ήρθε στη γή και σαρκώθηκε από την Παρθένο και έγινε άνθρωπος και έπαθε και πέθανε για να σώσει τις ουράνιες δυνάμεις; Μήπως στους αγγέλους θα πεί, «Ελάτε, οι ευλογημένοι από τον Πατέρα μου, κληρονομείστε την βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί» (Ματθ. 25:34); Δεν μπορείς εσύ ο αντιρρησίας να ισχυριστείς ότι θα γίνει αυτό.Αφού όλα για τον άνθρωπο τα υπέφερε ο Χριστός, όλα για τον άνθρωπο τα ετοίμασε. Ποιός άλλωστε, καλώντας τουςς φίλους του σε πλούσιο γεύμα, δεν θέλει να έρθουν όλοι και να χορτάσουν από τα καλά του; Για ποιό σκοπό, δηλαδή, ετοίμασε το φαγοπότι, αν όχι για να περιποιηθεί τους φίλους του; Αν λοιπόν, θέλουμε εμείς αυτό, δεν θα το θέλει πολύ περισσότερο ο μεγαλόδωρος Θεός, που από τη φύση Του είναι πανάγαθος και φιλάνθρωπος και που, μοιράζοντας και δίνοντας δώρα, χαίρεται και αγάλλεται περισσότερο απ’ ότι εκείνος που τα παίρνει;

Κάθε άνθρωπος που απέκτησε μια μικρή ζύμη αρετών και, μολονότι ήθελε, δεν πρόλαβε να την κάνει ψωμί από ραθυμία ή αμέλεια ή αναβλητικότητα, κι έτσι μιά μέρα, χωρίς να το περιμένει, τον θέρισε ο θάνατος, αυτός δεν θα λησμονηθει από τον δίκαιο Κριτή. Ο Κύριος θα συγκινήσει τις ψυχές των οικέίων του, για να τον βοηθήσουν, αναπληρώνοντας τα υστερήματα του νεκρού.

Απεναντίας, όποιος έζησε ζωή αμαρτωλή, όποιος δεν πορεύθηκε ποτέ σύμφωνα με την συνείδησή του, αλλά κυλιόταν άφοβα και αδιάντροπα στις δυσωδίες των ηδονών, ικανοποιώντας όλες τις ορέξεις της σάρκας και αδιαφορώντας ολότελα για την ψυχή του, όταν θα φλυγει από τη ζωή, από κανέναν δεν θα βοηθηθεί. Ο Θεός θα οικονομήσει να τον ξεχάσου καί η γυναίκα του, καί τα παιδιά του καί τ’ αδέλφια του καί οι φίλοι του.

Εμένα, λοιπόν, όποιος είναι φίλος μου, εύχομαι να με βοηθήσει, αν είνια δυνατόν, ώστε να μην αφήσω πίσω μου κανένα υστέρημα. Αν, όμως, φτάσω στο τέλος της ζωής μου χωρίς να είμαι απόλυτα έτοιμος, παρακαλώ τον πολυέλεο Κύριο να συγκινήσει τους συγγενείς και τους φίλους μου και να θερμάνει τις καρδιές τους, ώστε, αν ως άνθρωπος αφήσω κάποιο υστέρημα, να με βοηθήσουν ολοπρόθυμα και αν ο αναπληρώσουν με καλά και θεάρεστα έργα. Έτσι άλλωστε, διδάσκει Χρυσόστομος: ¨Αν δεν πρόλαβες» λέει, «να τακτοποιήσεις όλα τα ζητήματα της ψυχής σου όσο ζούσες, τότε, έστω και στα τελευταία σου, άφησε εντολή στους δικούς σου να στείλουν μαζί σου τα υπάρχοντά σου, όταν πεθάνεις, να σε βοηθήσουν δηλαδή με αγαθοεργίες, ελεημοσύνες και προσφορές. Έτσι θα κάνεις τον Λυτρωτή να σε αντιμετωπίσει με επιείκεια, γιατί αυτά τα δέχεται με ευχαρίστηση».

