Archive for the ‘εκκλησιασμός’ Category

Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (Δ΄ αἰ.), σέ μιά ἀπό τίς μυσταγωγικές του Κατηχήσεις, ἑρμηνεύει μέ ἁπλότητα, ἀλλά καί βαθύτητα, τό «Πάτερ ἡμῶν…», βοηθώντας μας νά τό κατανοήσωμε καλύτερα.

Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τόν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τούς μαθητάς αὐτοῦ» (Λουκ. ια΄, 1). Τότε ὁ Κύριος τούς παρέδωσε τήν Κυριακή προσευχή (Ματθ. στ΄, 9-13).

Πάτερ ἡμῶν Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δέν τολμούσαμε νά στρέψωμε τό βλέμμα πρός τόν οὐρανό. Χαμηλώναμε τά μάτια στήν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τά ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπό πονηροί δοῦλοι, πού ἤμασταν, ἐγίναμε καλοί «υἱοί». Μήν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιά τήν δική μας προσπάθεια, ἀλλά γιά τήν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β΄,5). Τό νά ὁμολογήσωμε τήν χάρι δέν εἶναι οἴησι, δέν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλά πίστι. Τό νά διακηρύξωμε αὐτό πού ἐλάβαμε δέν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλά ἀφοσίωσι.ἄς ὑψώσωμε τά μάτια πρός τόν Πατέρα, πού μᾶς ἀναγέννησε μέ τό λουτρό τοῦ Βαπτίσματος, πρός τόν Πατέρα, πού μᾶς «ἐξηγόρασε» μέ τόν Υἱό Του κι ἄς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτή μιά καλή, μιά ταπεινή καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, Τόν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μή διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο. Μέ τόν εἰδικό κι ἀπόλυτο τρόπο δέν εἶναι Πατέρας παρά τοῦ Χριστοῦ μονάχα. Γιά μᾶς εἶναι ὁ κοινός Πατέρας. Γιατί μόνο Ἐκεῖνον τόν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε. Ἄς λέμε λοιπόν καί μεῖς, κατά χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιά νά γίνωμε ἄξιοι νά εἴμαστε παιδιά Του. Ἄς κάνωμε δική μας τήν εὔνοια καί τήν τιμή, πού ἐχάρισε στήν Ἐκκλησία. (περισσότερα…)

Advertisements


πορίσματα της διοργανωθείσης ὑπὸ τῆς Ἐνορίας Ἁγ. Παρασκευῆς Ἀττικῆς,

τὴν 17η Ἀπριλίου 2010,

ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν

καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου Β´

Τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ γλῶσσα τῆς λατρείας θεωρεῖται ἀπὸ ὡρισμένους ὡς τὸ μεγάλο ἐμπόδιο γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν θ. Λατρεία καὶ ζητοῦν ἐπιμόνως ριζικὲς ἀλλαγές.

Ὡς συνειδητὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ κληρικοὶ μὲ ποιμαντικὴ εὐθύνη συμπάσχουμε καὶ ἀλγοῦμε γιὰ τὴν ἀφύσικα διαμορφωμένη ἐξωτερικὴ κατάσταση τῆς γλωσσικῆς ἀφασίας καὶ ἀπαξίας, ποὺ ἐμπνέει καταναλώσιμους πειραματισμοὺς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε χρειάζεται μιὰ γνήσια ἀπάντηση στὸ γλωσσικὸ τῆς Ἐκκλησίας, μετὰ ἀπὸ μιὰ εἰλικρινῆ συζήτηση. Μιὰ ἀπάντηση ἐκκλησιαστική, ρεαλιστική, γερὰ θεμελιωμένη στὰ πατερικὰ κριτήρια.

Ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀπολυτοποιεῖται, εἶναι «ὁ φάρος ὁ παμφαής», ὁ ὁποῖος «εἰς τὸν λιμένα ὁδηγεῖ, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λιμήν» κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη.

Ἡ  Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς κιβωτός, διατήρησε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σ᾽ ὅλη τὴν διαχρονική της ἔκταση καὶ τὴν χρησιμοποίησε κατὰ πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ ἐπὶ δύο χιλιετίες γιὰ την διακονία τῆς λατρείας, τῆς θεολογίας καὶ τῆς ποιμαντικῆς της (κήρυγμα). Δὲν ἔχουν ἄραγε τὸ δικαίωμα οἱ νεώτερες γενιὲς νὰ παραλάβουν τοὺς θησαυρούς της, ὡς πατρικὴ κληρονομιά, καὶ ὄχι μόνον ἕνα μέρος της, τὴ Νεοελληνική; Καὶ μήπως μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια, θὰ χρειάζεται καὶ αὐτὴ ἀνανέωση;

Ἡ  μεταφραστικὴ προσπάθεια προσεγγίζει τὰ κείμενα, ἀλλὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀποδώσει τὴν πραγματικὴ «οὐσία» καὶ τὸ μεγαλεῖο τους»

Πῶς μποροῦν νὰ μεταφρασθοῦν τὰ ὡραιότατα ὑμνολογικὰ κείμενα, ὅπου κάθε στίχος εἶναι καὶ μιὰ μουσικὴ φράση», τὰ ὁποῖα «σύγκρισιν οὐκ ἐδέξαντο, οὐδὲ δέξονται μέχρις ἂν ὁ καθ᾽ ἡμᾶς βίος περαιωθῇ» καὶ τα ὁποῖα εἶναι ἀποτέλεσμα τελείας συνθέσεως ἀπὸ τὴν ἐπένδυση τῆς θείας χάριτος, τὴν μελωδικότητα τῶν γραφομένων, τὴν ἀρτιότητα τοῦ λόγου καὶ τὴν ἀκρίβεια τῶν νοημάτων;

