Archive for the ‘Η Παναγία’ Category

Ελληνίδες προσέξτε!

Ζείτε σε πολύ πονηρές, δύσκολες και κακές μέρες. Μην παρασυρθείτε από το ρεύμα της εποχής.

Πρότυπά σας ας μην γίνουν οι αστέρες του Χόλλυγουντ των οποίων παρ’ όλη την εξωτερική λάμψη καί η ζωή καί το τέλος είναι πανάθλια.

Πρότυπά σας ας μην γίνουν οι κυρίες και οι δεσποινίδες των μεγάλων πόλεων της Δύσης που έρχονται και στην χώρα μας ως τουρίστριες και μεταφέρουν εδώ και τις τις ψυχικές τους ακαθαρσίες. Μή τις μιμηθείτε.

Έχετε λαμπρά παραδείγματα, υπέροχες Ελληνίδες οι οποίες από τα αρχαιότατα χρόνια του Ομήρου και μέχρι σήμερα αναδείχθησαν ιέρειες στα σπίτια τους, αληθινές μητέρες!

Έχετε προπάντων, πρότυπο αιώνιο και αξεπέραστο την Θεοτόκο. Μια εικόνα της Παναγίας μητέρας που κρατάει το Θείο Βρέφος ας είναι πάντα κρεμασμένη πάνω από το κρεββάτι που κοιμάστε.

Αυτήν, την μητέρα του Κυρίου, να μιμηθείτε.

Το θείο άρωμα των αρετών σας ας κάνει πάλι την Ελλάδα να ευωδιάζει. Και τα ξένα έθνη, στα οποία η εικόνα της αληθινής γυναίκας όλο και περισσότερο εξαφανίζεται, θα στρέφονται με θαυμασμό όχι πλέον στα άψυχα αγάλματα της αρχαίας πατρίδας μας, αλλά προς τα έμψυχα αγάλματα, της ελληνίδας μητέρας και θα λένε: Θέλετε να δείτε μητέρες; Πηγαίνετε στην Ελλάδα! Την χριστιανική Ελλάδα!

 ( Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος. «Το εκπαιδευτικόν πρόβλημα της Ελλαδας», Αθήνα 1967, σελ. 109)

Ἡ Ὕπεραγία Θεοτόκος, «ἡ αἰτία τῆς τῶν πάντων θεώσεως», προφητεύθηκε αἰῶνες πρὶν γεννηθεῖ.

 Γι’ αὐτὸ ἡ ζωὴ της βρίσκεται στὸ κέντρο τῶν αἰώνων καὶ ἀποτελεῖ «τὸ περιήχημα τῆς προφητικῆς ἀγγελίας, τὴν ὀπτασία τῶν προφη­τικῶν ὁραματισμῶν, τὸ κέντρο τῆς μεσσιανικῆς προσδοκίας».

Ἀπειράριθμες εἶναι οἱ παλαιοδιαθηκικὲς προτυπώσεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν «ἀπείρανδρον Μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ». Δικαιολογημένα ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος μᾶς προτρέπει: «Προφητικῶς τὴν Παρθένον ἀνευφημήσωμεν, στάμνον χρυσήν τοῦ μάννα, ἀκατάφλεκτον βάτον, καὶ τράπεζαν καὶ θρόνον, λυχνίαν χρυσήν, τὸ λαμπάδιον ἔχουσαν, καὶ ἀλατόμητον ὅρος καὶ κιβωτὸν ἁγιάσματος καὶ πύλην Θεοῦ».

Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ παρουσιάσουμε τὶς ἀντιπροσωπευτικότερες θεομητορικὲς παλαιοδιαθηκικὲς προφητεῖες.

«Ἡ προφητεία τοῦ Ἰεζεκιὴλ γιὰ τὴν «κατὰ ἀνατολάς κεκλεισμένην πύλην» προτυπώνει τὴν παρθενικὴ μήτρα, ἀπό τὴν ὁποία θὰ διέλθει μόνον ὁ Χριστὸς καὶ ἔκτοτε θὰ παραμείνει γιὰ πά­ντα «κεκλεισμένη». Ἐδῶ γίνεται λόγος γιὰ τὸ ἀειπάρθενο τῆς Ὕπεραγίας Θεοτόκου. Ἡ Θεοτόκος ὑπῆρξε παρθένος «πρὸ τοῦ τόκου, ἐν τῷ τόκῳ καὶ μετὰ τὸν τόκον».Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς «ὁ τεχθείς ἐξ αὐτῆς τὴν αὐτῆς παρθενίαν ἐφυλαξεν ἄτρωτον, μόνος διελθών δι’ αὐτῆς καὶ κεκλεισμένην τηρήσας αὐτήν».

Ἡ ἐπτάφωτη λυχνία, ποὺ ἔκαιε στὴ σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου καὶ τὸ ναὸ τοῦ Σολομώντα, προτυπώνει τὴ Θεοτόκο, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔλαμψε ὁ Χριστός, «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Φαεινὴ λυχνία εἶναι ἡ Θεοτόκος, «ἡ μητέρα τοῦ φωτός». Τὴν Κυριακή του Ἀντίπασχα ἢ τοῦ Θωμὰ ἡ Ἐκκλησία μας ψέλνει: «Σὲ τὴν φαεινὴν λαμπάδα καὶ Μητέρα τοῦ Φωτός». Ἡ λυχνία προτυπώνει τὴν τέλεια καθαρότητα καὶ ἁγνότητα τῆς Παρθένου.

Ἡ χρυσὴ στάμνα, ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα, προεικονίζει τὴ Θεοτόκο, ὁ ὁποία ὡς ἄλλη χρυσὴ στάμνα ἔφερε μέσα της τὸν Ἰησοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». «Ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ», ἂν καὶ ἔφαγε τὸ μάννα, πέθανε. Ὅμως ὁ νέος Ἰσραήλ, τὰ φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, κοινωνώντας σώματος καὶ αἵματος Χριστοῦ δὲν ἀποθνῄσκουν, ἀφοῦ ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι κατὰ τὸν Θεοφόρο Ἰγνάτιο «φάρμακον ἀθανασίας καὶ ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν».

Ἡ κλῖμαξ, τὴν ὁποία εἶδε ὁ Ἰακὼβ νὰ ἐνώνει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ, προτυπώνει τὴ Θεοτόκο, ἡ ὁποία ὡς μυστικὴ κλῖμαξ ἕνωσε τὸν οὐρανὸ μὲ τὴ γῆ. Διὰ μέσου αὐτῆς ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ γιὰ νὰ ἀνεβάσει «εἰς τὴν ἄνω ζωὴν τὸ ἀνθρώπινον». Δικαιολογημένα, ὁ ποιητὴς τῆς Ἀκαθίστου Ἀκολουθίας τὴν ἀποκαλεῖ: «Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπου­ράνιε, δὶ ἧς κατέβη ὁ Θεός, χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».

