Archive for the ‘Καινή Διαθήκη’ Category

Μὲ τὴν ἐνανθρώπηση καὶ γέννησή Του ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς πραγµατοποιεῖ τὸ σκοπὸ τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐµφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσµατος µὲ τὸν Ἄκτιστο Πλάστη.

Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως εἶναι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεὸν τὸν Ἀδὰµ ἀπεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡµεῖς θεοποιηθῶµεν» (Μ. Ἀθανάσιος). «Ἄνθρωπος γὰρ ἐγένετο ὁ Θεὸς καὶ Θεὸς ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. Χρυσόστοµος). Στὴ λογικὴ ἑνὸς ἠθικιστοῦ ὁ ὅρος «θεοποιηθῶµεν», ποὺ χρησιµοποιοῦν Πατέρες, ὅπως ὁ Μ. Ἀθανάσιος, εἶναι σκάνδαλο.

Γι’ αὐτὸ µιλοῦν γιὰ «ἠθικὴ θέωση». ∆ιότι φοβοῦνται νὰ δεχθοῦν ὅτι µὲ τὴ θέωση ὁ ἄνθρωπος µεταµορφοῦται «κατὰ χάριν» σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς εἶναι «κατὰ φύσιν» (ἄκτιστος, ἄναρχος, ἀθάνατος). Τὰ Χριστούγεννα εἶναι, γι’αὐτό, ἄµεσα συνδεδεµένα καὶ µὲ τὴ Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν Πεντηκοστή. Ὁ Χριστὸς – Θεάνθρωπος χαράζει τὸ δρόµο, ποὺ καλεῖται νὰ βαδίσει κάθε σωζόµενος ἄνθρωπος, ἑνούµενος µαζί Του.

Ὁ Εὐαγγελισµὸς καὶ τὰ Χριστούγεννα ὁδηγοῦν στὴν Πεντηκοστή, τὸ γεγονὸς τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ, µέσα δηλαδὴ στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τὰ Χριστούγεννα εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου ὡς Θεοῦ κατὰ χάριν. Μὲ τὸ βάπτισµά µας µετέχουµε στὴ σάρκωση, τὸ θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ζοῦµε καὶ µεῖς τὰ «Χριστούγεννά µας», τὴν ἀνάπλασή µας.

Οἱ Ἅγιοι δὲ ποὺ φθάνουν στὴν ἕνωση µὲ τὸ Χριστό, τὴν θέωση, µετέχουν στὴν Πεντηκοστὴ καὶ φθάνουν ἔτσι στὴν τελείωση καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ ἀναγεννηµένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Αὐτὸ σηµαίνει ἐκκλησιαστικὰ πραγµάτωση τοῦ ἀνθρώπου, ἐκπλήρωση δηλαδὴ τοῦ σκοποῦ τῆς ὑπάρξεώς του.

(περισσότερα…)

Advertisements

Τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης ὁ Κύριος, λίγο πρίν παραδοθεῖ στούς Ἰουδαίους καί σταυρωθεῖ, τήν ὀνόμασε νέα: «Σᾶς δίνω μιά νέα ἐντολή», εἶπε στούς μαθητές Του, «νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 34). Γιατί, ὅμως, τήν ὀνομάζει νέα, ἀφοῦ καί στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχε; Ἐπειδή τήν ἔδωσε μέ νέο τρόπο, βελτιωμένο, ἀνώτερο.

Γι’ αὐτό πρόσθεσε: «Ὅπως σᾶς ἀγάπησα Ἐγώ ἔτσι ν’ ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς ὁ ἕνας τόν ἄλλον». «Ἡ ἀγάπη μου γιά σᾶς, ἤθελε νά τούς πεῖ, δέν εἶναι ἀνταπόδοση σέ κάτι ποῦ μου προσφέρατε, γιατί ἐγώ πρῶτος σας ἀγάπησα. Μέ τόν ἴδιον τρόπο κι ἐσεῖς πρεπεῖ νά εὐεργετεῖτε τούς συνανθρώπους σας, ὄχι ἀνταποδοτικά, ἀλλ’ ἀπό ἀγάπη αὐθόρμητη». Καί ἀφοῦ παρέλειψε τά θαύματα, πού θά ἔκαναν στό ὄνομά Του καί μέ τήν δύναμή Του, εἶπε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη πού θά τούς χαρακτηρίζει ὡς μαθητές Του. Παράξενο! Γιατί ὄχι τά θαύματα, ἀλλά ἡ ἀγάπη; Ἐπειδή ἡ ἀγάπη εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν ἁγίων καί ἀποτελεῖ τό θεμέλιό τῆς ἀρετῆς. Μ’ αὐτήν προπαντός σωζόμαστε ὅλοι, αὐτή δημιουργεῖ ἐργάτες τοῦ Χριστοῦ, αὐτή σαγηνεύει τίς ψυχές, αὐτή φέρνει τά χαμένα πρόβατα στή μάντρα τῆς Ἐκκλησίας.

Καί τά θαύματα , πού θά ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, δέν θά φανέρωναν πώς ἦταν μαθητές Του; Καθόλου.