Μὲ πόση σαφήνεια θὰ μεταφερθῆ τὸ τριαδολογικὸ δόγμα (ἐνδοτριαδικὲς σχέσεις), τὸ χριστολογικό, ἡ κοινότητα ζωῆς μεταξὺ τῶν πιστῶν καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὀντολογικὴ μετοχή τους στὸ οἰκουμενικὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ; Μήπως ἐπανέλθουν προβλήματα, τὰ ὁποῖα ταλάνισαν τὴν Ἐκκλησία κατὰ τοὺς πρώτους της αἰῶνες; (Ἀρειανισμός, Μονοφυσιτισμός), ἢ μήπως προκύψουν νέα; Οἱ αἱρέσεις ποτὲ δὲν ἔλειψαν.

Γιὰ νὰ κατανοηθοῦν τὰ λειτουργικὰ κείμενα δὲν χρειάζεται μετάφραση, ἀλλὰ ἑρμηνεία, ἐξήγηση, κατήχηση, μὲ περιεχόμενο μυσταγωγικὸ καὶ ὄχι ἠθικολογικὸ ἢ γνωσιολογικὸ μόνον. Αὐτὰ προϋποθέτουν μαθητεία, ἐξοικείωση, προθυμία καὶ ἄσκηση, μέσα στὸν χῶρο τῆς Ἐνορίας, ὅπου μὲ τὴν βοήθεια κληρικῶν, γονέων, κατηχητῶν κ.λπ. οἱ νεώτεροι θὰ λάβουν ἀφορμὲς γιὰ μεγαλύτερη ἐμβάθυνση καὶ θὰ γίνουν πρόσωπα ἐλεύθερα, ὄχι χειραγωγούμενη μᾶζα, ἀκολουθοῦσα εὔκολες λύσεις, ποὺ σκεπάζουν τὴν ἀπροθυμία καὶ τὴν ραθυμία, μέσα σὲ πληθώρα προβλημάτων, ὑπαρξιακῶν καὶ καθημερινῶν.

Τὸ ὅλο θέμα δὲν συνιστᾶ πρόβλημα γλωσσικῆς κατανοήσεως (νοησιαρχία), ἀλλὰ πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ καὶ συγκροτήσεως. Ὁ εὐσεβὴς χριστιανός, κι ἂν δὲν διαθέτει παιδεία ἐγκεφαλική, μπορεῖ μὲ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του νὰ προσεγγίση τὶς αἰώνιες ἀλήθειες, ἔχοντας ὡς ὁδηγὸ τὴν καρδιά του καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πιὸ ρεαλιστικός, πιὸ ἐπείγων καὶ πιὸ συμβατὸς μὲ τὶς σημερινὲς ἀνάγκες φαίνεται ἕνας χαμηλόφωνος ἑρμηνευτικὸς καὶ (εἰ δυνατὸν) βιωματικὸς λόγος (μέθεξις) γιὰ τὶς ἀλήθειες τῆς Πίστεως καὶ συνολικὴ ἀναθεώρηση τρόπου ζωῆς, μιὰ ζωντανή, θερμή, ἢ καὶ αἱματηρὴ μαρτυρία ἀγάπης Xριστοῦ, παρὰ μιὰ “ἐργολαβία” Λειτουργικῆς Mεταρρυθμίσεως (μεταφράσεως). Μήπως ἂν γίνει μετάφραση στὴν γλῶσσα, ἀνοίγει ὁ δρόμος καὶ γιὰ «μεταφράσεις» (ἀλλαγὲς) σὲ ἄλλες ἐκκλησιαστικὲς «γλῶσσες», ὅπως ἡ εἰκονογραφία, ἡ μουσική, τὸ Τυπικό, ἡ ἀμφίεση τῶν κληρικῶν, τὰ εὐχαριστιακὰ εἴδη, οἱ εἰκόνες ἀπὸ τὴν ἀγροτοποιμενικὴ ζωὴ στὰ Εὐαγγέλια, ἡ ἴδια ἡ ἀναίμακτη Θυσία κ. ἄ.;

Τὸ πρόβλημα «μετάφραση» ἐντάσσεται, ἀκόμη καὶ χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε, στὰ γενικότερα πλαίσια τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τῆς ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου μέσῳ τῆς ἀλλοιώσεως τῆς γλώσσης καὶ τῆς σκέψεως.

Ζοῦμε σ᾽ ἕναν κόσμο πλήρους συγχύσεως ἐννοιῶν, ἀρχῶν, δομῶν καὶ ἀξιῶν, ὅπου οἱ λέξεις κατακερματίζονται, τὰ νοήματα διαμελίζονται, ὁ λόγος ἀποδομεῖται, τὰ νοήματα διαμελίζονται, ὁ λόγος ἀποδομεῖται, ἡ συνείδηση ξεχαρβαλώνεται καὶ ἡ συνεννόηση καθίσταται ὅλο καὶ πιὸ δύσκολη. Ἄραγε εἶναι σκόπιμη ἡ αὐτοεμπλοκὴ τῆς (ἑλληνόφωνης) Ἐκκλησίας σὲ ἕνα φαῦλο κύκλο “νεογλωσσικῶν ἐρίδων” περὶ τὶς λέξεις, τὶς ἔννοιες, τὶς σημασίες, τὶς ἀποχρώσεις, ἐνῶ ἔχει τὸ πολύτιμο προνόμιο τῆς ἀκριβοῦς ἐκφράσεως-διατυπώσεως;

Ἂς μὴν ἐγκλωβιστοῦμε στὰ σκοτεινὰ μονοπάτια τῆς νοησιαρχίας. Ἂς ἐργασθοῦμε γιὰ νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν εὐλογημένη «μέθεξη» μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως κατὰ χάριν.