Ἡ βάτος ἡ καιομένη καὶ μὴ καταφλεγομένη, τὴν ὁποία εἶδε ὁ Μωϋσῆς στὸ ὅρος Χωρήβ, ἀποτελεῖ προεικόνιση τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία ὡς ἄλλη βάτος ἀκατάφλεκτη κράτησε μέσα της «τὸ καταναλίσκον πῦρ τῆς θεότητος» χωρὶς νὰ καταστραφεῖ ἡ παρθενία της. Ἀναφερόμενος στὸ γεγονὸς τῆς φλεγόμενης βάτου, ὁ Ἀνδρέας Κρήτης παρατηρεῖ: «Μωσῆς πρῶτος βάτον ἰδών σε προέλεγε. Διαβάς ὄψομαι, τὸ δρᾶμα τὸ μέγα τοῦτο».

Ἡ ὁλόφωτη νεφέλη καὶ ὁ πύρινος στύ­λος ποὺ φώτιζαν τοὺς Ἰσραηλίτες ἡμέρα καὶ νύκτα «δεῖξαι αὐτοῖς τὴν ὁδόν» πρὸς τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας προεικονίζουν τὴν Ὕπεραγια Θεο­τόκο. Αὐτὴ ὡς «νεφέλη ὁλόφωτος» ἐπισκιάζει «τοὺς πιστοὺς ἀπαύστως» καὶ ὡς πύρινος στῦλος ὁδηγεῖ τὸν νέο Ἰσραὴλ «εἰς τὴν ἄνω ζωήν», στὸ φωτεινὸ ἐνδιαίτημα τῆς θείας βασιλείας.

Γιὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεομητορικὴ προτύπωση ἀποτελεῖ ὁ πόκος τοῦ Γεδεών. Ὅπως δήλ. ὁ πόκος δέχθηκε μόνον αὐτὸς τὴ νυχτερινὴ δρόσο, ἔτσι καὶ ἡ Παναγία δέχθηκε τὴ δρόσο τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία ἔσβησε ἡ πλάνη, στὴν ὁποία εἶχε περιπέσει μεταπτωτικὰ ἡ ἀνθρωπότητα.

Προεικόνιση τοῦ θεομητορικοῦ μυστηρίου ἀποτελοῦν οἱ Τρεῖς Παῖδες «ἐν τὴ καμίνω». Ὅπως τοὺς Τρεῖς Παῖδες διέσωσε ἀπὸ τὴ φωτιὰ «ὁ τόκος τῆς Θεοτόκου», ὁ ὁποῖος μετέτρεψε τὴ φλόγα τῆς καμίνου σὲ δρόσο, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ἡ παρθενικὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου, ἂν καὶ δέχθηκε τὸ πῦρ τῆς θεότητος, ἔμεινε ἄφθαρτη καὶ ἀλώβητη.

Οἱ πλάκες τοῦ Δεκάλογου, ποὺ ἦταν γραμμένες μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Θεοῦ, παραπέμπουν στὴν Ὕπεραγια Θεοτόκο, ἡ ὁποία εἶναι ὁ πνευματικὸς τόμος πάνω στὸν ὁποῖο καταγράφηκε τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν τὸν τόμο οἱ πιστοὶ διακρίνουν τὸ ἄρρητο μυστήριο τῆς θείας τοῦ Σωτῆρος ἐνανθρωπήσεως μὲ ὅλες τὶς σωτηριολογικὲς συνέπειες γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἱστορικὴ πραγματικό­τητα. Ἡ Θεοτόκος γέννησε τὸ Σωτῆρα τοῦ κό­σμου, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ ὁποιαδήποτε ρήξη. Τόσον ἡ σύλληψη ὅσον καὶ ἡ κύηση ὑπῆρξεν ἄφθορη.

Ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, ποὺ βλάστησε, προκαταγγέλλει τὴ Θεοτόκο, ποὺ φύτρωσε ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ γενεαλογικοῦ δένδρου τοῦ Ἰεσσαί. Δικαιολογημένα στὸν κανόνα τῶν Χριστουγέννων ψέλνουμε: «Ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἄνθος ἐξ αὐτῆς Χριστέ, ἐκ τῆς Παρθένου ἀνεβλάστησας». Στὸν δὲ κανόνα τῆς Ἀκαθίστου Ἀκολουθίας διαβάζουμε: «ἡ ράβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον ἡ ἐξανθήσασα».

Πέραν αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ ἄλλες προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἀναφέρονται στὴ Θεοτόκο. Ἡ Κιβωτὸς τοῦ Νῶε συμβολίζει τὴν Παρθένο, ἡ ὁποία φυλάσσει στὰ σπλάχνα τῆς τὴν ἀπαρχὴ τῆς καινῆς κτίσεως. Ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐου «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος, ἐν γαστρί ἒξει», ἀνα­φέρεται στὴ Θεοτόκο, ποὺ συνέλαβε καὶ γέννησε τὸ Χριστό. Ἡ σκηνὴ τοῦ Ἀβραὰμ εἶναι σύμβολο τῆς Θεοτόκου, στὴν ὁποία κατεσκήνωσε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐδὲμ προτυπώνει τὴ νοητὴ Ἐδέμ, ποὺ εἶναι ἡ Παναγία, στοὺς κόλπους τῆς ὁποίας κατοικεῖ ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός. Δικαιολογημέ­να, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης, ἐγκωμιάζοντας τὴ Θεοτόκο ὡς ἐπιβεβαίωση καὶ ἐπισφράγισμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γράφει: «Χαίροις, ἡ νόμου μεσίτις καὶ χάριτος προφητείας ἐκφανέστατον πλήρωμα ἡ ἀκροστοιχὶς τῆς θεοπνεύστου τῶν Γραφῶν ἀληθείας».