Ἀκοῦστε τί εἶπε κάποτε: «Πολλοί θά μοῦ ποῦν: “Κύριε, δέν προφητέψαμε στό ὄνομά Σου; Δέν διώξαμε δαιμόνια στό ὄνομά Σου; Δέν κάναμε τόσα θαύματα στό ὄνομά Σου;”. Καί τότε θά τούς πῶ κι ἐγώ “Ποτέ δέν σᾶς ἤξερα”» (Ματθ. 7, 22-23). Καί μιάν ἄλλη φορά, ὅταν οἱ ἀπόστολοι ἦταν χαρούμενοι, γιατί καί τά δαιμόνια τούς ὑπάκουαν , ὁ Κύριος τούς εἶπε: «Μή χαίρεστε γι’ αὐτό, ἀλλά γιατί τά ὀνόματά σας ἔχουν γραφτεῖ στόν οὐρανό» (πρβλ. Λουκ. 10, 20).
Τά θαύματα πού ἔκαναν, βέβαια, βοήθησαν στήν προσέλκυση τῆς οἰκουμένης στή χριστιανική πίστη, ἐπειδή ὅμως προϋπῆρχε ἡ ἀγάπη, χωρίς τήν ὁποία οὔτε θαύματα θά γίνονταν. Ἡ ἀγάπη τούς ἔδωσε τήν ἁγιότητα καί τήν δυνατότητα νά ἔχουν ὅλοι μιά ψυχή καί μιά καρδιά. Ἄν δέν ἦταν ἑνωμένοι μέ τόν δεσμό τῆς ἀγάπης, δέν θά μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα.

Αὐτά, ὅμως, ὁ Κύριος δέν τά ἔλεγε μόνο γιά τούς τότε μαθητές Του, ἀλλά καί γιά ὅλους ὅσοι στό μέλλον θά πίστευαν σ’ Ἐκεῖνον. Γιατί καί σήμερα, αὐτό πού κρατάει τούς ἄπιστους μακριά ἀπό τόν Χριστό δέν εἶναι τό ὅτι δέν γίνονται θαύματα, ὅπως λένε μερικοί, ἀλλά τό ὅτι λείπει ἡ ἀγάπη ἀπό τούς χριστιανούς. Τούς ἄπιστους δέν τούς τραβᾶνε τόσο τά θαύματα , ὅσο ἡ ἐνάρετη ζωή, πού μόνο ἡ ἀγάπη τήν δημιουργεῖ. Τούς θαυματοποιούς πολλές φορές τούς κατηγόρησαν σάν λαοπλάνους, ποτέ ὅμως ἐκείνους πού εἶχαν βίο ἅγιο. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, εἶναι πιό ἀξιοθαύμαστος ἀπό κεῖνον πού καί νεκρούς ἀκόμη ἀνασταίνει. Καί αὐτό εἶναι φυσικό. Γιατί ἡ νεκρανάσταση, ὡς θαῦμα, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀγαθή προαίρεση καί τόν εὐσεβῆ ζῆλο τοῦ καθενός.

Ἡ ἀγάπη εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ καί φανερώνει τόν σταυρωμένο μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού τίποτα τό κοινό δέν ἔχει μέ τά γήινα πράγματα. Χωρίς τήν ἀγάπη, καί τό μαρτύριο ἀκόμα καθόλου δέν ὠφελεῖ.

Ἄς ἀποκτήσουμε, λοιπόν, αὐτό τό ὑπέροχο χάρισμα, τό ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ἀγαπᾶμε, ἐπειδή ἔχουμε κάποιους φίλους, ἄλλος δύο, ἄλλος τρεῖς καί ἄλλος τέσσερις. Αὐτή δέν εἶναι ἀγάπη γνήσια, ἀγάπη χριστιανική, ἀγάπη σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος ἔχει τήν ἀγάπη πού θέλει ὁ Θεός, δέν ἀγαπάει μόνο τούς φίλους του, πού τόν ἀγαποῦν, μά ὅλους τους ἀνθρώπους, ἀκόμα καί τούς ἐχθρούς του, πού τόν μισοῦν καί τόν ἀδικοῦν.
Τό λέει ὁ Κύριος: «Ν’ ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, νά δίνετε εὐχές σ’ αὐτούς πού σᾶς δίνουν κατάρες, νά εὐεργετεῖτε αὐτούς πού σᾶς μισοῦν καί νά προσεύχεστε γι’ αὐτούς πού σᾶς κακομεταχειρίζονται καί σᾶς καταδιώκουν, γιά νά γίνετε παιδιά τοῦ οὐράνιου Πατέρα, γιατί Αὐτός ἀνατέλλει τόν ἥλιό Του γιά κακούς καί καλούς καί στέλνει τήν βροχή σέ δικαίους καί ἀδίκους. Ἄν ἀγαπήσετε μόνο ὅσους σᾶς ἀγαποῦν, ποιάν ἀμοιβή περιμένετε ἀπό τόν Θεό;» (Ματθ. 5, 44-46).

