Archive for the ‘Αιρέσεις’ Category

Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νά… μολυνθῶμεν, οὔτε μνημονεύοντες τοὖ Πατριάρχου (ἐφ’ ὅσον ἀκόμη δὲν κατεδικάσθη), οὔτε, πολλῶ μᾶλλον, δεχόμενοι εἰς κοινωνίαν τοὺς μνημονεύοντας αὐτοὖ. Τὰ ἀντιθέτως λεγόμενα εἶνε ἀνόητοι «ζηλωτισμοί».

(Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος)

Ἡ ὀνομαζόμενη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος» τῆς Ὀρθοδοξίας συνεκλήθη καὶ συνεδρίασε στὴν Κρήτη τὴν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016).

Δύο μῆνες μετά, κρίνοντας μὲ νηφαλιότητα τὸ ὅλο ἐγχείρημα, μποροῦμε νὰ καταλήξουμε στὶς ἑξῆς παρατηρήσεις γιὰ τὴν ἀμφιλεγόμενη «Σύνοδο»:

>1. ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ;

Ἕνα πρῶτο ἐρώτημα ἀφορᾶ στὴν ἴ­δια τὴ φύση τῆς Συνόδου: Ἦταν πράγματι Σύνοδος; Τὸ ἐρώτημα εἶναι καίριο. Διότι κατὰ τὴ σύγκλησή της καὶ τὶς ἐργασίες της, μὲ τὴν καθιέρωση νὰ ψηφίζουν μόνο οἱ Προκαθήμενοι καταλύθηκε οὐσιαστικὰ ἡ ἔννοια τῆς συνοδικότητας. Ἦταν περισσότερο, ὅπως παρετήρησε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς ἐπισκοπῆς Μπάτσκας τοῦ Πατριαρχείου τῆς Σερβίας Εἰρηναῖος (Μπούλοβιτς), μιὰ «Σύναξις Προκαθημένων», ἡ ὁποία μάλιστα «ἐνεργεῖ ἐμπράκτως ὡς συλλογικός τις πάπας».

Τὴν προβληματικότητα τὴν ἀναγνώρισαν καὶ ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῆς «Συνόδου». Ἔτσι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας στὴν ὁμιλία του κατὰ τὴν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς «Συνόδου», ἀπαντώντας στοὺς ἐπικριτές της, εἶπε ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ «ἰδιαιτερότητα… δὲν εἶναι ἕνα ἀκριβὲς ἀντίγραφο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων… εἶναι κάτι ἰδιαίτερο».

Πιὸ ξεκάθαρα ὁ καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης κ. Χρυσόστομος Σταμούλης, ἀναφερόμενος στὶς καινοτομίες της, τὴ λεγόμενη «ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας» καὶ τὴν καθιέρωση τῆς «μίας ψήφου ἀνὰ Ἐκκλησία», εἶπε πρὶν τὴ σύγκλησή της τὰ ἑξῆς: «Ὄντως, ἡ συγκεκριμένη διαδικασία εἶναι ἀμάρτυρη ἐντὸς τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀγνοεῖται τὸ ἱστορικὸ κεκτημένο ποὺ θέλει τὸν κάθε ἐπίσκοπο νὰ ἔχει μία ψῆφο. Ὄντως φαίνεται νὰ ἀντικαθίσταται ὁ ἐπίσκοπος ἀπὸ τὸν πρῶτο καὶ νὰ ὑποχωρεῖ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου γιὰ χάρη τοῦ καθόλου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας. Νὰ χάνεται στ᾿ ἀλήθεια ‘‘ἡ ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ’’. Ἢ, ἀκόμη πιὸ σκληρά, ἡ υἱοθέτηση τῆς μίας ψήφου νὰ ἀποτελεῖ τὸν «θρίαμβο τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ τύπου τῶν ‘‘συμβάσεων’’». Καὶ δὲν χωράει καμία ἀμφιβολία πὼς σὲ ὅ­λα τὰ παραπάνω θὰ μπορούσαμε νὰ προσθέσουμε καὶ ἄλλα. Νὰ ποῦμε γιὰ παράδειγμα ὅτι μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ὁμοφωνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μίας ψήφου ἡτ­τᾶται ἡ Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, βιάζεται ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖται ἡ ἴδια ἡ ζωή».

Ὁ κ. Σταμούλης ὅμως σωστὰ ἐπισημαίνει καὶ ἕνα ἀκόμη σημεῖο ἐξίσου προβληματικό: Τὸ ὅτι ἡ «Σύνοδος», ἔτσι ὅπως προετοιμάστηκε, ἦταν ἀποκομμένη ἀπὸ τὸν λαό. Εἶπε: «Ἐὰν διαπιστώνεται, λοιπόν, ἕνα ἔλλειμμα, αὐτὸ βρίσκεται στὴν ἐνημέρωση τῆς βάσης, στὴν ἐνημέρωση τῶν λαϊκῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν κληρικῶν, τόσο τῶν δύο πρώτων βαθμίδων, ὅσο καὶ τῶν ἐπισκόπων τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Φαίνεται ἔτσι νὰ λησμονεῖται ἢ νὰ παραθεωρεῖται πὼς ‘‘ἡ Σύνοδος δὲν συνέρχεται γιὰ τὸν ἑαυτό της· συνέρχεται γιὰ ὅλο τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο’’, καθὼς «“εἶναι ἐκ τοῦ σώματος”, “ἐν τῷ σώματι”, “διὰ τὸ σῶμα”». Ὡς ἐκ τούτου, οἱ ἐνστάσεις οἱ ὁποῖες καὶ ἐδῶ διατυπώθηκαν ἀπὸ μέλη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας δὲν εἶναι χωρὶς ἔρεισμα». [Βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, «Ἡ λειτουργία τῆς ὁμοφωνίας καὶ ἡ ποιητικὴ τῆς ἑνότητας». Εἰσήγηση στὸ Συνέδριο «Πρὸς τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο» (3-5 Δεκεμβρίου 2015)].

Ἂν λοιπὸν ἡ «Σύνοδος» εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἀποτελεῖ ἁπλὴ σύμβαση ἀτομοκεντρικοῦ τύπου, ἂν καταστρέφει τὴν Ἐκκλησιολογία τῆς συνοδικότητας, ἂν βιάζει τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ περιθωριοποιεῖ τὴ ζωή, μποροῦμε νὰ τὴ θεωροῦμε πραγματικὴ Σύνοδο;

2. ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΗ;

Ἂς ἔρθουμε σὲ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα. Ἡ «Σύνοδος» ὀνομάστηκε Μεγάλη. Ἦ­ταν ὅμως; Βέβαια ἔτσι συγκλήθηκε, ἀλλὰ δὲν κατάφερε νὰ γίνει πραγματικὰ Μεγάλη, διότι κατ᾿ αὐτὴν ἡ Ὀρθοδοξία ἐμφανίστηκε διχασμένη. Ὁ διχασμὸς ἔγινε φανερὸς πρωτίστως κατὰ τὴ σύγ­κλησή της, ὁπότε τέσσερις ἀπὸ τὶς δεκατέσσερις Ἐκκλησίες ἀρνήθηκαν νὰ μετάσχουν. Ἔγινε ὅμως φανερὸς καὶ κατὰ τὶς συνεδριάσεις της, ὅπου καὶ σὲ ἄλλα, κυρίως ὅμως στὸ σημαντικότερο θέμα της, αὐτὸ τῆς σχέσεως τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο, ἐκδηλώθηκαν ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ ὑπογράψουν τὸ τελικὸ κείμενο.
Ἡ ἀδυναμία τῆς Συνόδου νὰ παρουσιάσει ἑνωμένη τὴν Ὀρθοδοξία ἑρμηνεύεται ἀπὸ πολλοὺς ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὰ εἰς βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐξυφαινόμενα σχέδια ἐπεκτάσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας, ποὺ κατατρύχεται, ὡς γνωστό, ἀπὸ τὸ ἀντιπαραδοσιακὸ σύνδρομο τῆς «Τρίτης Ρώμης», ὅπως ἀρέσκεται νὰ αὐτοαποκαλεῖται.
Ἀκόμη ὅμως κι ἂν γίνει δεκτὸ ὅτι σκοπιμότητες γεωπολιτικῶν παιχνιδιῶν ἐξουσίας ὤθησαν τὶς τέσσερις Ἐκκλησίες νὰ ἀπόσχουν – κάτι ποὺ οἱ ἴδιες ἀρνοῦνται κατηγορηματικά –, αὐτὴ ἡ ἀπουσία στερεῖ ἀπὸ τὴ «Σύνοδο» τὴν προσωνυμία «Μεγάλη» καὶ τὸν πανορθόδοξο χαρακτήρα. Μάλιστα πολὺ περισσότερο ποὺ οἱ ἀποῦσες Ἐκκλησίες ποιμαίνουν πάνω ἀπὸ τὸ μισὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο τῆς γῆς.