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ποὺ ἀξιώ­θηκε νὰ γίνει Μητέρα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσωπική της ἀρετὴ καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν εἶναι μονάχα τὸ κέντρο τῆς μεσσιανικῆς προσδοκίας, ἀλλὰ καὶ τὸ κέντρο τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς προσδοκίας τῶν πιστῶν. Εἶναι πολλὲς οἱ θλίψεις, οἱ συμφορὲς τοῦ βίου καὶ οἱ πειρασμοὶ ποὺ κυκλώνουν τὸν ἄνθρωπον «ὡσεὶ μέλισσαι κηρίον», ὥστε νὰ ἀναζητᾷ τὴν «κραταιὰν σκέπην» τῆς Θεοτόκου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἐκτιμᾷ ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος θὰ ἦταν ἀβίωτος, ἐὰν οἱ πιστοὶ δὲν εἶχαν τὴν Παναγία «συνόμιλόν τους καὶ μόνην ἐπὶ γῆς καταλελειμμένην παρηγορίαν». Ἡ Θεοτόκος ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἔχει «ἄπειρον τὴν πρὸς τὸν Θεὸν παρρησίαν», γι’ αὐτὸ «οὐδεὶς προστρέχων πρὸς Αὐτὴν κατησχυμμένος ἀπ’ αὐτῆς ἐκπορεύεται, ἀλλ’ αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως».

ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΤΡΙΤΟΣ

Περιοδ. ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΑΝΩΡ

Ι. Μ. ΓΡΕΒΕΝΩΝ

 

Βασική θέση της ορθόδοξης θεολογίας, που έχει αποτυπωθεί και παγιωθεί στη δισχιλιετή εκκλησιαστική ιστορία της, είναι ότι κάθε αναφορά στο πρόσωπο της Παναγίας συνδέεται άμεσα με το ρόλο της στο έργο της εν Χριστώ οικονομίας. Αυτό είναι ανάγκη να τονιστεί εξαρχής, για να αποφευχθούν πιθανές δογματικές παρανοήσεις. Πρόσφατα εμφανίστηκαν θεολογικές τάσεις για αυτονόμηση του προσώπου της Θεοτόκου είτε με την τοποθέτησή της πάνω από την ιστορία είτε με την παραθεώρηση του ιστορικού της προορισμού. Οι νεωτεριστικές αυτές τάσεις, ξένες προς το πνεύμα της ορθόδοξης θεολογίας, ευνόησαν την ανάδυση κακοδοξιών και διεύρυναν το χάσμα μεταξύ των Χριστιανών.

Η Παρθένος Μαρία γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος, σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, γι’ αυτό και εκπροσωπεί το ανθρώπινο γένος. Έζησε και η ίδια στην κατάσταση της φθοράς και του θανάτου που προκάλεσε η πτώση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φέρει και κάποια προσωπική ενοχή. Η Παρθένος, όπως και όλοι οι απόγονοι του Αδάμ, κληρονόμησε την ευθύνη της θνητότητας. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι οι άνθρωποι ως απόγονοι του Αδάμ δεν ευθύνονται για το αμάρτημά του. Παρά ταύτα μετέχουν της φθοράς και του θανάτου που πέρασαν στο ανθρώπινο γένος με τη δική του ευθύνη και ενοχή. Η ελεύθερη επιλογή του κάθε ανθρώπου προσδιορίζει το βαθμό της προσωπικής του ένοχης και το μέτρο της συμβολής του στη συσσώρευση του κακού μέσα στον κόσμο που έχει την αρχή του στην αδαμική πτώση.

Η Παναγία, με την προσωπική της πορεία προς την τελείωση και την αγιότητα, και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχθηκε το κατεξοχήν «σκεύος εκλογής», η κατοικία και η μητέρα του Θεού. Ο χαρακτηρισμός «Θεοτόκος» από το σώμα της Εκκλησίας δηλώνει την αποδοχή του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού. Έτσι έχουμε άμεση αναφορά στο χριστολογικό δόγμα και σαφή προσδιορισμό της θέσεως της Παρθένου ως μητέρας του Θεανθρώπου. Η καθιέρωση του όρου «Θεοτόκος» έγινε από την αναγκαιότητα δογματικής κατοχυρώσεως του προσώπου του Χριστού απέναντι στη νεστοριανή αίρεση και την αμφισβήτηση της θείας φύσεώς του. Στην Καινή Διαθήκη οι ευαγγελιστές και οι άλλοι απόστολοι αποκαλούν την Παρθένο συνήθως μητέρα του Κυρίου. Κατά τον Ευαγγελισμό ο αρχάγγελος Γαβριήλ αποδίδει στην Παρθένο Μαρία την ιδιότητα της μητέρας του Θεού, αφού το «άγιον» που θα γεννηθεί από αυτήν θα ονομαστεί «υιός Θεού». Έκτος αυτών, εξίσου σημαντική θεωρείται και η έμμεση υπόμνηση της θεϊκής μητρότητας της Παρθένου στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ότε δε ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός…», «Περί του υιού αυτού του γενομένου εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκα» και «οι Ίσραηλίται, ων οι Πατέρες και εξ ων ο Χριστός το κατά σάρκα…». Πολλοί ήσαν άλλωστε, όπως είδαμε, οι συμβολισμοί της Παλαιάς Διαθήκης που προεικονίζουν την Παρθένο ως μητέρα του Θεού. Μνημονεύουμε ενδεικτικά τις προεικονίσεις της χρυσής στάμνας με το μάννα, της κιβωτού του Νώε, της σκηνής του Αβραάμ και της σκηνής του Μαρτυρίου.

Η προβολή της Παρθένου Μαρίας ως Θεοτόκου έγινε στην Γ΄ Οικουμενική Συνοδό της Εφέσου. Η Σύνοδος αυτή αντικρούοντας τη γνωστή αίρεση του Νεστορίου διατύπωσε την αλήθεια για το πρόσωπό της πάντοτε σε ευθεία αναφορά προς τον Υιό της και Θεό. Αυτό φαίνεται καθαρά στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν εν μια, και τη αυτή υποστάσει πατροπαραδότως, και οσιοπρεπώς προσκυνείσθαι, και κηρύττεσθαι δογματίσαντες, ακολού­θως και την πανάχραντον αυτού, και αειπάρθενον μητέρα κυ­ρίως, και αληθώς, καλείσθαι και Θεοτόκον παραδεδώκασιν· οις γαρ τον Θεόν Λόγον σαρκί, γεννηθήναι καταδεξάμενον, τέτοκε, Θεοτόκος ενδίκως δοξολογείσθαι». Αλλά και η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας, καταδικάζοντας τον Μονοφυσιτισμό, πρόσθεσε στον αρχικό όρο της Συνόδου της Χαλ­κηδόνας τον όρο «Θεοτόκος». Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Συνόδου, ο αρχικός όρος δεν περιείχε το χαρακτηρισμό «Θεοτόκος» για την Παρθένο Μαρία που αναγκαστικά προστέθηκε αργότερα στον τελικό όρο. Αυτό αποδεικνύεται από τις αντιδράσεις ορισμένων Πατέρων οι οποίοι, μετά την ανάγνωση του αρχικού όρου, επέμειναν να προστεθεί στο τελικό κείμενο η λέξη «Θεοτόκος». Τότε ακούστηκαν φράσεις όπως: «…το Άγιον Πνεύμα τον όρον υπηγόρευσεν. Ο όρος ορθόδοξος έστι, Θεοτόκος η Παρθένος Μαρία… η Θεοτόκος Μαρία τω όρω προστεθή,… ο Χριστός Θεός έστιν». Έτσι προστέθηκε στον τελικό όρο της Χαλκηδόνας ο χαρακτηρισμός «Θεοτόκος».