Αυτό, βέβαια, το κάνουν λίγοι και σε λίγες περιπτώσεις, σύμφων με τον λόγο του Κυρίου, «αυτοί που θα σωθούν θα είναι λίγοι» (Λουκ. 13:23), λόγο που είπε ο πάνσοφος με κάποια λύπη. Γνωρίζοντας, λοιπόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν άνθρωποι σ’ αυτή την πρώτη κατηγορία, σύμφωνα με την διδασκαλία των πατέρων και των αποστόλων. Έτσι με την αγαθότητα του Θεού, καί οι νεκροί ωφελούνται καί η φιλανθρωπία αυξάνεται καί η ελπίδα της αναστάσεως επιβεβαιώνεται καί η προσευχή στον Θεό δυναμώνει καί το εκκλησίασμα των ιερών ναών πυκνώνει καί η αγαθοεργία στους φτωχούς απλώνεται.

Οι θεοφώτιστοι άνθρωποι λένε, πως οι πράξεις των ανθρώπων, στην ύστατη πνοιή τους, δοκιμάζονται σαν σε ζυγαριά. Και άν η δεξιά πλάστιγγα είναι πιό επάνω από την αριστερή, είναι ολοφάνερο πως ο ετοιμοθάνατος θα παραδώσει την ψυχή του στους αγίους αγγέλους. Αν πάλι καί οι δύο πλάστιγγες είναι ίσες, νικάει οπωσδήποτε η φιλανθρωπία του Θεού. Μα κι αν ακόμη η ζυγαριά γείρει λίγο προς τα αριστερά, όπως λένε οι θεολόγοι, η ευσπλαχνία του Θεού θα αναπληρώσει όσο χρειάζεται. Νά οι τρείς θείες κρίσεις του Κυρίου: η πρώτη είναι δίκαιη, η δεύτερη είναι φιλάνθρωπη, η τρίτη είναι υπεράγαθη. Μετά απ’ αυτές έρχεται η τέταρτη, όταν οι εφάμαρτες πράξεις είναι πολύ βαρύτερες. Αλίμονο τότε, αδελφοί! Καί αυτή όμως η κρίση του Θεού είναι δίκαιη και θεσπίζει δίκαια για τους ανθρώπους που κρίνονται.

Μετά από αυτά, λοιπόν, ας στρέψουμε όλη μας την προσοχή στην φοβερή ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου και ας αναρωτηθούμε, μήπως τότε κατηγορηθούμε από τους συγγενείς μας ότι πααμελήσαμε τις υποχρεώσεις μας απέναντί τους. Αμήν.

Ο γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης, για να τονίσει πόσο μεγάλη παρρησία έχουν οι προσευχές για του κεκοιμημένους είπε:

«Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω:

-Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έκτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μείνεις άνετα, αλλά κάθεσαι σ’ ένα τέτοιο μικρό σπιτάκι; Τότε μου λέει:

-Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω».

Αλλά και ο γέροντας Παϊσιος θεωρούσε πολύ μεγάλο πράγμα τις προσευχές και τις ελεημοσύνες για τις ψυχές. Συγκεκριμένα έλεγε:

«Πρέπει να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους. Οι καημένοι είναι υπόδικοι και άμα τους δώσει κανείς μια πορτοκαλάδα, τους βγάζει από τα σίδερα.

«Εν τω άδη» λέει «ουκ έστι μετάνοια». Αυτοί οι καημένοι δεν μπορούν να βοηθηθούν. Εμείς όμως μπορούμε και θέλει ο Θεός να υπάρχουν άνθρωποι να παρακαλούν για να τους βοηθήσει»

Επίσης έλεγε:

«Για τους άσπλαχνους που πεθαίνουν να κάνετε μνημόσυνα και προπαντός ελεημοσύνη. Υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Είναι προτιμότερο να δίνετε κατ’ ευθείαν στους φτωχούς παρά στα ιδρύματα».

Σχετικά με την πολύ μεγάλη βοήθεια επίσης λαμβάνουν οι νεκροί από τις Θείες Λειτουργίες και τα κόλλυβα ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων παρακινούσε κι αυτός και συμβούλευε το ποίμνιο του, να τελεί συχνά λειτουργίες και μνημόσυνα για τους πεθαμένους, βεβαιώνοντας, πως αυτό το πράγμα ανακουφίζει και ωφελεί πολύ τις ψυχές τους. Και για να στηρίξει την πεποίθηση σ’ αυτά που τους έλεγε, τους διηγήθηκε το εξής:

Κάποτε, τους είπε, έπιασαν αιχμάλωτον οι Πέρσες και τον πήρανε στην Περσία. Τον έριξαν λοιπόν δεμένο σε μια φυλακή, που την έλεγαν λήθη και του βάλανε φρουρούς. Κι αυτή την φυλακή την έλεγαν έτσι, γιατί όποιος έμπαινε μέσα σ’ αυτή δεν ξανάβγαινε ποτέ.