Τέλος, μὲ εὐλάβεια καὶ υἱικὸ σεβασμό, παρακαλοῦμε τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπαναλαμβάνουσα ἀνάλογες ἐνέργειές της τοῦ παρελθόντος, νὰ διασφαλίση καὶ σήμερα τὸ ἀμετάφραστον τῶν κειμένων καὶ ἀναγνωσμάτων τῆς λατρείας, μεριμνῶσα ὅμως παραλλήλως γιὰ τὴν προσφορὰ μεταφράσεών τους γιὰ ἰδιωτικὴ χρήση καὶ γιὰ τὴν προετοιμασία τοῦ λαοῦ μας διὰ τὴν συμμετοχή του στὴν λατρεία.

( ΠΗΓΗ: http://www.alopsis.gr )

Η θεία Λειτουργία είναι το κέντρο της Λατρείας των ορθοδόξων γιατί κατά την διάρκειά της γίνεται η αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας, η θεία Ευχαριστία. Είναι απαραίτητο λοιπόν να εκκλησιαζόμαστε τακτικά και να συμμετέχουμε ευλαβικά και άξια στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας

 Αξίζει να σημειωθεί πως στα πρώτα χρόνια ήταν απλή ενώ στο πέρασμα του χρόνου προστέθηκαν ύμνοι, ευχές, δεήσεις κλπ ώστε να γίνει πληρέστερη και ισχυρότερη, ως προσευχή. Τέσσερα σχέδια θείων Λειτουργιών δημιουργήθηκαν κατά καιρούς.

Αρχικά είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η θ. Λειτουργία είναι μια ακολουθία που ξεκινάει από τις ημέρες της ενσαρκώσεως του Κυρίου μας και κύριο μέρος της είναι η ευλογία του άρτου και του οίνου από τον ίδιο τον Χριστό στον Μυστικό Δείπνο, (Ματ. 26,26-29, Μάρκ. 14,22-25 και Λουκ. 22,15-20.

Ας σημειωθεί ότι κσι ο απόστολος Παύλος κάνει ανάλογη αναφορά στην Α΄ προς Κορ.,11:23-26.

Ο πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων, ο αδελφόθεος Ιάκωβος, συνέθεσε την μεγαλύτερη από όλες η οποία γίνεται στους ναούς μόνο στις 23 Οκτωβρίου, οπότε και τιμάται η μνήμη του.

Ο Μέγας Βασίλειος δημιούργησε έναν άλλο τύπο Θείας Λειτουργίας πού γίνεται δέκα φορές τον χρόνο.Την 1η Ιανουαρίου, ημέρα που τιμάται ο άγιος, την παραμονή των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, τις πέντε πρώτες Κυριακές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την Μεγάλη Πέμπτη και το Μεγάλο Σάββατο.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έπλεξε έναν συντομότερο τύπο που ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο, επεκράτησε.

Άγνωστος είναι ο συγγραφέας της Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων που δημιουργήθηκε στα χρόνια των διωγμών. Σήμερα γίνεται στην διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εκτός από το Σάββατο και την Κυριακή αλλά και τις τρείς πρώτες ημέρες της μεγάλης Εβδομάδος. Στην πολύ κατανυκτική αυτή ακολουθία τα «Τίμια Δώρα» είναι προηγιασμένα από την λειτουργία του Σαββάτου ή της Κυριακής που προηγήθηκαν. Περιφέρονται μέσα στον Ναό με σιωπή κατά την «Μεγάλη Είσοδο» ενώ οι πιστοί γονατίζουν και προσεύχονται διότι, όπως ακούγεται από τον σχετικό ύμνο:» θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορείται«.

Η ακολουθία της Θείας Λειουργίας, όπως διαμορφώθηκε τελικά, χωρίζεται σε τρία κυρίως μέρη.

Την Προσκομιδη, που συμπίπτει χρονικά με τον όρθρο και αποτελεί την εισαγωγή στην θεία Λειτουργία. Στην διάρκεια της προσκομιδής, προετοιμάζονται τα «Τίμια Δώρα», δηλαδή ο άρτος και ο οίνος.

Την λειτουργία των κατηχουμένων, που διαρκεί αφ’ ότου αρχίσει η θεία Λειτουργία με το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός» και διαρκεί μέχρι τα αναγνώσματα και το κήρυγμα. Οναμάζεται έτσι επειδή άλλοτε την παρακολουθούσαν από τον Νάρθηκα και οι κατηχούμενοι, δηλαδή οι αβάπτιστοι που διδάσκονταν ακόμη τις χριστιανικές αλήθειες.

Την λειτουργία των πιστών που διαρκεί από την στιγμή αμέσως μετά το τέλος της λειτουργίας των κατηχουμένων και μέχρι το τέλος. Την παακολουθούν μόνο οι πιστοί, δηλαδή οι βαπτισμένοι. Αυτοί έχουν προετοιμαστεί με τις προσευχές, τους ύμνους και τα ιερά αναγνώσματα που προηγήθηκαν, ομολογησαν την κοινή τους πίστη στον Τριαδικό Θεό και μπορούν να παραβρεθούν στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας οπότε, όσοι είναι πνευματικά έτοιμοι μπορούν να κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου.