Τοὺς πραγματικοὺς βέβαια λόγους τῆς ἀπουσίας τῶν τεσσάρων Ἐκκλησιῶν τοὺς γνωρίζει καὶ θὰ τοὺς κρίνει ὁ Θεός. Θεολογικῶς ὅμως ὀφείλουμε κάτω ἀπὸ τὰ ἐπιφαινόμενα νὰ δοῦμε τὴν ἀλήθεια.

Καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ ἁπλὴ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ «Σύνοδος» δὲν εἶχε πανορθόδοξο χαρακτήρα, κι αὐτὸ καθιστᾶ τὶς ὅποιες ἀποφάσεις της περιορισμένης ἐμβέλειας καὶ σημασίας.

3. ΗΤΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ;

Τὸ σημαντικότερο βέβαια ἐρώτημα εἶναι τὸ ἂν ἡ «Σύνοδος» ἦταν Ὀρθόδοξη. Καίριο πράγματι ἐρώτημα, δεδομένου ὅτι κεντρικότατη ἐπιδίωξη σ᾿ αὐτὴ τὴ «Σύνοδο» ὑπῆρξε ἡ προσπάθεια κάποιων νὰ περιορίσουν τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδοξίας ὡς τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς θὰ γινόταν μὲ τὴν ἔγκριση τῆς προτάσεως νὰ ἀναγνωριστοῦν ὡς Ἐκκλησίες οἱ ἑτερόδοξες Χριστιανικὲς ὁμολογίες, δηλαδὴ οἱ μονοφυσιτίζουσες ὁμάδες τῆς Ἀνατολῆς καὶ οἱ αἱρετικὲς ἐκτροπὲς τῆς Δύσεως: ὁ Παπισμὸς καὶ ὁ Προτεσταν­τισμός.

Ἡ ἀναγνώριση ἀπορρίφθηκε, χάρη κυ­­ρίως στὴ σθεναρὴ ἀντίσταση τῆς Ἐκ­κλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τελικὴ ἀπόφαση μὲ τροπολογία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλ­λάδος, προϊὸν συμβιβασμοῦ τῶν ἀν­τίθετων ἀντιλήψεων, δὲν δέχεται ὕ­παρξη ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ μόνο «ἀ­ποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν τῶν μὴ εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν».
Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀ­θηνῶν κ. Ἱερώνυμος, παρουσιάζοντας τὴ συμβιβαστικὴ πρόταση δήλωσε τὰ ἑξῆς: «Μὲ τὴν τροπολογία αὐτὴ πετυχαίνουμε μία Συνοδικὴ ἀπόφαση, ποὺ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία περιορίζει τὸ ἱστορικὸ πλαίσιο τῶν σχέσεων πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους ὄχι στὴν ὕπαρξη, ἀλλὰ μόνο στὴν ἱστορικὴ ὀνομασία αὐτῶν ὡς ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκ­­κλησιῶν ἢ Ὁμολογιῶν. Οἱ ἐκκλησιολογικὲς συνέπειες τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς εἶναι αὐτονόητες. Ὄχι μόνο δὲν ἐπηρεάζουν ἀρνητικῶς μὲ ὁποιονδήποτε τρό­πο τὴ μακραίωνη Ὀρθόδοξη παράδοση, ἀλλ’ ἀντιθέτως προστατεύεται μὲ πολὺ σαφὴ τρόπο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σιολογία».

Ἂν καὶ ἀπὸ πολλοὺς θεωρεῖται ἀπαράδεκτη ἀκόμη καὶ ἡ συμβιβαστικὴ αὐτὴ ἀπόφαση, ἐντούτοις παραμένει ἀναμφίβολο ὅτι ἡ σκληρὴ οἰκουμενιστικὴ πρόθεση νὰ ἀναγνωριστοῦν οἱ ἑτερόδοξες ὁμάδες ὡς ἐκκλησίες ἀποφεύχθηκε.

Βέβαια τὸ ὅλο κείμενο γιὰ τὴ σχέση τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὸν ὑπόλοιπο Χριστιανικὸ κόσμο στὶς ἑπόμενες παραγράφους του εἶναι ὀρθοδόξως ἀπαράδεκτο. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῆς ἐκτροπῆς του εἶναι τὸ ὅτι γιὰ τοὺς διεξαγόμενους διαλόγους προβλέπει ὅτι «ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινὸς θεολογικῆς διαφορᾶς, ὁ θεολογικὸς διάλογος δύναται νὰ συνεχίζηται».

Ἔχουμε καὶ ἄλλοτε τονίσει ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο, διότι ὁδηγεῖ σὲ ἀτέλειωτο διάλογο καὶ συνεπῶς σὲ ἕνωση στὴν πράξη, ὅπως καθόριζε ἡ τακτικὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «νὰ κλείσουμε τοὺς θεο­λόγους σὲ ἕνα νησὶ γιὰ νὰ συζητοῦν συνεχῶς καὶ ἐμεῖς νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὴν ἀγάπη».

Τὸ κείμενο ἀναμειγνύει τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια μὲ οἰκουμενιστικὲς ἀντιλήψεις καὶ ἐγκωμιαστικὲς ἀναφορὲς στὴ λεγόμενη «οἰκουμενικὴ κίνηση» καὶ τὸ «Παγ­κόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν». «Εἶναι ἄμικτον μεῖγμα τῶν καθαρῶς Ὀρθοδόξων θέσεων καὶ τῶν ‘‘οἰκουμενικοῦ’’ ἤθους καὶ ὕφους ὡραιολογιῶν» καὶ «εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῆς ἀρνήσεως τῶν τεσσάρων Ὀρθοδόξων Πατριαρχείων νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν Σύνοδον» (Ἐπίσκοπος Μπάτσκας Εἰρηναῖος).

Τὰ ἴδια τόνισε σὲ σχετικὴ κριτική του ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: «Τὸ ὅλο κείμενο εἶναι ἐλλειμματικὸ καὶ ἀντιφατικὸ ὡς πρὸς τὴν Ἐκκλησιολογία του, γιατὶ δὲν προσδιορίζει ποιὸς μετέχει καὶ ποιὸς δὲν μετέχει στὴν Ἐκκλησία, τί εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπεκόπησαν ἀπὸ τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, καὶ ποιὰ εἶναι τὰ ὅρια μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ αἱρέσεως». Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο ὁ ἴδιος ἀρνήθηκε νὰ τὸ ὑπογράψει.

Τὸ διάτρητο θεολογικῶς αὐτὸ κείμενο καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐπίσκοποι ἀρνήθηκαν νὰ τὸ ὑπογράψουν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ ὑποτιμητικὸ τοῦ ἐπισκοπικοῦ κύρους ἀτόπημα νὰ ὑπογράφουν ἀ.α. (ἀντ᾿ αὐτῶν) οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν τους, ἐνῶ οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ ἦταν παρόντες καὶ ἠρνοῦντο νὰ ὑπογράψουν. Αὐτὴ ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ θλιβερὲς στιγμὲς τῆς «Συνόδου».
Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι σὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς προετοιμασίας καὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς «Συνόδου» ἐπικράτησε ἀπίστευτη σύγχυση. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ σύγχυση ἔνδειξη ἀπουσίας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος;

4. Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Ἀπὸ τὴν ὅλη αὐτὴ ἱστορία προῆλθε καὶ μιὰ ἐπιτυχία: Ἡ ἀποτυχία πανορθόδοξης ἐπιβολῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς τακτικῆς στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πρὶν τὴ «Σύνοδο», ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελοῦσε καίρια ἐπιδίωξη πολλῶν ἦταν αὐτὴ ἡ ἐπιβολή. Οἱ οἰκουμενιστὲς λογάριαζαν πὼς θὰ πετύχαιναν νὰ ἐπιβάλουν στὴν Ὀρθοδοξία τὴν Ἀθηναγόρεια ἐκτροπὴ μὲ πανορθόδοξη συνοδικὴ ἀπόφαση. Τὸ εἶχαν βέβαιο καὶ μάλιστα ἀπειλοῦσαν μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοὺς ἀντιτιθέμενους σ᾿ αὐτὸ πιστούς (Βλ. π.χ. ἄρθρο τοῦ καθηγητοῦ Πέτρου Βασιλειάδη στὸ «ΑΜΕΝ» μὲ τὸν τίτλο: «Ἡ διακονία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία»).
Ὅμως ἡ ἀπόφαση τῶν τεσσάρων Ἐκ­κλησιῶν νὰ μὴ μετάσχουν στὴ «Σύνοδο», ἡ ἀντίσταση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἄρνηση τόσων ἐπισκόπων νὰ ὑπογράψουν τὸ ἀπαράδεκτο ἄρθρο 6 κλόνισαν τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ ματαίωσαν τὴν ἐπιχείρηση πανορθόδοξης ἐπιβολῆς του στὴν Ἐκκλησία.
Ἡ δεινὴ αὐτὴ ἦττα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ εἶναι τὸ μεγαλύτερο κέρδος πού, ἂν καὶ ἀθέλητα, ἄφησε πίσω της ἡ «Σύνοδος».

5. ΑΝ ΗΤΑΝ ΣΥΝΟΔΟΣ

Ἂν ἦταν Σύνοδος πραγματικὰ Ὀρθόδοξη, θὰ εἶχε ἀναπαύσει τὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν. Ἄλλα περιμέναμε οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὴ «Μεγάλη Σύνοδο». Περιμέναμε νὰ ὁμολογήσει μὲ κρυστάλλινη διαύγεια τὴν Ὀρθόδοξη ἀλήθεια. Χωρὶς μισόλογα, ἀμφιλεγόμενες διατυπώσεις καὶ προσπάθεια πλάγιας νομιμοποιήσεως τῆς οἰκουμενιστικῆς πλάνης.
Περιμέναμε νὰ ὑποδείξει μὲ ἀληθι­νὴ «ἐν Χριστῷ» ἀγάπη στοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας πλανεμένους «Χριστιανοὺς» ὅτι ὁ μόνος ἀσφαλὴς δρόμος σωτηρίας εἶναι ἡ ἐπιστροφή τους στὴν Ὀρθοδοξία, τὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Περιμέναμε νὰ καταδικάσει τὶς φρικτὲς ἐκτροπὲς τοῦ Παπισμοῦ καὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Νὰ χρησιμοποιήσει καὶ πάλι τὴν ἀτρόμητη καὶ ἀληθινὴ γλώσσα τῆς ἀπαντήσεως τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τοῦ ἔτους 1848 πρὸς τὸν Πάπα Πίο τὸν Θ΄. Νὰ ἐπαναλάβει τὴ λέξη: «ΚΑΤΕΒΛΗΘΗ!», ποὺ ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι μὲ πόνο καὶ γνήσια ἀγάπη εἶπαν γιὰ τὸ ἀντιχριστιανικὸ παπικὸ σύστημα.
Ἐμεῖς εὐγνωμονοῦμε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ποὺ κυβερνάει τὴν Ἐκκλησία καὶ ἀπέτρεψε τὴν ἐπιδιωκόμενη ἐπιβολὴ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ στηριχτοῦμε οἱ πιστοὶ στὴν πατροπαράδοτη ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ μένουμε ἀφοσιωμένοι σ᾿ αὐτὴν μέχρι θανάτου!

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

           «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ  ΗΛΙΑΣ»

ΕΔΕΣΣΗΣ 43    ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ    12137                            Περιστέρι    23-12-2016

ΑΡΙΘ.  ΕΓΚΡ. ΠΡΩΤ. 613/1998

ΑΡΙΘ. ΠΡΩΤ. 538

Προς τα Ιστολόγια‘‘ΑΚΤΙΝΕΣ’’, ‘‘Αποτείχιση και Πατερική Παράδοση’’, ‘‘ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ’’,και ο ‘‘Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ’’ .

Η Σύνοδος του Κολυμπαρίου Κρήτης, Αγία και Μεγάλη, ή «σύνοδος» οικουμενιστική, Αιρετική και Ληστρική;

Ποια είναι η στάση μας έναντι των συμμετασχόντων επισκόπων στην ανωτέρω «σύνοδο».

Πράξ.20: 28. Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το Πνεύμα το ΄Αγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν…Στίχ. 29. Εγώ γαρ οίδα τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την αφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς μη φειδόμενοι του ποιμνίου. Στίχ. 30. Και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών.

Εφεσ. 4: 4. Εν σώμα και εν Πνεύμα…Στίχ. 5. εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα.

2 Πέτρ. 2: 1, 3. Εγένοντο δε και ψευδοπροφήται εν τω λαώ, ως και εν υμίν έσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οίτινες παρεισάξουσιν αιρέσεις απωλείαςεπάγοντες εαυτοίς ταχινήν απώλειαν. Στίχ. 3 Και εν πλεονεξία πλαστοίς λόγοις υμάς εμπορεύσονται…και η απώλεια αυτών ου νυστάξει.

Οι κληρικοί θα γίνουν οι χειρότεροι και οι ασεβέστεροι των όλων.(ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ «ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΕΣ», Προφητεία αριθ. 57, σελ. 342, «Αυγουστίνου Καντιώτου, πρ. Μητρ. Φλωρίνης»).

Συμπληρώθηκαν έξι(6) μήνες  από τη  λήξη  της χαρακτηρισθείσας  από τους  διοργανωτές της, ως Αγίας και Μεγάλης  Συνόδου που έγινε στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Πολλά εγράφησαν υπέρ ή κατά της συνόδου. Μελετήσαμε τα εγκριθέντα και υπογραφέντα κείμενα της «συνόδου», ιδίως το κείμενο«ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ».Φειδόμενοι του χώρου των φιλόξενων ιστολογίων, αλλά και του χρόνου των αναγνωστών, συνοπτικά σας γνωρίζουμε τα κατωτέρω.

Εκφράζουμε την άποψη ότι η ανωτέρω «σύνοδος»,ούτε αγία, ούτε μεγάλη είναι, αλλά είναι μία μικρή,μία πεπλανημένη«σύνοδος», με πολλές κακόδοξες-αιρετικές αποφάσεις!Στους επισκόπους πούενέκριναν και υπέγραψαν τις πεπλανημένες δοξασίες, το ΄Αγιο Πνεύμαδεν καταύγασε το πνεύμα τους1, αλλά το πνεύμα τους συσκοτίστηκε από τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, και πλανήθηκε από τονΔιάβολο που πλανά την οικουμένη όλη2!

Οδηγηθήκαμε στην ανωτέρω άποψη, αφού κατά την μελέτη του κειμένου είχαμε ως αλάθητους οδηγούς1)Την Αγία Γραφή, ορθόδοξα και Αγιοπατερικά ερμηνευθείσα 2)Τους Ιερούς Κανόνες της Ορθοδοξίας, που είναι  η Μία και Μ Ο Ν Α Δ Ι Κ Η, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως 3)Toν τρόπο συγκροτήσεως και λήψεως των αποφάσεων των 7 αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, της Συνόδου του 879-880 επί Μ. Φωτίου και της Συνόδου του 1341 επί αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ισόκυρων με τις 7 άγιες Οικουμενικές Συνόδους και 5)Την διδασκαλία και πράξη των αγίων Πατέρων έναντι των αιρετικών ή αιρετιζόντων κληρικών.

Επίσης λάβαμε υπόψη  α) Την απόφαση του Πατριαρχείου της Βουλγαρίας που αποφάνθηκε πως η «σύνοδος» του Κολυμπαρίου δεν ήταν ‘‘ούτε Αγία, ούτε Μεγάλη, ούτε Σύνοδος’’ β) Την κριτική που ασκήθηκε από κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς για την ανωτέρω «σύνοδο».