Ο Χριστός καθόρισε τήν ἀγάπη στόν πλησίον ὡς δεῖγμα τῆς τέλειας ἀγάπης σ’ Ἐκεῖνον.
«Ἄν μ ἀγαπᾶς», εἶπε στόν ἀπόστολο Πέτρο, «ποίμαινε τά πρόβατά μου» (Ἰω. 21, 16). Ὑπαινιγμός εἶναι καί τοῦτο, ὅτι ἡ ἀγάπη ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπό τό μαρτύριο. Ἄν στήν κοινωνία μας ἐπικρατοῦσε ἡ ἀγάπη, δέν θά ὑπῆρχαν διακρίσεις, δέν θά ὑπῆρχαν δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, ἀρχόμενοι καί ἄρχοντες, φτωχοί καί πλούσιοι, μικροί καί μεγάλοι. Ὁ διάβολος, ἐπίσης, καί οἱ δαίμονές του θά ἦταν ὁλότελα ἄγνωστοι καί ἀνίσχυροι.

Γιατί ἀπό κάθε τεῖχος ἰσχυρότερη καί ἀπό κάθε μέταλλο δυνατότερη εἶναι ἡ ἀγάπη.

Μᾶς τό ὑποδεικνύει καί αὐτό ὁ ἀπόστολος, λέγοντας: «Νά τό συναγωνίζεστε ποιός θά τιμήσει περισσότερο τόν ἄλλο» (Ρωμ. 12, 10). Μ αὐτόν τόν τρόπο καί δημιουργεῖται ἡ ἀγάπη καί μόνιμα παραμένει. Γιατί, στ’ ἀλήθεια, δέν ὑπάρχει καλύτερο μέσο γιά τήν διατήρηση τῆς ἀγάπης, ὅσο τό νά παραχωροῦμε στόν ἄλλον τά πρωτεῖα τῆς τιμῆς. Ἔτσι καί ἡ ἀγάπη γίνεται ζωηρή καί ἡ ἀλληλοεκτίμηση βαθειά.

Πέρα ἀπό τήν τιμή, χρειάζεται ἀκόμα νά δείχνουμε ἐνδιαφέρον γιά τά προβλήματα τοῦ ἄλλου, γιατί ὁ συνδυασμός τῆς τιμῆς μέ τό ἐνδιαφέρον δημιουργεῖ τήν πιό θερμή ἀγάπη. Δέν φτάνει ν’ ἀγαπᾶμε μόνο μέ τήν καρδιά, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητα κι αὐτά τά δυό, τιμή καί ἐνδιαφέρον, πού εἶναι τῆς ἀγάπης ἐκδηλώσεις, ἀλλά συνάμα καί προϋποθέσεις. Γεννιοῦνται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀλλά καί γεννοῦν ἀγάπη.

Πρέπει νά γνωρίζουμε πώς ἡ ἀγάπη δέν εἶναι κάτι τό προαιρετικό. Εἶναι ὑποχρέωση. Ὀφείλεις ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου, τόσο γιατί εἶστε μέλος ὁ ἕνας του ἄλλου. Ἄν λείψει ἡ ἀγάπη, ἔρχεται ἡ καταστροφή.

Ὀφείλεις, ὅμως, ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου καί γιά ἕναν ἄλλον λόγο:

Γιατί ἔχεις κέρδος καί ὠφέλεια, ἀφοῦ μέ τήν ἀγάπη τηρεῖς ὅλο τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ ἀδελφός, πού ἀγαπᾶς, γίνεται εὐεργέτης σου. Καί πράγματι, «τό μή μοιχεύσεις, μή φονεύσεις, μήν κλέψεις, μήν ἐπιθυμήσεις καί ὅλες γενικά οἱ ἐντολές συνοψίζονται σέ τούτην τήν μία, τό ν’ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου» (Ρωμ. 13, 9).

Καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός βεβαίωσε, ὅτι ὅλος ὁ νόμος καί ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν συνοψίζονται στήν ἀγάπη (Ματθ. 22, 40). Καί κοίτα πόσο ψηλά τήν ἔβαλε: Καθόρισε δύο ἐντολές ἀγάπης καί τά ὅρια τῆς καθεμιᾶς. Ἡ πρώτη, εἶπε, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν Κύριο, τόν Θεό σου· καί ἡ δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου ὅπως τόν ἑαυτό σου (Ματθ. 22, 37-39). Τί μπορεῖ νά φτάσει τήν φιλανθρωπία καί τήν καλωσύνη τοῦ Χριστοῦ!
Τήν ἀγάπη σ’ Αὐτόν, μολονότι εἴμαστε ἀνυπολόγιστα κατώτεροί Του, τήν ἐξισώνει μέ τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό καί τά ὅρια τῶν δύο αὐτῶν ἐντολῶν ἀγάπης σχεδόν ταυτίζονται. Γιά τήν πρώτη, στόν Θεό, εἶπε «μ’ ὅλη τήν καρδιά σου καί μ’ ὅλη τήν ψυχή σου» (Ματθ. 22, 37)· καί γιά τήν δεύτερη, στόν πλησίον, εἶπε «ὅπως τόν ἑαυτό σου» (Ματθ. 22, 39). Καί εἶναι αὐτονόητο, ὅτι χωρίς τήν δεύτερη δέν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρώτη. Ἄλλωστε, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, «ἄν κάποιος πεῖ πώς ἀγαπάει τόν Θεό, μισεῖ ὅμως τόν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Θεό, πρέπει ν’ ἀγαπάει καί τόν ἀδελφό του» (Α΄ Ἰω. 4, 20-21).

Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δέν κάνει κακό στόν πλησίον. Ἀφοῦ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἔχει δύο πλεονεκτήματα, τήν ἀποφυγή τοῦ κακοῦ ἀπό τήν μιά καί τήν ἐπιτέλεση τοῦ καλοῦ ἀπό τήν ἄλλη. Καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν ὀνομάζεται, ὄχι μόνο γιατί ἀποτελεῖ σύνοψη ὅλων τῶν χριστιανικῶν καθηκόντων μας, ἀλλά καί γιατί κάνει εὔκολη τήν ἐκπλήρωσή τους.

Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ χρέος, πού μένει πάντα ἀνεξόφλητο. Ὅσο ἐργαζόμαστε γιά τήν ἀπόδοσή του, τόσο αὐτό αὐξάνεται. Ὅταν πρόκειται γιά ὀφειλές χρημάτων, θαυμάζουμε ὅσους δέν ἔχουν χρέη, ἐνῶ, ὅταν πρόκειται γιά τήν ὀφειλή τῆς ἀγάπης, καλοτυχίζουμε ἐκείνους πού χρωστᾶνε πολλά. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Μήν ἀφήνετε κανένα χρέος σέ κανέναν, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἀγάπη, πού τήν ὀφείλετε πάντοτε ὁ ἕνας στόν ἄλλο» (Ρωμ. 13, 8). Θέλει μ’ αὐτά τά λόγια νά μᾶς διδάξει, ὅτι τό χρέος τῆς ἀγάπης πρέπει πάντα νά τό ἐξοφλοῦμε καί συνάμα νά τό ὀφείλουμε. Ποτέ μάλιστα νά μήν πάψουμε νά τό ὀφείλουμε, ὅσο βρισκόμαστε σέ τούτην τήν ζωή. Γιατί ὅσο βαρύ καί ἀβάσταχτο εἶναι τό νά χρωστάει κανείς χρήματα, ἄλλο τόσο ἀξιοκατάκριτο εἶναι τό νά μή χρωστάει ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα χρέος πού παραμένει, ὅπως εἶπα, πάντα ἀνεξόφλητο. Γιατί αὐτό τό χρέος εἶναι πού περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο συγκροτεῖ τήν ζωή μας καί μᾶς συνδέει στενότερα.

Κάθε καλή πράξη εἶναι τῆς ἀγάπης καρπός. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ἀναφέρθηκε πολλές φορές στήν ἀγάπη. «Ἔτσι θά σᾶς ξεχωρίζουν ὅλοι πώς εἶστε μαθητές μου», εἶπε, «ἄν ἔχετε ἀγάπη ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 35).

Ὅπως σ’ ὅλη μας τήν ζωή τρέφουμε τό σῶμα μας, ἔτσι πρέπει καί ν’ ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας, μέ περισσότερο μάλιστα ζῆλο ἀπ’ αὐτόν τῆς τροφοδοσίας τοῦ σώματος, γιατί ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή καί δέν θά πάψει νά ὑπάρχει ποτέ.

Τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀγάπης τήν μαθαίνουμε ὄχι μόνο ἀπό τά λόγια του Θεοῦ, ἀλλά κι ἀπό τά ἔργα Του. Ἕνα τέτοιο μάθημα εἶναι ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας μας.

Ὁ Θεός, δημιουργώντας τόν πρῶτο ἄνθρωπο, καθόρισε νά προέλθουν ἀπ’ αὐτόν ὅλοι οἱ ἄλλοι, γιά νά θεωρούμαστε ὅλοι σάν ἕνας ἄνθρωπος καί νά συνδεόμαστε μέ τήν ἀγάπη. Τόν ἀγαπητικό σύνδεσμο ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐπέβαλε σοφά μέ τίς συναλλαγές, πού ἀναγκαζόμαστε νά ἔχουμε μεταξύ μας. Γιατί ἔδωσε πλῆθος ἀγαθῶν στόν κόσμο, ὄχι ὅμως ὅλα παντοῦ, ἀλλά σέ κάθε χώρα ὁρισμένα εἴδη. Ἔτσι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἐρχόμαστε σέ δοσοληψίες, δίνοντας ὅσα μᾶς περισσεύουν καί παίρνοντας ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, καί ν’ ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας.

Τό ἴδιο ἔκανε ὁ Θεός καί σέ κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά. Δέν ἐπέτρεψε στόν καθέναν νά ἔχει ὅλες τίς γνώσεις, ἀλλά στόν ἕναν νά ἔχει γνώσεις ἰατρικῆς, στόν ἄλλον οἰκοδομικῆς, στόν ἄλλον κάποιας ἄλλης ἐπιστήμης ἤ τέχνης κ.ο.κ., γιά νά ἔχουμε ὁ ἕνας τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου κι ἔτσι ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Τό ἴδιο γίνεται καί στά πνευματικά χαρίσματα, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος: «Στόν ἕναν τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει τό χάρισμα νά μιλάει μέ θεϊκή σοφία, σ’ ἕναν ἄλλον νά μιλάει μέ θεϊκή γνώση, σ’ ἄλλον νά θεραπεύει ἀσθένειες, σ’ ἄλλον νά μιλάει διάφορα εἴδη γλωσσῶν καί σ’ ἄλλον νά ἐξηγεῖ αὐτές τίς γλῶσσες» (πρβλ. Α΄ Κορ. 12, 8-10).

Τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης ὁ Κύριος, λίγο πρίν παραδοθεῖ στούς Ἰουδαίους καί σταυρωθεῖ, τήν ὀνόμασε νέα: «Σᾶς δίνω μιά νέα ἐντολή», εἶπε στούς μαθητές Του, «νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 34). Γιατί, ὅμως, τήν ὀνομάζει νέα, ἀφοῦ καί στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχε; Ἐπειδή τήν ἔδωσε μέ νέο τρόπο, βελτιωμένο, ἀνώτερο.

Γι’ αὐτό πρόσθεσε: «Ὅπως σᾶς ἀγάπησα Ἐγώ ἔτσι ν’ ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς ὁ ἕνας τόν ἄλλον». «Ἡ ἀγάπη μου γιά σᾶς, ἤθελε νά τούς πεῖ, δέν εἶναι ἀνταπόδοση σέ κάτι ποῦ μου προσφέρατε, γιατί ἐγώ πρῶτος σας ἀγάπησα. Μέ τόν ἴδιον τρόπο κι ἐσεῖς πρεπεῖ νά εὐεργετεῖτε τούς συνανθρώπους σας, ὄχι ἀνταποδοτικά, ἀλλ’ ἀπό ἀγάπη αὐθόρμητη». Καί ἀφοῦ παρέλειψε τά θαύματα, πού θά ἔκαναν στό ὄνομά Του καί μέ τήν δύναμή Του, εἶπε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη πού θά τούς χαρακτηρίζει ὡς μαθητές Του. Παράξενο! Γιατί ὄχι τά θαύματα, ἀλλά ἡ ἀγάπη; Ἐπειδή ἡ ἀγάπη εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν ἁγίων καί ἀποτελεῖ τό θεμέλιό τῆς ἀρετῆς. Μ’ αὐτήν προπαντός σωζόμαστε ὅλοι, αὐτή δημιουργεῖ ἐργάτες τοῦ Χριστοῦ, αὐτή σαγηνεύει τίς ψυχές, αὐτή φέρνει τά χαμένα πρόβατα στή μάντρα τῆς Ἐκκλησίας.

15 Ιουνίου 2018

Μας διδάσκει ο Κύριος: «Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. ε 44). Δηλ. Εγώ δε σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, εύχεσθε προς τον Θεό αγαθά δι ἐκείνους, οι οποίοι σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων, οι οποίοι σας μεταχειρίζονται άδικα και περιφρονητικά και σας καταδιώκουν αδίκως, ακόμη και όταν ο διωγμός τους αυτός σας γίνεται δια τις θρησκευτικές σας πεποιθήσεις.
Ο ίδιος ο Θεός μας δίδει τον τρόπο, που πρέπει να αντιμετωπίσουμε κάθε μας πειρασμό, κάθε μας αδικία, που γίνεται εις βάρος μας.
• Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει στην ΝΑ Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ»: «Κανείς δεν θα μπορέση να σε αδικήση, αν δεν αδικής εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου. Ώστε, αν θέλης να στραφής εναντίον αυτών που σε αδίκησαν, στρέψου πρώτα εναντίον του εαυτού σου. Κανείς δεν σε εμποδίζει. Γιατί αν στραφής εναντίον άλλου, τότε έφυγες φέρνοντας μαζί σου μεγαλύτερη αδικία. Άλλωστε ποιά σπουδαία αδικία έχεις να πης. Ότι ο τάδε σε έβρισε, σου έκλεψε τα πράγματά σου και σε περιέβαλε με κινδύνους; Αλλά αυτό δεν είναι αδικία, αντίθετα, αν σκεπτόμαστε ψύχραιμα, είναι δυνατόν να μας ωφελήση τα μέγιστα. Γιατί ο άδικος είναι αυτός που έκανε αυτά, κι όχι αυτός που τα έπαθε.
Και συνεχίζει στην ΙΓ Ομιλία του «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ»: Δεν είπε, «εάν σε χτυπήση κάποιος στο δεξί σαγόνι, να το υποφέρης με γενναιότητα και να ησυχάζης», αλλά πρόσθεσε σ’ αυτό και το να προσφέρης και το άλλο σ’ αυτόν: «στρέψε σ’ αυτόν», λέγει, «και το άλλο σαγόνι» (Ματθ. 5, 39).

Γιατί αυτό είναι η λαμπρή νίκη, το να προσφέρης δηλαδή σ’ αυτόν περισσότερα απ’ όσα θέλει και να ξεπεράσης τα όρια της πονηρής επιθυμίας του με τη δική σου πλούσια μακροθυμία. Γιατί έτσι θα εξαφανίσης και την οργή εναντίον εκείνου. Βλέπεις ότι παντού από μας εξαρτάται να μη υποφέρουμε, όχι από εκείνους που μας κακοποιούν;».