Η θεία Λειτουργία μπορεί να γίνει και έξω από τον Ναό, σε κατασκηνώσεις, πλοία και άλλους χώρους, αρκεί να χρησιμοποιηθεί αντί για την Αγία Τράπεζα, το αντιμήνσιο. Ένα τετράγωνο ύφασμα,σε κάποια άκρη του οποίου έχουν τοποθετηθεί (με ράψιμο) λείψανα αγίων μαρτύρων, όπως λείψανα αγίων μαρτύρων έχουν τοποθετηθεί και στην Αγία Τράπεζα, σε όλους τους ναούς.

Απαραιτήτως πρέπει να υπάρχει ιερέας με τα άμφιά του, οι πιστοί και τα ιερά σκεύη. Δηλαδή μόνος του ο ιερέας δεν μπορεί να τελέσει μια θεία Λειτουργία.

Οι πιστοί προσφέρουν ζυμωμένο, στρογγυλό ψωμί με ειδική σφραγίδα στην επιφάνειά του και λίγο κόκκινο κρασί ή νάμα. Μαζί μ’ αυτά δίνουν τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων συγγενών τους, για να τα μνημονεύσει ο ιερέας στην προσκομιδή. Γι’ αυτό πρέπει να τα πηγαίνουμε από πολύ πρωί στον ναό. Η μνημόνευση των ονομάτων στην προσκομιδή είναι η μεγαλύτερη και ισχυρότερη προσευχή που μπορεί να γίνει επί της γής. Είναι η κορυφαία ελεημοσύνη γιατί κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο, όσο την προσευχή.

Όλοι μας έχουμε παρατηρήσει λίγο ή πολύ ότι η θεία Λειτουργία ξεκινά με την εκφώνηση: «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης (759-826) φαίνεται να είναι αυτός που εισάγει αυτό το κείμενο στην λατρεία αλλά και ότι είναι αυτός που καταγράφει την αναφορά – αναφώνησή του από ιερέα.

Οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν πολύ δυνατή μέσα τους αλλά και στην καθημερινή τους ζωή, την προσδοκία της ουράνιας βασιλείας. Αυτή την προσδοκία την έχουν πάντοτε και μέχρι σήμερα και έως της δευτέρας του Χριστού Παρουσίας, οι Χριστιανοί. Στο κατά Μάρκον διαβάζουμε: «Ήγγικεν η βασιλεία του Θεού» (α’, 14-15).

Η θεία Λειτουργία είναι, η μετά την ενανθρώπιση του Κυρίου χρονική περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας. Δεν είναι ο καιρός των προφητειών (Παλαιά Διαθήκη) αλλά ο καιρός της εκπλήρωσης των προφητειών.

Στην διάρκειά της λειτουργείται το μυστήριο της ενσάρκωσης του Κυρίου, του πάθους, της ταφής και της ανάστασής Του.

Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας αναφερόμενος στην εκφώνηση αυτή, παρατηρεί: Με την ενανθρώπιση του Χριστού, έμαθαν οι άνθρωποι ότι είναι τρία πρόσωπα ο Θεός. Όλα όσα γίνονται στην διάρκεια της θείας Λειτουργίας είναι μυσταγωγία της ενανθρωπήσεως. Έτσι λοιπόν, από το ξεκίνημά της, ο ιερέας πληροφορεί, ενημερώνει το ποίμνιο αλλά και καλεί την Αγία Τριάδα να είναι παρούσα στο μυστήριο.

Έτσι από την αρχή της ακολουθίας, δηλώνεται και ο προορισμός μας. Ο προορισμός της Εκκλησίας. Ο λόγος για τον οποίο μας δημιούργησε ο Θεός.

 

«Ευλογημένη η βασιλεία τον Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώ­νας  των αιώνων». Αμήν.

Δοξασμένη η βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του  Αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους   αιώνες. Αμήν.

Η θεία Λειτουργία αρχίζει μ’ έναν πολύ ιερό και μεγαλόπρεπο τρόπο. Αυτά τα λόγια, με τα οποία ο λειτουργός ιερέας μπροστά στην Αγία Τράπεζα, υψώνοντας το άγιο Ευαγγέλιο, αρχίζει τη θεία Λειτουργία, είναι μια λαμπρή είσοδος στην τελετή του αγίου Μυστηρίου και μια μεγαλόφωνη διακήρυξη της χριστιανικής πίστεως. Δύο αλήθειες και ιερές πραγματικότητες φαίνονται αμέσως σ’ αυτή την εκφώνηση· η βασιλεία του Θεού και η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Με την ίδια εκφώνηση και δοξολογία του τριαδικού Θεού αρχίζουν όλα τα θεία Μυστήρια, που παλαιά γίνονταν μέσα στη θεία Λειτουργία, δηλαδή το Βάπτισμα, το Χρίσμα, ο Γάμος και η Χειροτονία· η Χειροτονία και σήμερα γίνεται μέσα στη θεία Λειτουργία. Ο λόγος λοιπόν σήμερα, με όση μπορούμε περισσότερη απλότητα και συντομία, είναι για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος και για τη βασιλεία του Θεού.

Στο Απολυτίκιο της εορτής των Θεοφανείων με τα εξής λόγια η Εκκλησία ψάλλει για το μυστήριο της Αγίας Τριάδος· «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα, και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς εβεβαίου του λόγου το ασφαλές…». Δηλαδή όταν Κύριε, βαπτιζόσουν στον Ιορδάνη, τότε φανερώθηκε η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος· γιατί η φωνή του Πατέρα μαρτυρούσε για σένα και σε έλεγε αγαπητό του Υιό, και το Άγιο Πνεύμα σαν ένα περιστέρι βεβαίωνε την αλήθεια του λόγου. Στη θεία Βάπτιση λοιπόν του Ιησού Χριστού αποκαλύφθηκε στον κόσμο αισθητά, για να το δουν και να το ακούσουν οι άνθρωποι, η προσκύνηση και η αληθινή λατρεία του Θεού, που είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα.