Οι κακοδοξίες που περιέχονται στην ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΉ αιρετική εγκύκλιο του Οικ. Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, την οποία το έτος 1920 η τότε Σύνοδος του Οικ. Πατριαρχείου απηύθυνε «ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» (τις διάφορες Αιρετικές χριστιανικές ομολογίες), έλαβαν σάρκα και οστά, αφού η «σύνοδος» του Κολυμπαρίουαποδέχθηκε τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις «ως  ά λ λ ε ς   ε τ ε ρ ό δ ο ξ ε ς  χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ έ ς   Ε κ κ λ η σ ί ε ς  κ α ι  Ο μ ο λ ο γ ί ε ς»!

Η Αγία Γραφή σαφέστατα κηρύττει ότι μία είναι η Εκκλησία που ο Κύριος Ιησούς απέκτησε με το αίμα Του3. Ένα είναι το μυστικό, το πνευματικό «σώμα» Του, του οποίου είναι η κεφαλή4. Μία είναι η Πίστη, η άπαξπαραδοθείσα στους αγίους (πιστούς)5. Στη Μία Εκκλησία, το ΄Αγιο Πνεύμα μένει αιώνια και την οδηγεί σε ολόκληρη την αλήθεια6. Η Εκκλησία είναι ο στύλος και το εδραίωμα της αληθείας7. Κατά την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες, δεν υπάρχουν «ετερόδοξες Εκκλησίες». Οι υπάρχουσες διάφορες χριστιανικές ομολογίες χαρακτηρίζονται από τον αιώνιο λόγο του Κυρίου8,  ως  α ι ρ έ σ ε ι ς   α π ω λ ε ί α ς!

΄Οσοι ανήκουν στις αιρέσεις αυτές οδηγούνται στην αιώνια απώλειά τους, στον αιώνιο χωρισμό τους από τον Τριαδικό Θεό, την πηγή της Ζωής9.

Οι επίσκοποι(επί=σκοποί) του Κολυμπαρίου, αντί να διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού την Ορθόδοξη Πίστη και με αγάπη και αλήθεια10 να πουν στους ετεροδόξους χριστιανούς11 ότι είναι  α ι ρ ε τ ι κ ο ί και εκτός σωτηρίας, με την απόφασή τους να αποδεχθούν την ιστορική ονομασία «ά λ     λ ω ν   ε τ ε ρ ο δ ό ξ ω ν   χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ώ ν   Ε κ κ λ η σ ι ώ ν  κ α ι  Ο μ ο λ ο γ ι ώ ν», πλανήθηκαν, υπέπεσαν στην παναίρεση του Οικουμενισμού,συμμετέχουν στις κακοδοξίες των ποικιλώνυμων αιρετικών και οδηγούνται και οι ίδιοι στην αιώνια κόλαση! Σημ. Η  υ π ο γ ρ ά μ μ ι    σ η είναι δική μας.

Τον αιρετικό χαρακτήρα της «συνόδου» αποδεικνύει και το γεγονός ότι  η «σύνοδος» δεν καταδίκασε τις 100άδες ποικιλώνυμες χριστιανικές αιρέσεις, και δη την παναίρεση του Οικουμενισμού. ΄Ολες οι προηγούμενες Οικουμενικές και Τοπικές Ορθόδοξες Σύνοδοι καταδίκασαν διάφορες αιρέσεις. Αξιοπρόσεκτο επίσης, ότι οι λέξεις  α ι ρ έ σ ε ι ς   και  α ι ρ ε τ ι κ ο ί δεν υπάρχουν στο κείμενο! Το αποκορύφωμα της πλάνης; Αποδέχθηκε η «σύνοδος» τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις, «ως  ά λ λ ε ς   ε τ ε ρ ό δ ο ξ ε ς  χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ έ ς   Ε κ κ λ η σ ί ε ς  κ α ι  Ο μ ο λ ο γ ί ε ς»! Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι η «σύνοδος» του Κολυμπαρίου έχει τα χαρακτηριστικά Ληστρικής συνόδου!

Στο μέλλον, εάν συγκληθεί αληθινή Πανορθόδοξη  Σύνοδος, θα την χαρακτηρίσει ως Ληστρική, θα καθαιρέσει και θα αναθεματίσει όσους υπέγραψαν τις κακόδοξες αποφάσεις.

Εκείνος(και όχι μόνο αυτός) που επί 10ετίες επιδίωκε διακαώς τη σύγκληση της «συνόδου» αυτής, είναι ο Αρχιοικουμενιστής Οικ. Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Δικαιώνεται απόλυτα και μετά το θάνατό του, ο μακαριστός και εν ζωή επίτιμο μέλος του Συλλόγου μας Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ο οποίος σε κείμενό του που αναρτήθηκε σε ιστολόγια  2 μήνες πριν την εκδημία του προς τον Κύριον12, την 22 και 23-6-2014, με τον τίτλο «Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ», έγραψε μεταξύ άλλων, «Διαβάζουμε την Εκκλησιαστική Ιστορία. Και διαπιστώνουμε, ότι μεγαλύτερος εχθρός της Πίστεως απ’ όλους τους αιώνες δεν ενεφανίσθη άλλος, εκτός του φέροντος το αποστολικόν όνομα Βαρθολομαίος.

Αυτός ο εκκλησιαστικός ηγέτης δεν πιστεύει «εις την μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν», που ίδρυσεν ο Χριστός επί «της πέτρας» της πίστεως και ομολογίας του Πέτρου και όχι βεβαίως επί του Πέτρου. Άλλο πέτρα και άλλο Πέτρος. Η «μία εκκλησία» ονομάζεται και «μία ποίμνη» (Ιωάν. 10: 16). Δεν πιστεύει ο Βαρθολομαίος εις την «μίαν ποίμνην» (ή εις το εν πνευματικόν «σώμα» του Χριστού, όπου κατοικεί το Πνεύμα το ΄Αγιο(Εφ. 4: 4), αλλά πιστεύει στις Αιρέσεις, αποκαλώντας αυτές Εκκλησίες. Η Εκκλησία κατ’ αυτόν δεν είνε μία, αλλά πολλές…

Ο Παύλος κήρυξε «εν βάπτισμα» (Εφ. 4:5), το βάπτισμα της Εκκλησίας, όπου υπάρχει η αληθινή Πίστις, η εξ αποκαλύψεως από τον Θεό, που περιλαμβάνει τις αναγκαίες για τη σωτηρία μας ουράνιες αλήθειες. «Εν βάπτισμα», λέγει ο θεόπνευστος Παύλος, πολλά βαπτίσματα λέγει ο Διαβολόπνευστος Βαρθολομαίος. Και τα βαπτίσματα των αιρετικών είνε έγκυρα κατά τον δεσπότη του Φαναρίου. Ο Οικουμενισμός είνε παναίρεσι».

Θα μπορούσε κανείς χωρίς υπερβολή να χαρακτηρίσει προφητικά τα λόγια του κορυφαίου αντιαιρετικού Ορθοδόξου Θεολόγου μακαριστού Νικολάου Σωτηρόπουλου. Επίσης παραθέτουμε αποσπάσματα από άρθρο του,που δημοσιεύτηκε στον ‘‘ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΤΥΠΟ’’, της 9-3-2007, αριθ. Φύλ. 1680, με τον τίτλο  «ΣΑΘΡΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ», που είναι πολύ επίκαιρο.

«ΤΟ ΚΑΚΟ με τους οικουμενιστές εκκλησιαστικούς ηγέτες παράγινε. Και από τις διαμαρτυρίες των ευσεβών δεν ιδρώνουν τα αυτιά τους… Γι’ αυτό οι ευσεβείς ζητούν να γίνη κατά των οικουμενιστών εκκλησιαστικών ηγετών κάτι ισχυρότερο από τις διαμαρτυρίες. Και ισχυρότερο από τις διαμαρτυρίες είνε το να παύσουν οι κληρικοί το μνημόσυνο προϊσταμένων, ιδίως δε του αρχιοικουμενιστού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου! Η παύση του μνημοσύνου θα στοιχίση στους ενόχους. Αλλ’ εκτός της Ι. Μονής Εσφιγμένου του Αγίου ΄Ορους, του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά και ενός ή δύο ακόμη κληρικών, θα ευρεθούν άλλοι ήρωες κληρικοί, για να παύσουν και αυτοί το μνημόσυνο ενόχων στο ύψιστο ζήτημα της Πίστεως; Η παύσι του μνημοσύνου δεν στοιχίζει μόνο στους ενόχους· στοιχίζει και σ’ αυτούς που παύουν το μνημόσυνο, στοιχίζει απηνείς διωγμούς. Γι’ αυτό και κληρικού, οι οποίοι προηγουμένως ήταν υπέρ της παύσεως του μνημοσύνου, τώρα, κατόπιν, όπως φαίνεται, καταθληπτικών πιέσεων, και υπολογισμού συνεπειών, κόστους δηλαδή σ’ αυτούς, λέγουν, ότι δεν πρέπει να παυθή το μνημόσυνο του Πατριάρχου και άλλων…

Ας παυθή λοιπόν το μνημόσυνο των προδοτών της Πίστεως, μήπως μετανοήσουν και σωθούν. Αυτό επιβάλλει η αγάπη προς την Ορθοδοξία, αλλά και προς αυτούς».