Είναι ανάγκη όμως να επισημειώσουμε ότι η θεολογική αλήθεια και η γενικότερη στάση της Εκκλησίας έναντι του προσώπου της Μητέρας του Κυρίου είχε διαμορφωθεί πολύ πριν από τον πέμπτο αιώνα, την περίοδο κατά την οποία ο Άρειος αμφισβήτησε τη θεία φύση του Ιησού Χριστού. Αυτό φαίνεται καθαρά σε κείμενο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας όπου αναφέρονται τα εξής: «Εφίης ουν άρα και τοις την Αρείου νοσούσι μανίαν, εν μείοσιν είναι λέγει του Πατρός τον Υιόν,  ήγουν τοις άλλοις, οι την του Αγίου Πνεύ­ματος κατακομίζουσι φύσιν της θεοπρεπούς υπεροχής» Έτσι η Εκκλησία στο Σύμβολο των Οικουμενικών Συνόδων Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως παρουσίασε την επίσημη θέση της. Στο Σύμβολο αυτό, που αποτελεί επιτομή της όλης διδασκαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διακηρύσσεται η πίστη «εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον μονογενή… Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού… τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα» .

Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και Πατέρες αφήνουν να διαφανεί στα έργα τους η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που συνδέει άμεσα την Θεοτόκο με το χριστολογικό δόγμα. Κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, η διδασκαλία για την Παναγία υπάρχει μόνο σε σχέση με την Χριστολογία. Γι’ αυτό δεν υφίσταται κάποια αυτόνομη «Μαριολογία» ή ανθρωπολογία με επίκεντρο την Θεοτόκο. Αυτά πρέπει να εντάσσονται στο πνεύμα της αλήθειας ότι η Παρθένος Μαρία που γέννησε τον Χριστό, τον τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, είναι Θεοτόκος . «Ὀθεν δικαίως καί αληθώς Θεοτόκον την αγίαν Μαρίαν ονομάζομεν τούτο γάρ το όνομα άπαν το μυστήριον της οικονομίας συνίστησι.

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, που δικαίως θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς υπερασπιστές του ορθοδόξου δόγματος, πρωτοστάτησε με σκληρούς αγώνες και στην αποκατάσταση της θεολογικής αλήθειας για το πρόσωπο της Παναγίας. Γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά: «Ει γαρ έστι Θεός ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, πώς ου Θεοτόκος η τεκούσα αγία Παρθένος;».Ο Βασίλειος Σελευκείας κάνει λόγο για όλους εκείνους τους προφήτες που προαγόρευσαν την παρου­σία του Χριστού και τη γέννησή του από την Παρθένο. Από αυτήν βλάστησε το άνθος που στεφάνωσε το ανθρώπινο γένος με δόξα και τιμή. Ο Ανδρέας Κρήτης, που ανέλυσε τις πτυχές όλων των σημαντικών γεγονότων του βίου της Παναγίας, την αποκαλεί «σκήνωμα του Θεού», γιατί κυοφόρησε τον Χριστό και έγινε η «ευλογημένη». Ο ίδιος σε άλλη ομιλία εξαίρει την ιδιότητα της Παρθένου ως μητέρας του Θεού, για να υπομνήσει τον άρρηκτο δεσμό της με τον Υιό της. «Ω θύγατερ Αδάμ και Μήτερ Θεού! Ω άνανδρε Μήτερ, και παιδοτόκε Παρθένε! Ω ποίημα του ποιηθέντος εν σοι χρονικώς, και μη εκστάντος της οικείας αϊδιότητος!». Ομοίως και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, με βαθιά θεολογικές ομιλίες που εκφράζουν το κλίμα της ησυχαστικής κινήσεως της εποχής του, αποκαλεί την Παναγία Θεομήτορα, Μητέρα Θεού, Αειπάρθενο, Παρθενομήτορα, Μητροπάρθενο και Θεία Παρθένο.

 

Έτσι εξαίρεται η ουσία του διαλλακτικού ρόλου της στη σχέση Θεού και ανθρώπων.

Στη θρησκευτική συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος η Παναγία είναι η Θεοτόκος που γέννησε το σωτήρα του κόσμου. Αυτή η πίστη αποδίδεται εναργέστατα στην ορθόδοξη εικονογραφία, υμνογραφία και λατρευτική παράδοση της Εκκλησίας μας. Η Παναγία εικονογραφείται, υμνείται και τιμάται μαζί με τον Χριστό. Απεικονίζεται «ως Παναγία και Υπεραγία διά να εξάρη την διδασκαλίαν περί του προσώπου αυτής, θεωρουμένου πλέον εν σχέσει προς το μέγα γεγονός της Σαρκώσεως και την δι’ αυτού σωτηρίαν του κόσμου». Έτσι και μέσω των εκκλησιαστικών τεχνών, που απηχούν τη δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, διασφαλίζεται η αλήθεια για το πρόσωπο της Θεοτόκου, πάντοτε σε σχέση προς τον Υιό της.

 

(Ευτυχία Γιούλτση, «Η Παναγία. Πρότυπο πνευματικής τελειώσεως», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη)

από το http://fdathanasiou.wordpress.com

 

 


            

 Ἀσπαζόμεθα τή Μητέρα του Κυρίου μας, πού εἶναι καί Μητέρα δική μας.

Βαθειά συνεπαρμένοι προσφέρομεν θυμίαμα καρδιᾶς, τήν ὁλόθερμη προσευχή μας.

Ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας μας δέν γεννᾷ μέσα μας τρόμο. Οὔτε μᾶς προσδένει ἐκβιαστικά στήν πένθιμη πομπή. Δέν κλαῖμε, «ὥσπερ οἱ λοιποί». Δέν σβήνει στά μάτια μας τό φῶς τῆς ἐλπίδας. Δέν μᾶς τυλίγει τό σκοτάδι τοῦ θανάτου κι ὁ φόβος τοῦ ἀφανισμοῦ.

Ἡ μορφή τῆς Θεοτόκου, λαμπρή, μέσα στή δόξα τῆς παρθενίας της καί στή μοναδικότητα τῆς Θεομητορικῆς ἀποστολῆς της μένει μπροστά μας ζωντανή, ἱκανή νά μᾶς χειραγωγήσῃ στό Μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ της, τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ Πάθους. Ἕτοιμη νά μᾶς προσφέρῃ τή στοργή της καί νά μᾶς τυλίξῃ στό πέπλο τῆς ἀγάπης της.

Στεκόμεθα μπροστά της μέ σεβασμό. Ἀνοίγουμε τίς πύλες τοῦ ἑαυτοῦ μας γιά νά δεχτοῦμε μέσα μας τήν εὐλογία της. Ἀντιπροσφέρουμε τό φτωχό θυμίαμα τῆς εὐχαριστίας μας. Ὑμνοῦμεν τό μεγαλεῖο της. Δοξάζομεν τήν προσφορά της στήν ἀνθρωπότητα. Καί καταθέτουμε τήν ἱκεσία μας.

Γιά ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἡ Θεοτόκος εἶναι μία σταθερή παρουσία ἀγάπης.

«Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε… »

Καί μετά τήν κοίμησί της δέν εἶμαστε ἐγκαταλελειμμένοι. Δέν εἴμεθα μόνοι. Οἱ ἄνθρωποι γύρω μας βιάζονται. Περπατοῦν καί φεύγουν. Κινούμενες φιγοῦρες μᾶς αἰφνιδιάζουν μέ τό πρόσκαιρο ἐνδιαφέρον τους. Ἀλλά γρήγορα προσπερνοῦν καί χάνονται. Οἱ προσωπικές τους φροντίδες τούς ὁδηγοῦν σέ κάποιο ἄλλο μονοπάτι. Κι ὁ θάνατος τούς ἁρπάζει καί τούς χάνουμε ἀπό πλάϊ μας.

Ἡ Θεοτόκος, ἡ Ἁγία Μητέρα τοῦ σαρκωμένου Λόγου, εἶναι μία ἀδιάκοπη παράστασι στόν θεϊκό θρόνο. «Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου…». Καί, ταυτόχρονα, μία μετοχή στό σῶμα καί στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Καί χθές καί σήμερα. Καί στά χρόνια τῆς σκλαβιάς. Καί στήν ἄθεη γενιά μας. Καί σ’ ὅλη τήν ἱστορική διαδρομή, πού θά φέρει τήν ἀνθρωπότητα στήν πύλη τῆς ἔσχατης ἐπιφάνειας τοῦ Χριστοῦ μας.

Τήν παρουσία τῆς Παναγίας μας δέν τήν νιώθουμε σάν εἰκόνα τοῦ ἱστορικοῦ μουσείου. Καί δέν τήν ζοῦμε σάν προγονική κληρονομιά, σάν μία ἐντυπωσιακή καί ἡρωϊκή φυσιογνωμία κάποιας ἄλλης ἐποχῆς.

Ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἕνα ἀδιάκοπο παρόν. Μία ζωντανή σκέπη. Ἕνα ἀπρόσβλητο καταφύγιο. Μία καρδιά, πού ἐκπέμπει σταθερά παλμούς. Μία μάνα, πού θερμαίνει γενιές καί γενιές στήν ἀγκαλιά της.

Μία σταθερή μετοχή στή σύναξι καί στήν πρᾶξι τῆς Εὐχαριστίας μας. Μιά ἀδιάψευστη κι ἀλάθητη χειραγωγός στή Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της.

Τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου γεμίζει τήν Ἐκκλησία μας. Καί ἀναβαθμίζει τήν προοπτική καί τόν στόχο τῆς προσωπικῆς μας πορείας.

Τήν ἀντικρύζουμε στήν Κόγχη τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Βασίλισσα ἐπιβλητική∙ «Τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ»∙ «Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν»∙ Θρόνο τοῦ Παντάνακτος∙ «Ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν».

Καί, ταυτόχρονα, αἰσθανόμεθα τήν παρουσία της καί τήν συνοδοιπορία της στήν προσωπική μας περιπέτεια. Μάνα στοργική στό πλάϊ μας. Νά μᾶς θερμαίνῃ μέ τό βλέμμα της. Νά μᾶς καλύπτῃ μέ τήν φροντίδα της. Νά μᾶς ὁδηγῇ μέ τό παράδειγμά της. Νά μᾶς ἐνισχύῃ μέ τή μεσιτεία της.

Ὅταν τά σύννεφα μᾶς τυλίγουν, σηκώνουμε τό βλέμμα καί τό καθηλώνουμε στό μητρικό πρόσωπό της. Ὅταν οἱ συνάνθρωποι μᾶς ἀγνοοῦν, ἀναπαυόμεθα στήν παρουσία της. Ὅταν ξαφνικά μπαίνουμε στό σκοτεινό φαράγγι τῆς ἀπογοήτευσης, ἁπλώνουμε τό χέρι καί πιάνουμε τό δικό της. Ὅταν τά μάτια μας ἀναβλύζουν δάκρυα, ἠρεμοῦν ἀντικρύζοντας τήν πονεμένη ἀλλά ἤρεμη ἔκφρασί της. Ὅταν τά βήματά μας καταντοῦν τρεμάμενα, στηριζόμαστε πάνω της καί προχωροῦμε.

Ἡ Παναγία σέ κάθε στιγμή στέκει πλάι μας. Καί σέ κάθε στιγμή μᾶς προσφέρει τούς θησαυρούς τῆς ἀγάπης της.

Τήν νιώθουμε μάνα πιό γλυκιά ἀπ’ τή μάνα πού μᾶς γέννησε.

Ψάλλουμε μέ ξεκούραστη καρδιά καί μέ φωνή γεμάτη συγκίνησι: «Μετέστης πρός τήν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς» Καί «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε… ».