Καθώς το Απολυτίκιο των Θεοφανείων δεν είναι αυθαίρετη έμπνευση του ιερού υμνογράφου, αλλά η ίδια η ευαγγελική διήγηση, που την βλέπουμε στα Ευαγγέλια του αγίου Ματθαίου και του αγίου Λουκά, έτσι και η διδασκαλία της Εκκλησίας για την προσκύνηση της Αγίας Τριάδος βγαίνει από την Αγία Γραφή, που είναι η αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Εκκλησία. Είναι αλήθεια, που ξεπερνάει τη νοητική δύναμη και αντίληψη του ανθρώπου, αλλά που σαν θεϊκή πραγματικότητα φαίνεται καθαρά στο λόγο του Θεού, που είναι θησαυρισμένος στην Αγία Γραφή.

Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η βάση της πίστεώς μας, καθώς διατυπώθηκε από τους Πατέρες της Εκκλησίας και κατοχυρώθηκε σε οικουμενικές Συνόδους. Η πίστη στα τρία πρόσωπα του αληθινού Θεού είναι από την αρχή η πίστη της Εκκλησίας, καθώς το βλέπουμε στο Ευαγγέλιο ύστερα από την ανάσταση, όταν ο Ιησούς Χριστός στέλνει τους Αποστόλους να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, τους λέει· «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Το θείο Βάπτισμα, η θύρα δηλαδή με την οποία μπαίναμε στην Εκκλησία, γινόταν από την αρχή και γίνεται μέχρι σήμερα στο όνομα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στο λόγο του στο άγιο Βάπτισμα, στον καθένα που βαπτίσθηκε λέει τα εξής, στα οποία φαίνεται η μεγάλη και πρωταρχική σημασία, που έχει στη χριστιανική πίστη η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. «Έτι πάσι και προ πάντων φύλασσέ μοι την καλήν παρακαταθήκην.,.την εις Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα ομολογίαν…». Δηλαδή· πάνω και πριν απ’ όλα φύλαγέ μου την άγια κληρονομιά… την πίστη στον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Η προσκύνηση της Αγίας Τριάδος είναι η ιερή και αγία κληρονομιά των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και η βάση της χριστιανικής μας πίστεως.

Στη θεία Γραφή λέγεται βασιλεία του Θεού η βασιλεία των ουρανών. Ο Άγγελος, όταν φέρνει το ουράνιο μήνυμα στην παρθένο Μαρία, συνδέει τη βασιλεία αυτή με το θείο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και λέει ότι θα είναι ατελεύτητη· «της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος». Ο Ιησούς Χριστός, αρχίζοντας το έργο του, κηρύττει τον ερχομό της βασιλείας των ουρανών· «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών». Έδωσε κάποτε σημάδια της βασιλείας των ουρανών και είπε· «Ει εγώ εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, έφθασεν άρα εφ’ υμάς η βασιλεία των ουρανών». Αυτό θα πει πως η βασιλεία των ουρανών είναι η κυριαρχία του Θεού επάνω στο πνεύμα της πλάνης, που βασιλεύει στον κόσμο. Είπε ακόμα ο Ιησούς Χριστός ότι «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτον», δηλαδή η βασιλεία του Θεού δεν έχει κοσμική προέλευση. Και είπε πάλι ότι «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι»· αυτό θα πει πως μέσα μας είναι η βασιλεία του Θεού.

Η βασιλεία λοιπόν των ουρανών ή η βασιλεία του Θεού, με τη δοξολόγηση της οποίας η Εκκλησία αρχίζει τη θεία Λειτουργία είναι κάτι άλλο παρά κάποιο από τα εγκόσμια καθεστώτα. Αλλά εδώ τώρα πρέπει να προσέξουμε λίγο περισσότερο. Πρέπει να ξεκινήσουμε από τη θεία πραγματικότητα, ότι ο ένας Θεός είναι η κοινωνία των τριών προσώπων, του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η κοινωνία της Αγίας Τριάδος παίρνει μαζί της και τον άνθρωπο, γιατί ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα» του Θεού, δηλαδή είναι και ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως ο Θεός. Όταν λέμε πρόσωπο εννοούμε πως ο Θεός κι ο άνθρωπος, σαν πρόσωπα, έχουν συνείδηση του εαυτού τους και δική τους θέληση· η συνείδηση και η θέληση είναι το πρόσωπο. Αυτό όμως με άλλα λόγια είναι η ελευθερία, γιατί ελευθερία θα πει συνείδηση και θέληση των προσώπων.