__________________

Ορθόδοξος Τύπος

Ἡ λέξη ἁμαρτία στὰ αὐτιὰ μερικῶν σύγχρονων ἀνθρώπων ἠχεῖ ἄ­σχη­μα καὶ ἐπιδιώκουν μὲ κάθε τρό­πο νὰ τὴ διαγράψουν ἀπὸ τὸ λεξιλόγιό τους. Ἀρκετοὶ καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἐπιχειροῦν νὰ ἀλλάξουν τὸ νόημά της καὶ τὴν ἐκλαμβάνουν ὡς ἁπλὴ ἀστοχία. Κι ἂν τολμήσει κανεὶς νὰ μιλήσει ἢ νὰ γράψει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι παράβαση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ ἑ­πο­μένως εἶναι ἐνοχή, εὔκολα χαρακτηρίζεται ὡς ἠθικιστὴς καὶ ἄγευστος τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητας!

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἔχει ἐκδηλωθεῖ ἔντονη ἡ τάση τὰ τελευταῖα χρόνια, διάφορα ἁμαρτήματα καὶ πάθη νὰ ἀποδίδονται σὲ βιολογικοὺς παράγοντες, στὸ DNA, ὅπως ὑποστηρίζουν. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη ἀκόμη καὶ αἰσχρότατες δια­στροφὲς ὀνομάζονται ἁπλῶς «δια­φο­ρετικὸς σεξουαλικὸς προσανατολι­σμὸς» καὶ ἐκφράζεται ἐπιτακτικὰ ἡ ἀ­παίτηση νὰ καλύπτονται ἀπὸ ἀντίστοιχη νομοθεσία. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ ἐ­λεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔ­χει καμία ἀνάμειξη σ᾿ αὐτὰ τὰ πάθη καὶ ἑπομένως ὁ διεστραμμένος ἄνθρωπος δὲν ἔχει καμία εὐθύνη.

Μὲ αὐτὴ τὴν ὡς «ἐπιστημονικὴ» προβαλλόμενη ἀντίληψη προσπαθοῦν κάποιοι νὰ ἐξαλείψουν τὴν προσωπικὴ εὐθύνη τοῦ ἁμαρτωλοῦ, νὰ φιμώσουν τὴ συνείδησή του ποὺ διαμαρτύρεται καὶ νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς ποὺ τὸν πιέζει.

Ἡ ἁμαρτία ὅμως γίνεται μὲ πλήρη συμμετοχὴ τοῦ λογικοῦ μας καὶ μὲ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς πληροφορεῖ μὲ σαφήνεια ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι θεληματικὴ ἄρνηση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. «Ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία» (Α´ Ἰω. γ´ 4). Ὁ διάβολος ἔβαλε μπροστὰ στὸν πρῶτο ἄνθρωπο τὸν πειρασμὸ νὰ παραβεῖ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ ἄνθρωπος σκέφθηκε, ἐπιθύμησε, ἀποφάσισε καὶ ἁμάρτησε. Ἔτσι διαπράχθηκε ἐλεύθερα καὶ ἀβίαστα ἡ πρώτη καὶ μεγάλη ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας μὲ σαφήνεια ἀναλύοντας τὴ φυσιολογία της, τονίζουν ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀσθένεια, θεληματικὴ ἄρνηση τοῦ ἀγαθοῦ. «Αὕτη (ἡ ἁμαρτία) οὐ φυσική ἐστιν οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἡμῖν ἐνσπαρεῖσα, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου ἐπισπορᾶς, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη, οὐ βίᾳ ἡμῶν κρατοῦσα». Δὲν εἶναι μία φυσικὴ ἰδιότητα ἡ ἁμαρτία. Οὔτε τὴν φύτεψε μέσα μας ὁ Θεός. Οὔτε μᾶς ἐξουσιάζει μὲ τὴ βία. Ἀποτελεῖ σπορὰ τοῦ διαβόλου, τὴν ὁ­ποίαν ὅμως δεχθήκαμε ἐλεύθερα καὶ τὴν καλλιεργήσαμε μὲ τὴν αὐτεξούσια προαίρεσή μας (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως ξδ´, ΕΠΕ 1, 394-396).

Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος χαρακτηριστικὰ σημειώνει: Ὑποθέστε κάποιον ποὺ μέσα στό μεσουράνημα τοῦ ἥλιου κλείνει τὰ μάτια του. Αὐτὸς ἐπινοεῖ τὸ σκοτάδι, χωρὶς αὐτὸ νὰ ὑπάρχει ἀντικειμενικά. «Καὶ λοιπὸν ὡς ἐν σκότει πλανώμενος περιπατεῖ, πολλάκις πίπτων καὶ κατὰ κρημνῶν ὑπάγων, νομίζων οὐκ εἶναι φῶς, ἀλλὰ σκότος»· περπατάει ἔτσι στὸ σκοτάδι, πέφτοντας συχνὰ καὶ φτάνοντας σὲ γκρεμούς, νομίζοντας ὅτι δὲν ὑπάρχει φῶς ἀλλὰ σκοτάδι (Κατὰ Ἑλλήνων 7, ΕΠΕ 1, 90). Ἡ ἄρνηση τοῦ φωτὸς εἶναι μία ἠθελημένη πράξη. Ἡ πλάνη καὶ τὸ κατακρήμνισμα εἶναι οἱ φυσικὲς συνέπειες τῆς αὐτεξούσιας δοκιμῆς του νὰ περπατήσει μέσα στὸ ἑκούσιο σκοτάδι. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει εὐθύνη γι᾿ αὐτὴ τὴν ἐπιλογή του, γι᾿ αὐτὸ καὶ πιέζεται ἀπὸ αἴσθημα ἐνοχῆς.