Συνέβηκεν όμως, να το κατορθώσουνε ν’ αποδράσουνε μερικοί και να φτάσουνε στην Κύπρο. Διαδώσανε λοιπόν, πως ο αιχμάλωτος εκείνος πέθανε μέσα στη φυλακή. Κι όταν το μάθανε οι δικοί του τον έκλαψαν, και τρείς φόρες το χρόνο έκαναν για την ψυχή του Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο. Κι’ αυτό γινότανε επί τέσσερα χρόνια. Κάποτε λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος τα κατάφερε να δραπετέυσει κι αυτός και να φθάσει στο σπίτι του και στους δικούς του. Και τα γονικά του τον είδαν, όχι σαν αιχμάλωτο, παρά σαν αναστημένο νεκρό. Και σαστισμένοι τον καμάρωναν και τον κανάκιζαν, λέγοντας του όλα όσα μπορεί να ειπεί ο άνθρωπος σε μια τέτοια περίσταση.

Του είπαν λοιπόν, πως του κάνανε και μνημόσυνα στα Θεοφάνεια και το Πάσχα και κάθε Αγία Πεντηκοστή. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσε αυτό, θυμήθηκε και τους ορκιζότανε, πως κάθε τέτοια ημέρα, του παρουσιαζότανε κάποιος λαμπροφορεμένος άνθρωπος και τον έλυνε απο τα δεσμά του. Και πως οταν περνούσανε οι ημέρες αυτές, ξαναβρισκότανε πάλι αλυσοδεμένος».

 

Ο σοφός Γρηγόριος Νύσσης, πάλι, γράφει:»Τίποτα δεν παραδόθηκε ασυλόγιστα κι ανώφελα από τους μαθητές και κύρηκες του Χριστού, μα και τίποτα δεν διατηρήθηκε ασυλλόγιστα και ανώφελα σ’ ολόκληρη την Εκκλησία του Θεού. Το να μνημονεύονται κατά τη θεία κι ολόλαμπρη μυσταγωγία εκείνοι που κοιμήθηκαν ορθόδοξοι, είναι οπωσδήποτε ωφέλιμο και θεάρεστο».

Γιατί τα λόγια, «Εσύ Κϋριε θ’ αμείψεις ή θα τιμωρήσεις τον καθένα ανάλογα με τα έργα του (Ψαλμ. 61:13) και «ο καθένας θα θερίσει αυτό που έσπειρε» και τα άλλα παρόμοια, έχουν λεγχθεί οπωσδήποτε για τη δευτέρα παρουσία του Κυρίου, τη φοβερή κρίση και τη συντέλεια του κόσμου. Τότε, βέβαια, δεν θα υπάρχει δυνατότητα βοήθειας. Τότε θα είναι ανώφελη κάθε ικεσία.Γιατί, όταν τελειώσει το παζάρι, δεν υπάρχει πιά εμπόρευμα για διαπραγμάτευση.Πραγματικά, πού θα είναι τότε οι ιερείς για την τέλεση της λατρείας;Πού θα είναι οι φτωχοί; Πού θα είναι οι ψαλμωδίες; Πού θα είναι οι ευεργεσίες; Πού οι αγαθοεργίες;

 

Γι’ αυτό, πρίν έρθει εκείνη η ώρα, ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο και ας προσφέρουμε στον φιλάνθρωπο Θεό τα έργα της αγάπης μας στους αδελφούς. Γιατί δέχεται με ευχαρίστηση τις προσφορές μας για χάρη όσων δεν πρόλαβαν και έφυγαν, θα λέγαμε, απροετοίμαστοι. Τις δέχεται και τις λογαριάζει σαν πράξεις και προσσφορές εκείνων. Έτσι θέλει ο φιλάνθρωπος Κύριος, να Του ζητάνε τα πλάσματά Του και να τους δίνει όσα είναι για την σωτηρία τους. Και μάλιστα λυγίζει ολοκληρωτικά όταν κάποιος δεν αγωνίζεται μόνο για την δική του ψυχή, αλλά ενδιαφέρεται και για την ψυχή του πλησίον του. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος γίνεται μιμητής του Θεού και τις δωεές των άλλων τις ζητάει σαν δικές του χάρες. Έτσι εκπληρώνει την προϋπόθεση της τέλειας αγάπης, εξασφαλίζει τον μακαρισμό («μακάιοι είναι όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει το έλεός Του ο Θεός») και, μαζί με την ψυχή του πλησίον, ευεργετεί πάρα πολύ και τη δική του ψυχή.