 

Ἀδελφοί μου,

 

Ἡ συνάντηση τῆς Παναγίας μέ τόν θάνατο εἶναι ἕνα ἐξαιρετικά σημαντικό γεγονός, πού ἀφορᾷ ἀπόλυτα τήν ζωή μας. Εἶναι γνωστό πώς ἐπίκεντρο τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς ἀποτελεῖ ἡ συνάντηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ της μέ τόν Θάνατο, ἀπ’ ὅπου ἐπήγασε ἡ ἀνάσταση τῶν θνητῶν.

Ἀλλά δέν εἶναι λιγώτερο σπουδαία καί ἡ μητρική ἀναμέτρηση μέ τόν ἔσχατο ἐχθρό τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι μόνο γιατί προσδίδει συγκλονιστικές διαστάσεις στό μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, πού ἔφερε σέ πέρας ὁ Χριστός κατά μοναδικό καί ἀνυπέρβλητο τρόπο, ἀλλά καί γιατί ἡ Θεοτόκος ἀντιμετωπίζει τήν πρόκληση τοῦ θανάτου μέ ἄκρα ταπείνωση, ἐγκαρτέρηση καί αὐτοεγκατάλειψη στόν Θεό, παρότι ἐδικαιοῦτο νά μή πεθάνῃ, ἀφοῦ ὑπάρχει «Μήτηρ τῆς Ζωῆς».

Πράγματι, κατά τήν χριστιανική θεώρηση, ὁ θάνατος εἶναι ἡ ἐσχάτη συνέπεια τῆς ἁμαρτωλότητος τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀδυναμίας του νά διατηρηθῇ στήν τροχιά, στήν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεός τόν ἔθεσε.

Καί ὁ μέν Θεάνθρωπος Υἱός τῆς Παρθένου ἐνήργησε τόν θάνατο στήν ἀνθρώπινη φύση Του ἑκούσια καί θαυματουργικά πρός χάριν μας, ἡ δέ μητέρα Του τόν ὑπέστη ἀδιαμαρτύρητα καί εἰρηνικά, γιά νά καταστήσῃ ἀναμφισβήτητη τήν ἀνθρωπίνη Της προέλευση γιατί καί γιά τήν ἰδία ὁ Χριστός ἦταν ὁ Σωτήρας της, ὅπως τό διεκήρυξε πρός τήν Ἐλισάβετ.

Ἡ Παναγία ἔζησε ἀνεπαίσθητο καί ἀθόρυβο βίο ἐπί γῆς, ἐπειδή ἦταν ἀμέτοχη καί ἀπρόσβλητη ἀπ’ τά πάθη μας. Καί πέθανε χωρίς τήν παραμικρή ἀντίσταση στό θάνατο, γιατί ἤξερε ὅτι θά μείνῃ γιά πάντα ζωντανή καί μητέρα τῆς Ζωῆς. Δέν ἔγιναν ποτέ γνωστά τά βρεφικά σκιρτήματά Της, οὔτε ἀκουστά τά παιδικά παιχνίδια Της. Κανείς δέν ἔμαθε τά ἐφηβικά ὄνειρά Της – ἀφοῦ ἡ ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ πού τήν κατέκλυζε ἀπό πολύ ἐνωρίς στόν βίο τοῦτο, τήν γέμιζε ὀντολογικά. Δέν ἀναδείχθηκε ποτέ σέ κάποιο ἐπάγγελμα, σέ κάποια ἐπίδοση, στά γράμματα ἤ στίς Τέχνες. Καί ἀπ’ ὅλα αὐτά ἀπέχοντας, φανέρωσε περίτρανα, μέ πειστικό καί ἄφατο τρόπο, πόσο ἀπρόσιτη παρέμεινε ἀπ’ τήν δική μας τήν ἀνθρώπινη ἀρρώστια  τήν ἀνίατη… Γι’ αὐτό καί φεύγοντας ἀπό τόν κόσμο τοῦτο διακριτικά μέ τήν μυστική καί ἄρρητη, ἀλλά πραγματική Κοίμησή Της, ὁλοκλήρωσε τό μέγα μάθημα, πού ἡ σιωπή ὁλόκληρης τῆς ἐπίγειας ζωῆς Της ἀπάρτισε γιά χάρη μας: Ἡ  τ α π ε ί ν ω σ ι  εἶναι τό φάρμακο γιά τή δική μας ἀσθένεια. Ταπείνωσι, ὄχι κενή καί ἄλογη, ἀλλά μεστή ἀπό πίστη στόν Ἀναστάντα Λόγο τῆς Ζωῆς, στόν Υἱό καί Θεό Της, πού παρέλαβε μαζί Του ὄχι μόνο τό πνεῦμα, μά καί τό σῶμα τῆς Μητέρας καί δούλης Του, Ἐκείνης πού δέν ἀντέστη ποτέ στό θέλημά Του, ἀνασταίνοντάς την πρώτη ἀπό ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος.

Κατά τήν ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ἡ ἐλευθερία εἶναι συνάρτηση τῆς φύσεως, καί ἰδιαίτατα «πάσης  λ ο γ ι κ ῆ ς  φύσεως». «Οὐ γάρ ἔχομεν πρός γένεσιν κακίας φυσικήν δύναμιν» ἀλλά «πάσχομεν παρά φῦσιν, γνώμη, κατά σύμβασιν τήν κακίαν», διακηρύσσουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἁμαρτάνουμε μόνον ὡς πρόσωπα, ὡς μονάδικές καί ἀνεπανάληπτες ἑτερότητες, πού ἀποκλίνουν γνωμικῶς ἀπό τήν κοινότητα τῆς φύσεως καί πάσχουν ἔτσι ἀναπόφευκτα τήν κακία, ἀφοῦ ἡ γνώμη εἶναι πάντοτε «προσωπικά ἀφοριστική», προσδιορίζει πρόσωπα, ὄχι φύσεις. Ἡ Παναγία παρέμεινε ἀπρόσβλητη ἀπό τήν ἁμαρτία καί δέν ἐγκατέλειψε ποτέ τήν κοινότητα τῆς φύσεως, γιά νά ἰδιοποιηθῇ γνωμικῶς ὁποιαδήποτε προσωπική ἐπιλογή ἤ κλίση, ἐπίδοση ἤ ὁρμέφυτη ἕλξη. Αὐτό δέν σημαίνει καθόλου ὅτι εἶχε ὑποβαθμίσει τήν προσωπικότητά Της ἤ τήν γνώμη Της στήν προσπάθειά της νά συμμορφωθῆ ἀπόλυτα πρός τίς συνθήκες τῆς κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργημένης φύσεως Της. Σημαίνει ὅτι δέν ἀνέχθηκε ποτέ καμία μή φυσική ἐπέμβαση πάνω στήν ἀνθρώπινη φύση Της, γιατί ἔβλεπε καθαρά πώς κάθε τέτοια ἐπέμβαση θά ἀπέτρεπε τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ τό νά κινῆται ἀταλάντευτα καί μέ ἀπόλυτη ἀκρίβεια πάνω στήν τροχιά πού ὁ Δημιουργός αὐτῆς τῆς φύσεως εἴχε ἀνέκαθεν καθορίσει, δημιουργώντας τήν φύση – αὐτήν καί μόνον – κατ’ εἰκόνα Του. Γιατί αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς φύσεως: ἡ ἀπρόσκοπτη φυσική της φορά πρός τόν Δημιουργό της∙ ὄχι ἡ ἱκανότητά της νά ἐπιλέγη, ἀλλ’ ἡ δυνατότητά της νά ὑπερβαίνει ὅλα τά διλλήματα, σάν ἀποτέλεσμα τῆς ἀκατάσχετης ὁρμῆς της πρός ἕνα σταθερό καί ἀμετάκλητο προορισμό, πρός «τό μακάριον, δι’ ὅ τά πάντα συνέστησαν, τέλος».