Τί πρέπει νὰ γίνει;

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ θεία Του διδασκαλία καὶ τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο Του μᾶς ὑπέδειξε τὸν τρόπο τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς συνειδήσεώς μας. «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς», εἶπε. Ἐλᾶτε κοντά μου ὅλοι οἱ κουρασμένοι καὶ βαρυφορτωμένοι καὶ Ἐγὼ θὰ σᾶς ξεκουράσω (Ματθ. ια´ [11] 28). Ἐκεῖνος μὲ τὸν θεῖο Του λόγο μᾶς καθοδηγεῖ σὲ σωστὴ πορεία στὴ ζωή μας. Μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα τῆς σταυρικῆς Του θυσίας μᾶς ἀπέπλυνε ἀπὸ «τὸν ἰὸν τοῦ ὄφεως». Ἐξουδετέρωσε τὸ δηλητήριο τοῦ φιδιοῦ, τῆς ἁμαρτίας. Καὶ πλέον μέσα στὴν ἁγία Του Ἐκκλησία μὲ τὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μᾶς προσφέρει ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐνοχῆς, καθαρίζει τὴν ψυχή μας, ἀνακαινίζει ὁλόκληρη τὴν ὑπόστασή μας.

Ἡ ἁμαρτία κατεξευτελίζει καὶ καταρρακώνει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ ὁδηγεῖ στὸν ψυχικὸ καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα καὶ στὸν σωματικὸ θάνατο. Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ μαστίγωμα τῆς συνειδήσεώς του, ἀπὸ τὴν ἐλεγκτικὴ κραυγὴ τῆς μέσα του φωνῆς καὶ ἀπὸ τὴν εὐθύνη. Ἡ τάση τῆς φυγῆς, ὁ φόβος τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀντικρίσει τὴν ἁμαρτωλότητά του πείθει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ὀδυνηρὴ ἀσθένεια ποὺ ἀπαιτεῖ θεραπεία. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς χρήσεως τῆς λέξεως «ἁμαρτία» δὲν ἀποτελεῖ θεραπεία, βασανίζει ἀκόμη πιὸ πο­λὺ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ θεραπεία ἔρχεται μὲ τὴ βαθιὰ καὶ εἰλικρινὴ μετάνοια, καὶ τὴ συγχώρηση στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας.

Ἂς καταφεύγουμε ἑπομένως στὴν εὐ­σπλαχνικὴ πατρικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ παν­οικτίρμονος Θεοῦ μας μέσα στὴ θαλπω­ρὴ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας καὶ νὰ προσ­­παθοῦμε νὰ πορευόμαστε στὴ ζωή μας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ριζικὴ λύση τοῦ προβλήματος ποὺ λέγεται ἁμαρτία.

_____________________

Ο ΣΩΤΗΡ

ΙΟΎΛΙΟΣ 19, 2018

20 Νοεμβρίου 2014

……………………………….

1. Ρωτάμε και περιμένουμε απάντηση από την Αγία και Ιερά Σύνοδο: η “ΒΙΒΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” είναι Ορθόδοξη οργάνωση; Κι αν ναι, γιατί για χρόνια, άλλα μας λέγατε;

Στην Ε΄ Διορθόδοξη Συνδιάσκεψη Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων για θέματα Αιρέσεων (13-18/5/1993) καταρτίσατε έναν κατάλογο των αιρετικών ομάδων, στον οποίο περιλαμβάνεται και η Βιβλική Εταιρεία ( 9η σειρά).

Επίσης ο μακαριστός π. Αντ. Αλεβιζόπουλος – εντεταλμένος από την Εκκλησία για θέματα αιρέσεων – την κατατάσσει μεταξύ των Προτεσταντικών παραφειάδων, ο δε Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως – καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών – απάντησε με σκληρή γλώσσα σε κάποια “Ελληνική Ιεραποστολική Ένωση”(!!) που μοίραζε δωρεάν στην Πελοπόννησο, Καινή Διαθήκη της Βιβλικής Εταιρείας (58.000 τεμάχια) λέγοντας: «Η Καινή Διαθήκη την οποία προσφέρετε, καλή, βεβαίως είναι, γιατί είναι ο λόγος του Θεού – αν και η μετάφρασή της, σαν ανθρώπινο δημιούργημα, έχει λάθη, – αλλά δεν θέλουμε την προσφορά του θείου λόγου από σας».

Ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος, σε εμπεριστατωμένη εισήγησή του προς την Ιερά Σύνοδο παρουσίασε τους λόγους που καθιστούσαν απαράδεκτη τη μετάφραση της Κ. Διαθήκης της Βιβλικής Εταιρείας.

Εάν λοιπόν είναι αιρετική, πώς ο Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος για χρόνια υπήρξε Πρόεδρος της Βιβλικής Εταιρείας, και Αντιπρόεδρος των Βιβλικών Εταιρειών του Κόσμου; (Στην τελευταία συμμετέχουν ορθόδοξοι, καθολικοί, προτεστάντες…). Και είναι δυνατόν, “Ορθόδοξος” επίσκοπος να καυχάται, γιατί κατά την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων είχε γεμίσει ο Βόλος με «εθελοντές» που μοίραζαν Κ.Δ. της εν λόγω εταιρείας σε ξενοδοχεία, βιβλιοπωλεία, κομμωτήρια, κουρεία, γραφεία, καφενεία… και όπου αλλού.

(περισσότερα…)

Πολλοί αιρετικοί ισχυρίζονται ότι η θεότητα του Χριστού είναι δόγμα που κατασκεύασε τους επόμενους αιώνες η Εκκλησία!

Ο άγιος Ιγνάτιος γράφει το 110 μ.Χ !!! και τους αποστομώνει.

_________________________________

1) οι διάκονοι… να είναι επιφορτισμένοι με τη διακονία του Ιησού Χριστού, ο οποίος ήταν κοντά στον Πατέρα προαιώνια και στο τέλος φανερώθηκε (Προς Μαγνησίους 6,1)
2) ένας Θεός υπάρχει, ο οποίος φανέρωσε τον εαυτό του μέσω του Ιησού Χριστού του Υιού του, που είναι ο Λόγος του, ο οποίος προήλθε από τη σιγή (Προς Μαγνησίους 8,2)
3) Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ευλογημένη… και εκλεγμένη με το αληθινό πάθος και το θέλημα του Πατέρα και του Ιησού Χριστού του Θεού μας, στην Εκκλησία την αξιομακάριστη, που βρίσκεται στην Έφεσο της Ασίας (Προς Εφεσίους Προοίμιο)
4) σύμφωνα με την πίστη και αγάπη του Ιησού Χριστού, του Σωτήρα μας, και όντας μιμητές του Θεού, ολοκληρώσατε τελείως το συγγενικό έργο αναζωογονώντας το με το αίμα του Θεού (Προς Εφεσίους 1,1)
5) Ένας γιατρός υπάρχει σαρκικός και πνευματικός, γεννημένος και αγέννητος, ο οποίος έγινε Θεός σαρκωμένος, ζωή αληθινή που θανατώθηκε, και από την Μαρία και από τον Θεό, πρώτα παθητός και συγχρόνως απαθής, ο Ιησούς Χριστός ο Κύριος μας (Προς Εφεσίους 7,2)
6) Τίποτα δεν διαφεύγει την προσοχή του Κυρίου…. Ας κάνουμε λοιπόν τα πάντα, σαν να κατοικεί αυτός μέσα μας, για να γίνουμε οι ναοί του, και αυτός να είναι ο Θεός μας μέσα μας (Προς Εφεσίους 15,3)
7) Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός κυοφορήθηκε από τη Μαρία κατ’ οικονομία Θεού, προερχόμενος από τη γενιά βέβαια του Δαβίδ, αλλά δια του Αγίου Πνεύματος, ο οποίος γεννήθηκε και βαπτίσθηκε (Προς Εφεσίους 18,2)
8) Εγώ ο Ιγνάτιος, που ονομάζομαι και Θεοφόρος, στην ελεημένη από τη μεγαλειότητα του ύψιστου Πατέρα και του Ιησού Χριστού, του μοναδικού Υιού του, Εκκλησία, την αγαπημένη και φωτισμένη με το θέλημα εκείνου που θέλησε τα πάντα, τα οποία υπάρχουν με την αγάπη του Ιησού Χριστού του Θεού μας (Προς Ρωμαίους προοίμιο)
9) Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός, που βρίσκεται στον Πατέρα του, φαίνεται περισσότερο (Προς Ρωμαίους 3,3)
10) Επιτρέψτε μου να γίνω μιμητής του πάθους του Θεού μου (Προς Ρωμαίους 6,3)
11) Να μελετάς τους χρόνους. Να περιμένεις αυτόν που είναι πάνω από τον χρόνο, τον αόρατο, αυτόν που έγινε για μας ορατός, τον αψηλάφητο, τον απαθή, αυτόν που για μας έγινε παθητός, που υπέφερε για μας με κάθε τρόπο (Προς Πολύκαρπον 3,2)
12) Προσεύχομαι να είστε υγιείς πάντοτε ενωμένοι με τον Θεό μας Ιησού Χριστό (Προς Πολύκαρπον 8,3)

______________________________________
______________________________________(από τις εκδόσεις εκδόσεις ΕΠΕ)

_______________________________________Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιοχείας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαιη… Πρόκειται για επίσκοπο οικουμενικού κύρους. Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Ο διωγμός συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. (Στυλιανού Παπαδόπουλου Πατρολογία Α σελ. 177-178).