Ποιά είναι λοιπόν και τί είναι η βασιλεία του Θεού; Είναι η ασύγχυτη ενότητα και κοινωνία των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, και σε προέκταση η κοινωνία των ανθρώπων, κι αυτών σαν προσώπων. Μόνο τα πρόσωπα, σαν ελεύθερες υπάρξεις, μπορούν να κάνουν κοινωνία, γιατί αυτό που λέμε κοινωνία δεν είναι ένα τεχνητό άθροισμα ατόμων, αλλά μια ελεύθερη σχέση και ενότητα προσώπων. Αυτά τα πρόσωπα είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ο ένας Θεός στον ουρανό και οι άνθρωποι στη γη. Εδώ πρέπει να προσθέσουμε και τους αγγέλους, γιατί και οι άγγελοι είναι πνευματικές προσωπικές υπάρξεις. Η  κοινωνία λοιπόν του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, του Θεού, των ανθρώπων και των αγγέλων είναι η βασιλεία του Θεού. Όχι ένα οποιοδήποτε καθεστώς πολιτικού και εγκοσμιοκρατικού τύπου, αλλά μια ελεύθερη κοινωνία προσώπων. Αυτή είναι η Εκκλησία· η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Όταν λέμε ευχαριστιακή σύναξη, εννοούμε τη σύναξη που κάνει η Εκκλησία, για να τελέσει το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Το «Ευλογημένη η βασιλεία…» καταλήγει στο «Αμήν». Αλλά και όλες οι εκφωνήσεις, που γίνονται από το λειτουργό ιερέα, στο «Αμήν» καταλήγουν. Γενικά δε οι εκφωνήσεις, καθώς θα δούμε στη συνέχεια της θείας Λειτουργίας είναι μια δοξολογία της Αγίας Τριάδος. Το «Αμήν» είναι λέξη εβραϊκή, που πέρασε στη λατρεία της Εκκλησίας. Λέγεται πάντα από το λαό και έχει μια διπλή σημασία· ο λαός απαντά στην εκφώνηση και ή επιβεβαιώνει πως αυτό που κάθε φορά λέει ο ιερέας είναι ένα πραγματικό γεγονός ή εύχεται να γίνει πραγματικό. Φαίνεται εδώ αμέσως από την αρχή η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας και ότι η θεία Λειτουργία είναι κοινό έργο του κλήρου και του λαού. Η σύναξη των πιστών, για να τελέσουν τη θεία Λειτουργία, εκφράζει την Εκκλησία. Δεν συναγόμαστε δηλαδή στο ναό για να προσευχηθούμε ατομικά, αλλά για να εκφράσουμε το μυστήριο της Εκκλησίας. Στην αρχαία εποχή όλοι που ήσαν μέσα στο ναό αντιφωνούσαν το «Αμήν», και ήταν σαν και να ακουγόταν βροντή από τον ουρανό. Ένας εξηγητής της θείας Λειτουργίας λέει το εξής· «Οι πιστοί πάντες το Αμήν επιλέγουσι και τούτο το ρήμα βοήσαντες οικειούνται πάσας τας του ιερέως φωνάς». Δηλαδή· όλοι οι πιστοί στην εκφώνηση του ιερέα αποκρίνονται το «Αμήν», κι αυτό θέλει να πει πως έτσι δέχονται και κάνουν δικό τους ό,τι λέει ο ιερέας. Η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας είναι η βασιλεία του τριαδικού Θεού, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…». Αμήν.

(Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)

Όταν εκκλησιαζόμασε είναι καλό να προσέχουμε ώστε να μην ενοχλούμε τους άλλους αλλά και με την συμπεριφορά μας να γινόμαστε παράδειγμα προς μίμηση αλλά και «έλεγχος» για όσους δεν γνωρίζουν ή είναι απρόσεκτοι:

 

α. Μπαίνουμε στην Εκκλησία αθόρυβα.

 

β. Προσκυνούμε και ασπαζόμασε τις άγιες εικόνες με ευλάβεια.

 

γ. Δεν στεκόμαστε στην είσοδο της Εκκλησίας και γενικά δεν εμποδίζουμε τους άλλους που έρχονται.

 

δ. Μένουμε όρθιοι, ακίνητοι και σιωπηλοί και προσευχόμαστε διακριτικά ώστε να μην γινόμαστε αντιληπτοί από τους υπόλοιπους.

 

ε. Το να μιλάμε μέσα στην Εκκλησία είναι ασέβεια εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Αμαρτία που δεν συγχωρείται όπως είπε ο ίδιος ο Κύριός μας.

 

στ. Πρέπει να είμαστε όρθιοι στα εξής σημεία:

– Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού ….

– Σοφία Ορθοί…

– Ευαγγέλιο

– Χερουβικό

– στο «Πιστεύω»

– από το «λάβετε, φάγετε…» μέχρι το τέλος του «Άξιον Εστί»

– στο «Πάτερ ημών»

– Τα άγια τοις αγίοις…

«Μετά φόβου Θεού … » και ως που να μεταλάβουν άπαντες

– στην απόλυση

 

Τις Κυριακές δεν γονατίζουμε στο σημείο «τα σα εκ των σων, σοι προσφέρομεν …».

Επίσης στην θεία Κοινωνία στεκόμαστε σε απόσταση ο ένας από τον άλλον, σιωπηλοί, σκυφτοί και στην σειρά. Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε οι μεγαλύτεροι ότι πρέπει να δίνουμε το καλό παράδειγμα σε όλους αλλά ιδιαίτερα στους νεώτερους. Ας μην βιαζόμαστε, ας μην σπρώχνουμε.

 

Προσοχή όμως.

Ακόμη και όταν τελειώσει η Θεία Λειτουργία πρέπει να είμαστε το ίδιο ευλαβικοί και προσεκτικοί. Είμαστε ακόμη μέσα στον οίκο του Θεού.Επίσης οι πατέρες λένε ότι μετά την απόλυση είναι καλό να καθόμαστε όσο γίνεται περισσότερο μέσα στον ναό. Πολύ περισσότερο όταν έχουμε μεταλάβει το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας. Ούτε και να πηγαίνουμε σε καφετέριες ή σε άλλα σπίτια μετά τον εκκλησιασμό μας αλλά κατ’ ευθείαν στο σπίτι μας.

 

 

 

 

Μέσα στη θεία λειτουργία είναι κρυμμένη όλη η δύναμη του Θεού για την ανάπλαση του κόσμου. Οι θεολόγοι λένε πως είναι «ανακεφαλαίωση της θείας οικονομίας», του σωτηρίου δηλαδή για τον άνθρωπο και για τον κόσμο έργου του Θεού.