 

Ο Παλλάδιος, στη Λαυσαϊκή Ιστορία του, αναφέρει με ακρίβεια τα θαύματα του μεγάλου Μακαρίου. Εκεί γράφει πως ο όσιος Μακάριος, ρωτώντας κάποτε το κρανίο ενός νεκρού, έμαθε όλα τα σχετικά μ’ αυτούς που έχουν πεθάνει. Και στο τέλος το ρώτησε:»Δεν βρίσκετε, λοιπόν, καμιά παρηγοριά;». Αυτή την ερώτηση την έκανε, γιατί συνήθιζε να προσεύχεται για τους νεκρούς και ήθελε να ξέρει αν πραγματικά τους ωφελούσε. Τότε ο φιλάνθρωπος Θεός θέλησε ν’ αποκαλύψει την αλήθειαστον πιστό υπηρέτη Του. Τον πληροφόρησε λοιπόν μέσω του κρανίου:»Όταν προσφέρεις τις δεήσεις για τους νεκρούς, αισθανόμαστε μια μικρή ανακούφιση».

Κάποιος άλλος πάλι, από τους όσιους πατέρες είχε έναν μαθητή που ζούσε απρόσεκτα. Έτσι μέσα στη ραθυμία, έφτασε στο τέλος της ζωής του. Ο πολυεύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Κύριος φανέρωσε στον γέροντα που Τον παρακάλεσε με δάκρυα, ότι θα ρίξει τον μαθητή του στη φωτιά μέχρι τον λαιμό, όπως τον πλούσιο της παραβολής του Λαζάρου (Λουκ. 16: 23-24). Όταν ο όσιος γέροντας άρχισε να χτυπιέται και να ικετεύει κλαίγοντας το Θεό, Εκείνος του αποκάλυψε ότι θα τον βάλει στη φωτιά μέχρι την ζώνη. Μα όταν και πάλι ο γέροντας Τον παρακάλεσε με μεγάλη επιμονή, ο Θεός του έδειξε σε όραμα ότι λύτρωσε τελείως τον μαθητή του από τη φωτιά της κολάσεως.

 

Όσο για τον λόγο του προφήτη, «Στον άδη ποιός θα μετανοήσει ενώπιόν Σου;» (Ψαλμ. στ:6), είπαμε ήδη πως οι απειλές του παντοκράτορα Θεού είναι, βέβαια, φοβερές, αλλά τελικά τις εξουδετερώνει η ανυπολόγιστη φιλανθρωπία Του. Άλλωστε, και μετά απ’ αυτόν τον λόγο του προφήτη, έγινε οπωσδήποτε μετάνοια στον άδη. Εννοώ την μετάνοια εκείνων που πίστεψαν εκεί, όταν κατέβηκε ο Κύριος για να τους σώσει. Αλλά και στον άδη δεν τους έσωσε όλους ο Ζωοδότης. Έσωσε μόνο όσους πίστεψαν.Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η προφητεία.Όχι, ποτέ.Απλά αποδεικνύεται ότι ο πανάγαθος Κύριος νικιλεται από την αγάπη Του στον άνθρωπο. Το ίδιο έγινε και με τον προφητικό λόγο του Ιωνά, «Η Νινευί θα καταστραφεί» (Ιων.3:4). Και όμως δεν κατατράφηκε, γιατί η αγαθότητα του Θεού νίκησε την δικαιοσύνη Του. Και στον Εζεκία είπε με το στόμα του προφήτη Ησαϊα»τακτοποίησε τις υποθέσεις του σπιτιού σου, γιατί θα πεθάνεις». Και όμως δεν πέθανε. Στον Αχαάβ, πάλι, έστειλε τον προφήτη Ηλία για να τον προειδοποιήσει «θα σου στείλω συμφορές». Και δεν του έστειλε. Γιατί; Το εξήγησε στον προφήτη: «Είδες πώς μετανόησε ο Αχαάβ; Γι’ αυτό δεν θα του στείλω συμφορές όσο ζεί». Πάλι, δηλαδή, η αγαθότητά Του νίκησε την απόφασή Του, όπως έγινε και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις και όπως θα γίνεται μέχρι την συντέλεια του κόσμου, τότε που θα τελειώσει το πανηγύρι, τότε που κάθε άνθρωπος θα βρεθεί μόνος του με το φορτίο του.. Ενώ τώρα είναι ακόμη καιρός, καιρός για φροντίδα, καιρός για συναλλαγή, καιρός για κόπο και τρεχάματα και αγώνα. Και μακάριος είναι εκείνος που δεν απόκαμε, ούτε έχασε την ελπίδα του. Μα πιό μακάριος είναι εκείνος που αγωνίστηκε καί για τον εαυτό του καί για τον πλησίον του.