Με το παραπάνω άρθρο, ο μακαριστός Νικόλαος Σωτηρόπουλος σαφέστατα προτρέπει τους ευσεβείς κληρικούς σε ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ από οικουμενιστές επισκόπους!

Συμφωνούμε με την απόφαση των Αγιορειτών που ανακοίνωσαν την διακοπή του μνημοσύνου του Οικ. Πατριάρχη Βαρθολομαίου, καθώς και με τη στάση του π.ΠαϊσίουΠαπαδόπουλου να διακόψει το μνημόσυνο του Μητρ. Φλωρίνης κ. Θεόκλητου. Δυστυχώς, ο Μητρ. κ. Θεόκλητος για να είναι αρεστός στον Βαρθολομαίο και όχι στον Θεό, άσκησε δίωξη κατά του π. Παϊσίου.

Ο κ. Θεόκλητος είναι διάδοχος στην Ι. Μητρ. Φλωρίνης του μακαριστού Αυγουστίνου Καντιώτη, αλλά δεν έχει το ομολογιακό φρόνημα  του Αυγουστίνου! Μιμητής του μακαριστού Αυγουστίνου Καντιώτη αποδεικνύεται ο π. Παΐσιος. Προσευχόμαστε και άλλοι κληρικοί της Ι. Μ. Φλωρίνης να ακολουθήσουν το παράδειγμα του π. Παϊσίου, γιατί στις περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες, η διακοπή του μνημοσύνου του επισκόπου, είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αιώνια ζωή!

Η εκδίωξη αντιοικουμενιστών μοναχών από τις Ι. Μ. Χιλανδαρίου και Μεγ. Λαύρας είναι απαράδεκτη και καταδικαστέα από κάθε άποψη.

Επίσης, προσευχόμαστε στον ΄Αγιο Τριαδικό Θεό για τον π. Θεόδωρο Ζήση και τον π. Νικόλαο Μανώλη, οι οποίοι απειλούνται με διώξεις για τον συνεπή αγώνα τους κατά της συνοδικής αναγνώρισης του Οικουμενισμού13, απτόητοι να φθάσουν στην κατά Θεόν ευλογημένη διακοπή μνημόνευσης του ονόματος του επισκόπου τους.

Η I. Σ. της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στις συνεδρίες της 23ης  και 24ης Νοεμβρίου τρ. έτους, δεν καταδίκασε, ούτε απέρριψε ρητά και κατηγορηματικά τις αποφάσεις(κακοδοξίες) της Συνόδου του Κολυμπαρίου. Σε δογματικά ζητήματα οι αποφάσεις των Ιεραρχών πρέπει να είναι σαφέστατες, κρυστάλλινης διαυγείας, μη επιδεχόμενες παρερμηνείες ή διαστρεβλώσεις. Στα δόγματα της Πίστεως δεν ισχύουν αμφισημίες. Ο λόγος των Ιεραρχών πρέπει να είναι σύμφωνος με τον λόγο του Κυρίου «΄Εστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου·το δε περισσόν τούτων εκ του πονηρού εστιν». Ματθ. 5: 37.

Για όσα συνέβησαν στις δύο συνεδρίες της Ι. Σ. της Ιεραρχίας αναφέρεται σε εκτενές άρθρο του ο Μητρ. Καλαβρύτων κ. Αμβρόσιος, που αναρτήθηκε σε Ιστολόγια και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ‘‘ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ’’ της 23-12-2016, με τον τίτλο «Ριπαί-Εξηγήσεις-Επεξηγήσεις-Απορίαι!».

Λέγει στο τέλος του άρθρου του «Γράφουμε όλα αυτά για την ιστορία! Η Σύνοδος της Ιεραρχίας μας απλώς «κουκούλωσε» το ζήτημα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η Απόφαση της Κρήτης, δια της οποίας αναγνωρίσθησαν ως «Εκκλησίες» οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Διαμαρτυρόμενοι, άνοιξε διάπλατα το δρόμο για την παγκοσμιοποίηση! Ο Οικουμενισμός θριαμβεύει! Οι δογματικές μας διαφορές κουκουλώθηκαν! Η Ορθοδοξία μας πληγώθηκε!

Το πλήρωμα της Εκκλησίας, κατά την Ορθόδοξο Παράδοση, κρίνει, επικροτεί ή και απορρίπτει τις Αποφάσεις των Συνόδων, δηλ. αναγνωρίζει και κατατάσσει κάθε Σύνοδο στην ιστορία της Εκκλησίας είτε ως Οικουμενική, είτε ως Ληστρική! Οι Ιεράρχες συσκέπτονται και αποφασίζουν, αλλά ο πιστός Λαός επικυρώνει ή απορρίπτει τα Αποφασισθέντα!

΄Εχουμε την διαίσθηση, ότι η Σύνοδος της Κρήτης με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί την Ορθοδοξία μας σε νέο Σχίσμα!…». Το κείμενο είναι εύγλωττο! Δεν χρειάζονται σχόλια.

Υπενθυμίζουμε ότι από 4 έως 7-10-2016, έγινε η τακτική σύγκληση της Ι. Σ. της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 4 συνεδρίες δεν έγινε συζήτηση για τις αποφάσεις της «συνόδου» του Κολυμπαρίου. Ασχολήθηκαν οι Μητροπολίτες της Διοικούσας Εκκλησίας κυρίως με το μάθημα των Θρησκευτικών. Το αποτέλεσμα;Μηδέν(0)!Το πρόγραμμα της πανθρησκειακής «σούπας» δεν αποσύρθηκε, ούτε ανεστάλη, αλλά διδάσκεται στους Ορθοδόξους Χριστιανούς  μαθητές στη Δημόσια Εκπαίδευση!

Συμπληρώθηκαν 6 μήνες από τη λήξη της «συνόδου» της Κρήτης και οι Ι. Μ. του Αγίου Ορους σιωπούν! Ουκ εστιν φωνή και ουκ εστιν ακρόασις14! Η σιωπή στην περίπτωση αυτή δεν είναι «χρυσός»! Οι μοναχοί τους δεν άκουσαν, δεν διάβασαν για τις Αιρετικές αποφάσεις της «συνόδου» του Κολυμπαρίου; Οι αιρετικές αποφάσεις της «συνόδου» του Κολυμπαρίου συμφωνούν με όσα πρότεινε με την από 29-5-2016 επιστολή της στον Οικουμενικό Πατριάρχη, η Ιερά Κοινότητα του Αγίου ΄Ορους; Δεν συμφωνούν! Σιωπηλή αποδοχή των κακοδοξιών, ή έστω ανοχή, σημαίνει συνενοχή με τους επισκόπους που υπέγραψαν τα αιρετικά κείμενα.

Όταν στη Θεία Λειτουργία χωρίς φόβο απευθύνονται στον Κύριο15, να μνησθεί τον Πατριάρχη Κων/λεως Βαρθολομαίο, ως «ορθοτομούντα τον λόγο της αληθείας Του», δεν συνειδητοποιούν ότι κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν από τον Κύριο ως Θεομπαίχτες16;

Η μνημόνευση του επισκόπου στη Θεία Λειτουργία, ενώπιον της αγίας Τράπεζας, εκκλησιαστικά σημαίνει εκτός άλλων, ότι έχουν την ίδια Πίστη με τον μνημονευόμενο επίσκοπο!Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διασώζει αγνή, ανόθευτη και απαραχάρακτη την δογματική διδασκαλία-ομολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας; OΥΔΟΛΩΣ ΤΗΝ ΔΙΑΣΩΖΕΙ!