Και πράγματι είναι. Όχι μόνο γιατί είναι ανάμνηση του Χριστού, ανάμνηση που αισθητοποιείται σε λόγια με την αφήγηση του βίου, της πολιτείας του σταυρού, της αναστάσεως, της εις ουρανούς ανόδου, της δευτέρας παρουσίας και της διδασκαλίας Του. Ή που εικονίζεται με πράξεις-σύμβολα τον άρτο, τον οίνο, την προσφορά, τις εισόδους, τις ευλογίες, ακόμη και με τις εικόνες, τα άμφια, τα σκεύη, τα φώτα, το θυμίαμα και τα όμοια. Δεν είναι μ’ άλλα λόγια μόνο το θέαμα ή ακρόαμα, μια ευλαβής δηλαδή αναπαράσταση ή μιά ψυχωφελής διδασκαλία. Αυτά είναι η αφετηρία, το φαινόμενο ή ο ακουόμενο, αν θέλετε το κάλυμμα και το αισθητό μέρος όλης αυτής της υποθέσεως που λέγεται λειτουργία. Είναι το κέλυφος. Αυτό δημιούργησε στα μάτια πολλών χριστιανών και μή χριστιανών μια φοβεή παρεξήγηση – παράλληλη μ’ εκείνη της σωματικής παρουσίας του Χριστού στον κόσμο ( κι αυτό δείχνει ακριβώς πόσο πέτυχε η Εκκλησία επιδιώκοντας με τη θεία λειτουργία να την ανακεφαλαιώση, να την εικονίσει). Τότε η παρεξήγηση ήταν τόσο μεγάλη, που οι άνθρωποι δεν γνώρισαν στο πρόσωπο του Χριστού τον ενανθρωπίσαντα Θεό, τόσο που τον θανάτωσαν’ «ει γαρ και έγνωσαν, ουκ αν τον Κύριον της δόξης εσταύρωσαν» (Α’ Κορινθ. β’ 8).

Εδώ στη θεία λειτουργία, χριστιανοί και μή είδαν πολλές φορές κάτι το ασθενές, κάτι χωρίς σημασία, το ασήμαντο.Οι χριστιανοί νόμισαν την εκπλήρωση των «λειτουργικών τους καθηκόντων» σαν μια λεπτομέρεια της πνευματικής τους ζωής ή και σαν μια ευκαιρία ανωδύνου θρησκευτικότητας. Με μια ώρα ανελλιπούς «εκκλησιασμού» το πρωί της Κυριακής είμαστε καλοί χριστιανοί και τα έχουμε καλά με το Θεό και τη συνείδησή μα. Πλανήθηκαν. Περισσότερο όμως πλανήθηκαν οι στρατευόμενοι εχθροί της χριστιανικής πίστεως. Αφήνοντας ελεύθερη την άσκηση των λειτουργικών καθηκόντων των χριστιανών στους ναούς, σαν ένα ακίνδυνο για το σύνολο στοιχείο, έτσι για να εκτονώνονται ψάλλοντας οι χριστιανοί και να μη τους δημιουργούν προβλήματα, τους άφησαν το παν. Άφησαν ανενόχλητη στην εσωτάτη ύπαρξή της τη ζωή του μυστικού σώματο του Χριστού, τον ανεφοδιασμό, την παραμυθία του, την αύξησή του. Το έδειξε η επιβίωσή του κατά την τουρκοκρατία και οι νεώτερες εμπειρίες σε αθεϊστικά καθεστώτα.

Και τούτο, γιατί η θεία λειτουργία δεν είναι μόνο, όπως είπαμε, η ανακεφαλαίωση του έργου του Χριστού, η υπόμνηση διδαχής Του, η ανάμνησή Του με λόγια και πράξεις. Είναι η λιδια η ζωή Του και η πραγματική Του παρουσία μέσα στο σώμα Του, την Εκκλησία. Είναι η αδιάλειπτα μυστηριακά – και μυστικά αόρατη δηλαδή και αψηλάφητη από τις αισθήσεις μας, η κεκρυμμένη από τους αμυήτους – ανανέωση της σαρκώσεως και της ενανθρωπήσεώς Του και η σύγκραση και θέωση της προσωπικής δικής μας ανθρωπότητας με τη δική Του θεωμένη σάρκα διά της κοινωνίας. Η εξατομίκευση μ’ άλλα λόγια και η «υλοποίηση» που λέμε εύκαιρα-άκαιρα μ’ ένα σύγχρονο όρο, του όλου μυστηρίου του Χριστού και της εν Χριστώ σωτηρίας μας.