Γιατί αυτό, το να τρέχει δηλαδή ο καθένας σε βοήθεια του πλησίον, ευχαριστεί περισσότερο τον φιλεύσπλαχνο Κύριο. Αυτό θέλει και επιθυμεί, να ευεργετεί ο ένας τον άλλο καί στην παρούσα ζωή και μετά τον θάνατο. Αν δεν έβλεπε σωστό κάτι τέτοιο, δεν θα μας έδινε το δικαίωμα να μνημονεύουμε τους νεκρούς στη θεία λειτουργία, καθώς τους κάνουμε μνημόσυνα στις τρείς μέρες, στις εννέα, στις σαράντα και στο χρόνο, όπως χωρίς καμιάν αντίρρηση τα δέχεται η Εκκλησία και όπως απαρασάλευτα τα τηρεί ο ευσεβέστατος λαός της.

Το πόσο μεγάλη ωφέλεια βρίσκουν οι κεκοιμημένοι από τις μνημονεύσεις των ονομάτων τους κατά τις Θ. Λειτουργίες μας αναφέρει ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης μια οπτασία ενός επισκόπου, που είδε, και την οποία άκουσε από το στόμα του επισκόπου.

Ήταν ένας παπάς, που τον είχε νικήσει το κρασί και συχνά μεθούσε κατά τα αλλά ήταν ενάρετος και ευλαβής. Μια των ήμερων κατά την συνηθεία ήπιε και λειτούργησε και κατά παραχώρησιν Θεού του έπεσε το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου! Ο καημένος πάγωσε από τον φόβο του, συνάμα δε εσκέπτετο και τον μεγάλο κανόνα του επισκόπου του!

Τελικά. αφού εξομολογήθηκε, του λέει ο επίσκοπος. «Πήγαινε, και θα σε ειδοποιήσω να έλθεις και θα σου δώσω τον κανόνα».

Εκεί λοιπόν που εσκέπτετο ο επίσκοπος και διελογίζετο και έλαβεν εις το χέρι του την πέννα να γράψει την καθαίρεσιν της ιεροσύνης, ευρισκόμενος μόνος του, βλέπει εμπρός του να εκτυλίσσεται σαν ταινία κινηματογραφική, ένα άπειρον πλήθος κόσμου, παντός είδους, ηλικίας και τάξεως. Ο επίσκοπος έμεινε έκθαμβος, αλλά και συνάμα από τον φόβο του. Τότε του λέγουν όλοι μαζί οι άνθρωποι αυτοί: «Σεβασμιότατε, μη κανονίσετε τον παπά, μη τον καθαιρείτε!» και έγιναν άφαντοι.

Φωνάζει ο επίσκοπος τον παπά να έλθει, έμφοβος ο καημένος ο παπάς εσκέπτετο την καθαιρεσίν του. Του λέγει ο επίσκοπος. «Δεν μου λέγεις, μνημονεύεις πολλά ονόματα εις την Θείαν Λειτουργίαν;». Ο παπάς απαντά: «Στην προσκομιδή, δέσποτα, πολλή ώραν μνημονεύω από βασιλείς, αυτοκράτορες μέχρι και τον πιό φτωχό».

Ο επίσκοπος του λέγει: «Πήγαινε λοιπόν και όταν λειτουργείς μνημόνευε όσον ημπορείς και πρόσεχε στο εξής μην ξαναμεθύσης, είσαι συγχωρημένος».

Ο παπάς με τη βοήθεια του Θεού λυτρώθηκε από το πιοτό.