Ο Βαρθολομαίος ηγείται από 10ετιών στο χώρο της Ορθοδοξίας, έργω και λόγω, του Διαχριστιανικού και του Πανθρησκειακού Οικουμενισμού! Δεν συνειδητοποιούν ότι με τη μνημόνευση του ονόματος του Βαρθολομαίου  μολύνονται με την θανατηφόρο πνευματική νόσο της παναίρεσης του Οικουμενισμού, και εάν δεν παύσουν τη μνημόνευσηθα οδηγηθούν στο δεύτερο θάνατο17; Πνευματική τύφλωση18;

Δεν ομολογούν την αλήθεια λόγω των απειλών του Βαρθολομαίου; Δεν γνωρίζουμε. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ο ερευνών νεφρούς και καρδίας το γνωρίζει και θα αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του19.

Aπλά υπενθυμίζουμε ότι το ΄Αγιο Πνεύμα δίνει στους αληθινούς χριστιανούς πνεύμα δυνάμεως και δεν δίνει πνεύμα δειλίας20. Εάν σιωπούν, επειδή πτοούνται για τις  συνέπειες που θα υποστούν από τον Αρχιοικουμενιστή του εσβεσμένου Φαναρίου Βαρθολομαίο, τους υπενθυμίζουμε ότι οι δειλοί σε θέματα πίστεως θα ριχτούν την εσχάτη ημέρα πρώτοι στην πνευματική λίμνη με το άσβεστο πυρ της αιώνιας κόλασης21. Αυτά ισχύουν και για τους μοναχούς και τις μοναχές όλων των Ι.Μ. της Ελλάδος που δεν καταδικάζουν  τις αιρετικές αποφάσεις της «συνόδου» του Κολυμπαρίου.

Μάλιστα, ισχύουν σε μεγαλύτερο βαθμό για τους Μητροπολίτες των λεγομένων νέων χωρών που μνημονεύουν τον Αρχιοικουμενιστή Βαρθολομαίο. Συνιστούμε ενθέρμως στους αναγνώστες να διαβάσουν τα τρία (3) άρθρα του μοναχού Αβερκίου που δημοσιεύθηκαν στην εκκλησιαστική εφημερίδα ‘‘ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ  ΤΥΠΟΣ’’, την 2α , 9η και 16η12-2016, με τον τίτλο «Με ποιες «ευκαιρίες» και διατί οι Μασόνοι αναφέρουν εις τα έντυπά τους το όνομα του σημερινού Οικ. Πατριάρχου μας». Θα πληροφορηθούν για σημαντικά γεγονότα που πιθανότατα αγνοούν, και θα εξάγουν χρήσιμα συμπεράσματα.

Κατόπιν των ανωτέρω, απορρίπτουμε και καταδικάζουμε ως πεπλανημένες, αντορθόδοξες και αιρετικές τις αποφάσεις της «συνόδου» της Κρήτης, για τις «ετερόδοξες Εκκλησίες», το «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών»(Αιρέσεων), τους μικτούς γάμους(αναγνώριση του βαπτίσματος των αιρετικών ως εγκύρου) κ.λπ, καθώς και τη στάση και απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος της 23ης και 24ηςΝοεμβρίου τρ. έτους, για τη «σύνοδο» του Κολυμπαρίου.

Εμείς, επειδή δεν είμαστε επίσκοποι να αγαπήσουμε την μάταιη δόξα του επισκοπικού θρόνου22, ούτε ιερείς να σκεπτόμαστε μήπως στερηθούμε του μισθού και των «τυχερών», και επειδή πιστεύουμε στην αιώνια ζωή και θέλουμε να την κληρονομήσουμε 23, διαχωρίζουμε την θέση μας από τους αιρετικούς και αιρετίζοντες επισκόπους και πρεσβυτέρους, σύμφωνα με αγιογραφικές εντολές24, τον ΛΑ’(31) Αποστολικό Κανόνα, τον 15ο κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου(861), και την διδασκαλία και πράξη των αγίων Πατέρων μας.

Η απόφαση η δική μας είναι ότι επαφίεται στη συνείδηση του κάθε μέλους του Συλλόγου, εάν θα ευρίσκεται ή όχι σε εκκλησιαστική κοινωνία με τους επισκόπους που υπέγραψαν τα αιρετικά κείμενα της «συνόδου» της Κρήτης,με τους Επισκόπους της Διοικούσας Εκκλησίας που δεν καταδίκασαν και δεν απέρριψαν τις κακοδοξίες της «συνόδου» του Κολυμπαρίου της Κρήτης, καθώς και με τους πρεσβυτέρους που μνημονεύουν τους προηγουμένους επισκόπους!

Καλά και ευλογημένα Χριστούγεννα

Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η  ΓΕΝ.   ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΖΙΩΓΑΣ   ΘΕΟΔΩΡΟΣ                               ΧΟΡΤΑΤΟΥ  ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ

Παραπομπές

1)Πράξ. 15: 28

2)2 Θεσ. 2: 3,9-12,Εφεs. 6:12, Αποκ. 12: 9

3)Ματθ. 16: 18, Ιωάν.10: 16, Πράξ. 20: 28

4) 1 Koρ. 12: 13, Εφεσ.1: 22-23, 4: 4, Κολ.1: 18, 24

5) Εφεσ. 4: 5, Ιούδ. 3.

6) Ιωάν. 14: 16-17, 16: 13

7) 1 Τιμ. 3: 15.

8) 1 Πέτρ. 1: 25

9) 2 Πέτρ. 2: 1-3.

10)1Τιμ. 6: 20-21, Ιούδ. 3, 2 Κορ. 6: 6-7, Εφεσ. 4: 15, 24, 1 Πέτρ.1: 22, 1 Ιωάν. 3: 18, 2 Ιωάν.1-4, 3 Ιωάν. 1,3-4

11) 1 Τιμ. 6: 3-5

12) 2 Κορ. 5: 8-9

13) Λουκ. 6:22-23,  2 Τιμ. 3:11-12

14)  Γ’ Βασιλειών (Ο’)1 Βασιλέων (Εβρ.)18: 26

15) Δευτ. 6: 2, 10: 12, 20, Ιώβ 28: 28, Ψαλμ.110(Εβρ.)111(Ο’): 10, Παροιμ. 1: 7, 9: 10, Εκκλ. 12: 13

16) Γαλ. 6: 15

17)Aποκ. 21: 8

18) Ησ. 6: 9-10

19) Αποκ. 2: 23

20) 2 Τιμ. 1:7

21) Αποκ. 21: 8

22) Ιωάν.5: 44, 12: 42-43

23) Ματθ. 25: 46

24) Ησ. 48: 22(Ο’), 52: 10-12, Ιωάν. 14: 21, Γαλ. 1: 8-9, 1 Tιμ. 6: 3-5,2 Ιωάν. 10-11, Αποκ.18: 4-5

 