Τό νά μείνει κανείς πιστά προσηλωμένος στόν κατά φύσιν προορισμό του, τό ν’ ἀτενίζη καί νά προσδοκῆ ἀκράδαντα τό «τέλος» του, ἔχει σάν ἄμεση καί μόνιμη συνέπεια τήν παντελή ἀναμαρτησία: «Ἀμαρτίας δέ ἀποχή, φύσεως ἐστίν ἔργον» τονίζουν οἱ μεγάλοι τῆς Ἐκκλησίας Διδάσκαλοι.     

Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἦταν μόνον «φύσις», ἡ πτῶσις του στήν ἁμαρτία θἆταν ἐντελῶς ἀδύνατη. Ἐπειδή δέν εἶναι μόνον «φύσις» ἀλλά διαθέτει καί «τρόπον ὑπάρξεως», γι’ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι δυνατόν νά  τ ρ α π ῆ  καί  νά σφάλη καί ν’ ἀποτύχη τοῦ μακαρίου «τέλους» του. Τό ὅτι «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐχ ἁμαρτήσει» δέν ὀφείλεται στήν ἀνθρώπινη φύση καθ’ ἑαυτήν, γιατί κάτι τέτοιο θά καθιστοῦσε ἀπ’ εὐθείας ὑπεύθυνο γιά τήν ἁμαρτωλότητα τῆς φύσεως, τόν ἵδιο τόν Δημιουργό της. Ὀφείλεται ἁπλῶς καί μόνον στόν «τρόπον χρήσεως» τῆς φύσεως. Ἡ προσωπική χρήση τοῦ κόσμου καί προπαντός τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς, ἰδιαίτατα δέ τῆς θελήσεως, καθιστᾶ τούς ἀνθρώπους  ἁ μ α ρ τ ω λ ο ύ ς  (Ρωμ. Ε΄, 19), ἐπειδή τούς χωρίζει ἀπό τήν ὁμοήθεια τῆς κοινῆς φύσεως προσθέτοντας στόν καθένα τήν ἰδιαιτερότητα μιᾶς κουλτούρας, μιᾶς παιδείας, ἑνός πολιτισμοῦ ἤ μιᾶς τέχνης, μιᾶς φυλῆς, μιᾶς ἐπιδερμίδας, ἤ μιᾶς ἐθνικότητος, οὕτως ὥστε ὅλοι τους καθίστανται  δ ι α κ ε κ ρ ι μ έ ν ο ι . . . Ἀφίστανται ἔτσι ἀπ’ τήν ἀρχέγονή τους ἰσότητα καί ταυτότητα, πού θά τούς ἐπέτρεπε νά διαμείνουν ἀφανεῖς καί ἀθῶοι σάν τά παιδιά. . .

Ἡ Παναγία ἀπέφυγε νά ἰδιαιτεροποιηθῆ, μέ τό νά μή ἀνεχθῆ ποτέ προβάδισμα τοῦ τρόπου ὑπάρξεώς Της ἔναντι τῆς κοινῆς φύσεως. Ποτέ δέν ἔδωσε προτεραιότητα σέ κανένα ἰδιοτελή «τρόπον χρήσεως», ὥστε νά παρἀσχη στόν  ἑαυτό της τήν παρά φύσιν ἡδονή τῆς διαφοροποίησης πού κατατέμνει σέ ἄπειρες ἀλληλοσπαρασσόμενες ὁμάδες τήν ἀνθρώπινη φύση. Γνωρίζοντας ἐμπειρικά ὅτι ἡ Κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους διεξάγεται ἀποκλειστικά μέσω  φ υ σ ι κ ῶ ν  ἐνεργειῶν ( – ἀκτίστων στήν περίπτωση τοῦ Θεοῦ), κατέστησε  τόν προσωπικό τρόπο ὑπάρξεώς Της  πειθήνιο στή φύση Της, ὥστε νά μή μπορῆ ὁ τρόπος αὐτός νά τρέψη τήν φύση πρός φυλαυτία ἤ ἰδιοτέλεια, ἀποκόπτοντας την ἔτσι ἀπό τήν ἀδιάλειπτη κοινωνία μέ τόν Θεό καί τόν πλησίον. Γι’ αὐτό ἦταν ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξη ἡ Θεοτόκος «ἴδιον θέλημα» ἀντιστρατευόμενο στό κοινό θέλημα τῆς φύσεως, ἀκριβῶς ἐπειδή ὑπέταξε τήν γνώμη στήν θεολογική δύναμη τῆς φύσεως μή ἐπιτρέποντάς της ἔτσι νά διχάση τόν ἐσωτερκό της κόσμο (Ρωμ. Ζ΄ 22 -23) καί νά τήν  αἰχμαλωτίση στήν ἁμαρτία.   