Είναι χαρακτηριστικό πως ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρέδωσε το μυστήριο της θείας ευχαριστίας στους μαθητές, στην Εκκλησία, «τη νυκτί παρεδίδοτο, μάλλον δε εαυτόν παρεδίδου υπέρ της του κόσμου ζωής» ( Α’ Κορινθ. ια’ 23. Λειτουργία Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ευχή της αναφοράς ). Λίγες ώρες πριν τον θάνατό Του, τον κατ’ άνθρωπον πλήρη και ανεπίστρεπτο χωρισμό. Λίγες στιγμές αν θέλετε, πριν πεί το «εγείρεσθε άγωμεν εντεύθεν» (Ιωάννου ιδ’ 31). Όσο ήταν σωματικά παρών μέσα στον κόσμο, στους αποστόλους, στην Εκκλησία Του, αυτή δεν είχε ανάγκη από την ευχαριστιακή μαζί Του κοινωνία. Τον έβλεπε, Τον άκουε, Τον ψηλαφούσε, ερχόταν μαζί της σε άμεση κοινωνία «σαρκός και αίματος» (Α’ Ιωάν. α’ 1 και Εβρ. β’ 14). Γι’ αυτό ο Χριστός μιλούσε μόνο για τον μελλοντικό άρτο του ουρανού, το μάνα, το αίμα, την σάρκα του υιού του ανθρώπου, που θα έδινα τροφή κι ζωή στον κόσμο (Ιωαν. στ’ 31-58). Από τον μυστικό Δείπνο και πέρα, προσφέρων και προσφεόμενος, προσδεχόμενος και διαδιδόμενος, αγιάζων και αγιαζόμενος έγινε ο ίδιος ( ευχή χειρουβικού που απαγγέλλει ο Ιερέας κατά την διάκεια του χερουβικού ύμνου) ορατά μεν μέχρι την ανάληψη, αόρατα δε μέχρι την δυτέρα παρουσία, πραγματοποιώντας έτσι την αποχαιρετηστήρια φράση Του στους μαθητές «και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Και είναι και θα είναι μεθ’ ημών εις τον αιώνα, σχολιάζουν οι πατέρες, διά της λειτουργίας – διά της κοινωνίας. «πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων» (Γερμανού, Ιστορία εκκλησιαστική και μυστική θεωρία. Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος…, κεφ. 99. Ερμηνεία …ρ’ ).

Δοσμένη λοιπόν η ευχαριστία από τον Κύριο και δομημένη εν Αγίω Πνεύματι η θεία λειτουργία από τους αγίους πατέρες για να διαιωνίζει την παρουσία και να ανανεώνει την λυτρωτική σύγκραση του πιστού, του ανθρώπου και του κόσμου όλου με την αγάπη του Θεού, το επαναλαμβάνει σε κάθε τόπο και σε κάθε χρόνο «κατά πάντα και δια πάντα». Γιατί αυτό ακριβώς απαιτεί η αναγκαιότητα της τρεπτήςφύσεως και το παροδικό σχήμα του κόσμου τούτου, «μέχρι της συνελείας του αιώνος». Αγιάζει και ξανααγιάζει κάθε τόπο και γωνία της γής εκχύνοντας διαρκώς το αίμα του Χριστού, κερδίζοντας και ξανακερδίζοντας έδαφος από τον κοσμοκράτορα του αιώνα τούτου. Τρέφει και ξανατρέφει καθημερινά τον πιστό με την σάρκα του Θεού, γιατί διαρκώς χάνει δυνάμεις στον αγώνα και στην τριβή με την αναγκαιότητα της φθαρτής αυτής ζωής. Ετοιμάζει τράπεζαν ενώπιόν του «εξ’ εναντίας των θλιβόντων» αυτόν (ψαλμ. κβ’ 5). Και τούτο γιατί αυτό είναι το νόημα και ο σκοπός της λειτουργίας και της κοινωνίας. Όχι το κλείσιμο στον εαυτό μας, όχι η επανάπαυση στη σωτηρία του ατόμου μας, αλλά στην έξοδό μας προς τον κόσμο του Θεού για τη μεταφορά προς αυτόν του μηνύματος τηω σωτηρίας και της εν Χριστώ απολυτρώσεως. Στόχος της λειτουργίας είναι ο κόσμος όλος και η ανάκραση και αναζύμωσή του με το αίμα και τη νέα ζύμη της σάρκας του Χριστού, η Χριστοποίησή του, η εν αγίω Πνεύματι επανένωσή του με τον Θεό Πατέρα.

Μ’ αυτή την έννοια και γι’ αυτό το σκοπό σπέρνεται καθημερινά και σε κάθε τόπο το σπέρμα της αθανασίας δια της κοινωνίας, μέχρις ότου βλαστήσει ο σπόρος του Θεού στις καρδιές όλων των ανθρώπων. Κι έτσι με την ελπίδα στον Θεό, προχωρεί η εκκλησία προς το έσχατο τέλος του κόσμου με εγκαρτέρηση και αισιοδοξία, παρ’ όλες τις φυσικές και σατανικές αντιξοότητες. Προσπαθεί να φθάσει και να επιτύχει το όραμα της άνω Ιερουσαλήμ, που είναι η μητέρα και πατρίδα όλων μας. Η ζωή όλων των πιστών είναι μια διαρκής λειτουργία, μέσα και έξω από το χώρο και το χρόνο της λατρείας, και η ζωή όλων των παιδιών του Θεού, όλων των ανθρώπων, να γίνει μια διαρκής λειτουργία κι όλος ο κόσμος να μεταμορφωθεί δια της ακοίμητης αυτής λειτουργίας, σ’ έναν θεοπρεπή ναό, όπου ο Θεός κατοικεί και εμπεριπατεί (Β’ Κορινθ. στ’ 16). Όπου «τα πάντα εν πάσι» Θεός (Α’ Κορινθ. ιε’ 28).

Ποιό άλλο μπορεί να είναι το όραμα των αληθινά και με ελεύθερη επιλογή νέων χριστιανών, που γέννησε η εποχή μας; Η πραγμάτωση ενός γνησίου τύπου ευχαριστιακού χριστιανού στον εαυτό τους και ενός ευχαριστιακού, λειτουργημένου και λειτουργούντος κατά το θέλημα του Θεού κόσμου.

 

 

*******************

( Απόσπασμα από την ομιλία του κ. Ιωάννου Μ. Φουντούλη με θέμα Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ, που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του «Λειτουργικά Θέματα», Θεσσαλονίκη 1987, τόμος Η’, σελ. 84-88)