Τὴ χαρὰ τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἐφετινὸ ἑορτασμὸ τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ μείωσαν ὄχι λίγο οἱ πολλὲς οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις αὐ­­τὴ τὴν περίοδο. Ὁ Ὀρθόδοξος λαὸς δοκίμασε πολλὴ πικρία καὶ θλίψη ὄχι τυχαία. Γίνονταν καὶ ἄλλοτε οἰκουμενιστικὲς προσευχὲς καὶ λειτουργίες. Ἀλλὰ φέτος καὶ ἰδιαίτερα κατὰ καὶ μετὰ τὸ Πάσχα ὑπῆρξε πληθώρα τέτοιων ἐκδηλώσεων. Μόνο ἀπὸ τὸν ἔγκυρο ἱστότοπο aktinesblogspot.gr τῆς 27ης Ἀπριλίου 2014 πληροφορηθήκαμε γιὰ 4 οἰκουμενιστικὲς ἐκδηλώσεις: θεῖες λειτουργίες, ἑσπερινοὺς καὶ συμπροσευχές. Συγκεκριμένα:
1. Στὸν Ὀρθόδοξο Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου τῆς Βοστώνης (ΗΠΑ) τελέσθηκε ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο Μητροπολίτη Βοστώνης κ. Μεθόδιο ἀναστάσιμη θεία λειτουργία παρουσίᾳ τοῦ παπικοῦ καρδιναλίου Sean P. O’ Malley.
2. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μητροπολίτης Βοστώνης κ. Μεθόδιος εἶχε ἤδη μεταβεῖ στὸν Παπικὸ Καθεδρικὸ Ναὸ τοῦ Τιμίου
Σταυροῦ τὴ Μεγάλη Τρίτη (15-4-2014).
3. Ἡ παπικὴ οἰκουμενιστικὴ κοινότητα τοῦ Ἁγίου Αἰγιδίου μαζὶ μὲ Ὀρθοδόξους καὶ Προτεστάντες ἐκπροσώπους τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων ποὺ ὑπάρχουν στὴ Ρώμη συγκεντρώθηκαν στὴ Βασιλικὴ τῆς Santa Maria in Trastevere μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ κοινοῦ Πάσχα, γιὰ νὰ συμπροσευχηθοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη.
4. Τὴν 24-4-2014, Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος παρέστη μὲ τὴ συνοδεία του στὸν οἰκουμενιστικὸ ἑσπερινὸ ποὺ τελέσθηκε στὸν Καθεδρικὸ Ναὸ τῶν Παλαιοκαθολικῶν τῆς Οὐτρέχτης. Ἔγινε, κατὰ τὴν εἴδηση, «συμπροσευχὴ καὶ συν­εκκλησιασμὸς ἀκόμη καὶ μὲ ἱέρειες». Σημειώνουμε ὅτι οἱ Παλαιοκαθολικοὶ βρίσκονται σὲ πλήρη κοινωνία μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἀπὸ δὲ τὸ 1981 θέσπισαν τὴ χειροτονία τῶν γυναικῶν.
Βέβαια δὲν εἶναι μόνο αὐτές. Εἶναι σει­­­ρὰ ἀνάλογων ἐκδηλώσεων τοῦ Πα­τρι­αρχείου Σερβίας· εἶναι ἡ συμμετοχὴ ἐκ­προσώπων τῶν Πατριαρχείων Ρωσίας καὶ Ρουμανίας στὴν πρόσφατη «ἁ­γιοποίηση» τῶν δύο Παπῶν· εἶναι ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ Παπικὸ ἱερέα καὶ Προτεστάντη πάστορα κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς Ἀγάπης στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο… καὶ ἡ παράθεση δὲν ἔχει τελειωμό.
Αὐτὰ πληροφορήθηκε ὁ ­Ὀρθόδοξος λαὸς τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ­παραπάνω ἱστότοπο καὶ λυπήθηκε βαθύτατα. Τραυματίσθηκε καὶ διερωτήθηκε: Ποῦ ὁδηγούμαστε; Μήπως τώρα ποὺ φαίνεται πὼς ἔχει ὁδηγηθεῖ σὲ ἀδιέξοδο ὁ θεολογικὸς διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, διότι ὁ Πάπας δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀποστεῖ οὔτε ἕνα βῆμα ἀπὸ τὸ ἐπάρατο πρωτεῖο του, ­προσπαθοῦμε νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τοὺς Παπικοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἑτεροδόξους δι’ ἄλλης ὁδοῦ; Τί ἔγιναν οἱ ἀποφάσεις τῶν Ἁγίων ­Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ ἀπαγορεύουν ρητῶς τὶς συμπροσευχὲς μὲ αἱρετικούς; Οἱ ἀποφάσεις αὐτὲς εἶναι ὑπεράνω ἐπισκόπων καὶ Πατριαρχῶν. Διότι εἶναι καρπὸς συν­εργείας τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος καὶ τῶν ἁγίων καὶ θεοσόφων Πατέρων. Ὅλοι δὲ οἱ ἅγιοι Πατέρες ποὺ συν­εκρότησαν τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν ἄνετα γιὰ τὶς ἀποφάσεις τους καὶ οὐσιαστικὰ τὴ φράση: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν…», κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἱστορικῆς Ἀποστολικῆς Συν­όδου (βλ. Πράξ. ιε΄ [15] 28)· ἐπειδὴ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπιστατεῖ καὶ Αὐτὸ ὁδηγεῖ ὅσους συνέρχονται ἐν Αὐτῷ «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ἰω. ιστ΄ [16] 13). Κάθε δὲ ἀπόφαση καὶ κάθε Κανόνας Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐκφράζουν τὴν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Γι’ αὐτὸ οἱ Κανόνες εἶναι αὐθεντικοί, διαχρονικοί, οἰκουμενικοί.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προάσπιση τῆς ἀκρίβει­ας τῆς πίστεως εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἀφιέρωσε χρόνο καὶ ὅλο τὸν δυναμισμό της. Μέσα σὲ σχεδὸν πέντε αἰῶνες, ἀπὸ τὸ 325 ἕως τὸ 787, συνεκάλεσε ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὸ ἔργο τῶν ὁποίων συνεπλήρωσε ἡ ἀπὸ πολλοὺς θεωρούμενη ὡς 8η Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ 879-880 ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου, ποὺ κατεδίκασε τὴν προσθήκη τοῦ Filioque καὶ τὸ Παπικὸ πρωτεῖο, καὶ
ἡ ἐπίσης θεωρούμενη ὡς 9η, τοῦ ἔτους 1351, ἡ ὁποία κατεδίκασε τὸν Βαρλαὰμ τὸν Καλαβρό, ποὺ δὲν δεχόταν τὴ διάκριση οὐσίας καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Τὸ βαρὺ χρέος τοῦ Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς καθαρό­τητος τῆς πίστεως ὑπογραμμίζεται καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο ποὺ γίνεται ἡ χειροτονία του. Ὁ ἐπίσκοπος χειροτονεῖται πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν βιβλικῶν ἀναγνωσμάτων τῆς θείας Λειτουργίας, γιὰ νὰ τονισθεῖ καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ ­εὐθύνη του νὰ ὀρθοτομεῖ «τὸν λόγον τῆς ­ἀληθείας». Καὶ βεβαίως ἡ συνεχὴς μαθητεία τοῦ ἐπισκόπου στὶς πηγὲς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν Ἁγία Γραφή, τὰ κείμενα τῶν ἁγίων Πατέρων, τοὺς Ὅρους καὶ Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν ­Συνόδων μας εἶναι τὸ μόνιμο καὶ ὑποχρεωτικὸ κα­θῆκον του.
Μὴ λησμονοῦμε δὲ ὅτι ἡ ὅποια οἰκουμενιστικὴ συμπροσευχὴ ἢ παρουσία Ὀρ­θοδόξων σὲ οἰκουμενιστικὴ ­λειτουργία εἶναι ἀπαράδεκτη καὶ ἀποτελεῖ αὐθαίρετη ἐνέργεια καὶ ξένη πρὸς τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος, διότι ἡ πίστη εἶναι ἀλληλένδετη μὲ τὴ λατρεία, ἰδιαίτερα δὲ μὲ τὸ ἁγιότατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Εἶναι λοιπὸν ἀδιανόητο νὰ συμπροσεύχεται σὲ ὥρα λατρείας Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος ἢ ἱερεὺς μὲ αἱρετικὸ ἐπίσκοπο. Δεδομένου ὅτι καὶ οἱ Παπικοὶ καὶ οἱ Προτεστάντες καὶ οἱ Παλαιοκαθολικοὶ καὶ οἱ Ἀγγλικανοὶ εἶναι σαφῶς αἱρετικοί.
Πέραν αὐτῶν ὁ Ὀρθόδοξος ἐπίσκοπος χειροτονούμενος ἀπαγγέλλει ἐνώπιον τοῦ χειροτονοῦντος ­ἀρχιερέως, ὅ­­­λων τῶν συλλειτουργούντων ­ἀρχιερέων καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ­μάλιστα ἐνώπιον τῆς Ἁγίας ­Τραπέζης, τὸ ­σύμ­βολο τῆς Πίστεως, τὸ ὁποῖο ­διαλαμβάνει καὶ τὸ ἄρθρο: «Πιστεύω εἰς μίαν, ­ἁγίαν, ­κα­θολικὴν καὶ ­ἀποστολικὴν ­Ἐκκλησίαν». Ὅταν ­λοι­πὸν ­παρευρίσκεται σὲ ­οἰκου­­μενιστικὴ λει­­τουρ­γία, σὲ ποιὰ ­Ἐκ­κλησία ­πιστεύει; Δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὁμολογία ποὺ ­ἔδω­­σε καὶ ἡ ὁποία εἶναι ­οὐσιαστικὰ ἱερὸς ὅρκος; Δὲν κινδυνεύει ἄραγε ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς ἑνὸς ἐπισκόπου καί οἱουδήποτε κληρικοῦ ἀπὸ τέτοιες ἐκδηλώ­σεις;
Καὶ τέλος· μὲ τὶς οἰκουμενιστικὲς λειτουργίες δὲν ἀνοίγουμε ἁπλῶς κερκόπορτα, ἀλλὰ ἀνοίγουμε αὐθαίρετα διάπλατα τὶς πύλες ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὴν καταστροφή. Οἱ Ὀρθόδοξοι ποιμένες ὀφείλουν νὰ ὑπολογίζουν τὸν σκανδαλισμὸ τοῦ ποιμνίου τους καὶ τὴν ὀλέθρια ἐντύπωση ποὺ μπορεῖ νὰ σχηματίσει ὁ ἁπλοϊκὸς πιστὸς ὅτι τίποτε δὲν μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν παπισμό, τὸν προτεσταντισμὸ κ.τ.ὅ. Ὀνομάσαμε τὸ ἄνοι-γμα αὐθαίρετο, διότι ὁ Ὀρθόδοξος ἀρχιερεὺς εἶναι ὑπόλογος ἐνώπιον ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ τάξη τῆς χειροτονίας ὁρίζει ὅτι ἡ τοποθέτηση τοῦ Εὐαγγελίου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ χειροτονουμένου ἐπισκόπου πρέπει νὰ γίνεται ἔτσι, ὥστε νὰ ἐπιτίθεται τοῦτο «καὶ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ χειροτονουμένου». Ἡ τοποθέτηση δὲ αὐτὴ συμβολίζει ὅτι ὁ χειροτονούμενος «ὑπεισέρχεται τὸν εὐαγγελικὸν ζυγόν», μπαίνει κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τίθεται», γιὰ νὰ μάθει ὁ χειροτονούμενος «ὅτι τὴν ἀληθινὴν τοῦ Εὐαγγελίου τιάραν (=κάλυμμα κεφαλῆς) λαμβάνει». Καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ μάθει ὅτι «εἰ καὶ πάντων ἐστὶ κεφαλή, ἀλλ’ ὑπὸ τούτους πράττει τοὺς νόμους, πάντων κρατῶν καὶ τῷ νόμῳ κρατούμενος, πάντα νομοθετῶν καὶ ὑπὸ νόμου νομοθετούμενος (…). Τὸ τοίνυν ἔχειν τὸν ἀρχιερέα τὸ Εὐαγγέλιον, σημεῖόν ἐστι τοῦ ὑπ’ ἐξουσίαν εἶναι». Δηλαδή· ὅτι ἂν καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι κεφαλὴ ὅλων, ὅμως ένεργεῖ κάτω ἀπὸ τοὺς εὐαγγελικοὺς νόμους· ἐξουσιάζει μὲν ὅλους, ἀλλὰ ἐξουσιάζεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ νόμο· νομοθετεῖ ὅλα, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ὑπὸ τὸν νόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ νὰ ἔχει λοιπὸν ὁ ἀρχιερεὺς τὸ Εὐαγγέλιο στὴν κεφαλὴ εἶναι σημεῖο ὅτι εἶναι κάτω ἀπὸ ­ἐξουσία(*).
«Ὑπ’ ἐξουσίαν» λοιπὸν εὑρίσκεται καὶ ὁ οἱοσδήποτε Ὀρθόδοξος ἀρχιερεύς. Ἂς μὴν τὸ λησμονεῖ ποτέ. Δὲν μπορεῖ νὰ αὐ­­­θαιρετεῖ.
Ἑπομένως, ἀντὶ ν’ ἀναλισκόμαστε μὲ παρουσίες σὲ οἰκουμενιστικὲς λειτουργίες ἢ προσευχές, ἂς συνειδητοποιήσουμε ὅτι οἱ περιστάσεις μᾶς καλοῦν νὰ ἐπανέλθουμε ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, μάλιστα δὲ ὅσοι ἀποδέχονται καὶ υἱοθετοῦν οἰκουμενιστικὲς κινήσεις καὶ ἐκδηλώσεις, στὴν τάξη. Δηλαδὴ νὰ ζήσουμε τὸ Ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὁμολογιακὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας. Αὐτῆς ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ποὺ διασώζει ἀλώβητη τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν Ἀποστολικὴ Παράδοση, τὴν Πατερικὴ ἐμπειρία, τὴ διδαχὴ τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ γενικὰ τὸ πρῶτο κάλλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος σωστὸς τρόπος νὰ δείξουμε τὴν ἀγάπη μας πρὸς ὅσους ἔχουν ἐκτραπεῖ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ ταλαιπωροῦνται στὸ τρικυμισμένο πέλαγος τῶν ψυχοκτόνων αἱρέσεων.