Ἡ κατά φύσιν ἐλευθερία εἶναι συνάμα ἀπελευθέρωση πραγματική ἀπ’ τήν ἁμαρτία καί ἕνωσι ὁλοκληρωτική μέ τόν Θεό (Ρωμ. Στ΄, Α΄ Πετ. Β΄ 16). Γι’ αὐτό ἀκριβῶς οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν κάνουν καμμία διάκριση μεταξύ ἐλευθερίας καί θελήσεως, ἀλλά ταυτίζουν ἀπολύτως τό φυσικό θέλημα μέ τήν ἐλευθερία καί τό γνωμικό – προσωπικό θέλημα μέ τήν ἁμαρτία. Δέν ἐννοοῦν βέβαια μ’αὐτό τό τρόπο ὅτι ἡ ἀνθρώπινη  φύση διαθέτει ἐκ δημιουργίας δύο θελήματα (φυσικό καί γνωμικό), διότι γνωρίζουν ἐκ πείρας ὅτι γιά νά ὑπάρξη γνωμικό θέλημα πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά σφετερισθῆ τήν φυσική θεληματική δύναμη πρός ἱκανοποίησιν παρά φύσιν στόχων καί ἐπιθυμιῶν, αὐτονομούμενος ὡς πρόσωπο καί ἐπαιρόμενος κατά τῆς κοινῆς φύσεως. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τό χειρότερο ἀπ’ ὅλα τά θανάσιμα ἁμαρτήματα, γιατί ἀποτελεῖ ἀδιάκοπη προσπάθεια διάψευσης τῆς  φ υ σ ι κ ῆ ς  ἐλευθερίας, ἀγαθότητος καί ἀγάπης, πού διαθέτει ὁ ἄνθρωπος ἐκ δημιουργίας, καί ἐμφάνισης των ὡς  π ρ ο σ ω π ι κ ῶ ν  ἐπιτευγμάτων συγκεκριμένων ἀτόμων, οὕτως ὥστε ὁ ἔπαινος νά ἀνήκη στούς φορεῖς τῶν «ἐπιτευγμάτων» αὐτῶν καί ὄχι στόν Δημιουργό τῆς «πᾶσῃ ἀρετῆ κατηγλαϊσμένης» ἀνθρωπίνης φύσεως. Τό νά ἐνεργῆ κανείς πλήρως τά τῆς φύσεως συμπίπτει μέ τό νά διατηρεῖται ἐλεύθερος ἀπό ἁμαρτία. Δέν χρειάζεται έπομένως νά γεννηθῆ κάποιος μέ «ἄσπιλη σύλληψη», καθώς φαντάσθηκε ἡ ἐκπεσοῦσα Ρωμαιοκαθολική Κοινότης γιά τήν Παναγία, ὥστε νά ἐξασφαλίση ἀναμαρτησία. Εἶναι, ὅμως, ἀπαραίτητη ἡ παρθενική γέννηση γιά ὅποιον ἐπιδιώκει νά καταργήσει «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» καί ν’ ἀπαλάξει ἀπό τήν καταδυναστεία τοῦ διαβόλου καί τῆς φθορᾶς ὅλους τούς ἤδη ὑποδουλωμένους σ’ αὐτά, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μέ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παναγία συλλαμβάνεται ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μετά τήν πτώση καί πεθαίνει ὅπως ὅλοι μετά τήν πτώση, γιά νά ἐπαληθεύση τόσο τήν γνήσια θνητότητα πού διέθετε, ὅσο καί τό γεγονός ὅτι οὔτε ἡ θνητότητα οὔτε ἡ πτώση μποροῦν πράγματι νά ἀναστείλουν τήν ἀναμαρτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἀπλούστατα γιατί ἐξακολουθεῖ καί πηγάζει ἀπό τήν φύση του ἔστω καί πεπτωκυῖαν!   

Ἡ σεσαρκωμένη θεία Ὑπόσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ κατέστησε Θεοτόκο τήν Παναγία μέ τό νά ἐξέλθη ἀπό τά σπλάγχνά Της, θεώνοντας καί ἀπαλλάσσοντας ἀπό τό προπατορικό ἁμάρτημα τήν ἰδία κατά χάριν διά τήν συνάφειαν.

Ἔτσι ἡ Θεοτόκος κατέστη πρόξενος ζωῆς καί σωτηρίας ὄχι μόνον στόν ἑαυτό Της, ἀλλά σ’ ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση, προσαρμόζοντας τήν γνώμη καί τόν τρόπο ὑπάρξεώς Της στήν κλήση τοῦ Θεοῦ πρός σωτηρίαν αὐτῆς τῆς φύσεως. Γιατί γνώριζε ἐκ πείρας ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ πρός πραγμάτωση τῆς σωτηρίας τῶν λογικῶν κτισμάτων, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καί ἡ πρόθεση καί ἡ συνεργία τῶν ἰδίων τῶν σωζομένων, ἐπειδή ὁ Ἄπειρος καί Πανάγαθος Θεός σέβεται πληρέστατα τήν δοθεῖσαν ὑπ’ Αὐτοῦ ἐλευθερίαν βουλήσεως τῶν κτισμάτων Του. Καί ὄντως «ἡ πρόθεσις τῶν καλουμένων τήν σωτηρίαν εἰργάσατο». Ζῶντας κατά φύσιν ἦταν σέ θέση ἡ Παναγία ν’ ἀνταποκριθῆ αὐθόρμητα τόσο στήν κλήση τοῦ Θεοῦ νά γίνη Μητέρα Του, ὅσο καί στήν παρά φύσιν ἔλευση τοῦ θανάτου.

Στήν πρώτη περίπτωση δέν χρειαζόταν παρά ἡ δύναμη τοῦ φυσικοῦ θελήματος, ὥστε νά πῆ τό «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Στήν δεύτερη ὅμως ὤφειλε καί γνωμικῶς ν’ ἀποδεχθῆ τόν θάνατο ὡς τελευταία φάση τῆς θείας οἰκονομίας, γιατί τό φυσικό θέλημα μόνο του ἀδυνατεῖ νά δεχθῆ τόν ἔσχατο ἐχθρό τῆς θνητῆς φύσεως. Ἔτσι ἡ Παναγία διήνυσε ὁλόκληρο τό ἄνυσμα τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων, ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ Υἱός Της, παραμένοντας καί Αὐτή ὅπως Ἐκεῖνος, «ἐν νεκροῖς ἐλευθέρα» καί ἐπιστρέφοντας σύντομα στό σῶμα Της, μέ τήν θεϊκήν δύναμιν καί χάριν τοῦ Υἱοῦ Της ἀναστηθεῖσα πρώτη ἀπ’ ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος, ἐν δόξῃ ὡς ἀληθής Μήτηρ Ζωῆς, «δι’ ὅ καί ἀδύνατον ἦν Αὐτήν ὑπό τοῦ θανάτου κρατεῖσθαι».

Αὐτῆς πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον ἡμᾶς.

  

( η ποιμαντορική εγκύκλιος του σεβασμ. Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ για τον δεκαπενταύγουστο του 2010 )