(*) Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμ. εἰς τὸ ὅτι Παλαιᾶς καὶ Καινῆς Διαθήκης εἷς ὁ νομοθέτης 4, PG 56, 404. Ἐπίσης Π. Τρεμπέλα, Μικρὸν Εὐχολόγιον, Τόμ. Α΄, Ἀθῆναι 1950, σελ. 211.

ΠΗΓΗ: περιοδικό Ο ΣΩΤΗΡ, http://www.osotir.org/el/keimena/orthodoxi-pisti/item/33348-olethries-oikoumenistikes-ekdiloseis

Ειρήνης Αρτέμη
Πτ. Θεολογίας -Φιλολογία Πανεπιστημίου Αθηνών
Mphil Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
υπ. διδάκτορος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Τον Δ΄ αιώνα μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου[1]. Το πρόβλημα που βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αΐδια – αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι ο Υιος δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός[2]. Δημιουργήθηκε από το Θεό – Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω»[3]. Για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος, ούτε μέρος αγεννήτου. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του Θεού[4]. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιος και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και συναΐδιος προς τον Πατέρα[5], αλλά δημιουργήθηκε αμέσως «θελήσει» του Πατρός[6], ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Χαρακτηριστική φράση που συνόψιζε την αρειανική διδασκαλία για τον Υιό ήταν «ην ποτε ότε ουκ ην»[7].

Η συνδημιουργία του κόσμου από το Θεό και τον Υιό δε σημαίνει ότι ο δεύτερος μετείχε στη φύση η στην ουσία του Θεού ούτε ότι ήταν κατά φύση αληθινός Θεός[8]. Ο Άρειος υποστήριζε την απόλυτη μοναρχία της θεότητας και δεχόταν ένα Θεό αγέννητο και άναρχο. Επομένως, πριν από τη δημιουργία του Υιού ήταν απόλυτη η «μοναρχία» του μόνου αγέννητου και άναρχου Θεού, γι αυτό και ο μεν Θεός δεν ήταν Πατήρ, πριν να δημιουργήσει τον Υιό, και ο δε Υιος δεν υπήρχε πριν δημιουργηθεί από τον Πατέρα, «σύνες ότι η μονάς ην, η δυάς δε ουκ ην, πριν υπάρξη. Αυτίκα γουν Υιού μη όντος ο Πατήρ Θεός εστι»[9].

Η θεμελίωση της διδασκαλίας του περί της κατωτερότητας του Υιού σε σχέση με τον Πατέρα στηρίχθηκε στη διάχυτη αντίληψη περί subordinatio. Το τελευταίο αποτελούσε το βασικό έρεισμα της κακοδοξίας του. Έκδηλο είναι ότι ο Άρειος χρησιμοποιεί τις θεολογικές έννοιες της πατρότητας και της υιότητας μεταφορικά και κατ αναλογίαν προς την ανθρώπινη ζωή, κατά την οποία ο πατέρας προηγείται χρονικά του υιού του. Επιχειρεί, λοιπόν, να εξηγήσει με βάση τις ανθρώπινες σχέσεις τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.

(περισσότερα…)

Στὶς 8 τοῦ περασμένου Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ἀνέγνωσε τὴν εἰσήγησή του μὲ θέμα: «Ἐνημέρωσις περὶ τῆς μελλούσης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, ἥτις θὰ συνέλθη κατὰ τὸ ἔτος 2016».
Τὸ ἐπίσημο ἀνακοινωθὲν γιὰ τὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου τὴν ἡμέρα αὐτὴ μᾶς ἐνημερώνει ὅτι: «Ὁ Σεβασμιώτατος ἀναφέρθηκε καὶ στὸν θεολογικὸ διάλογο μὲ τὶς διάφορες ὁμολογίες. Ἐπισήμανε ὅτι ἀποδυναμώθηκαν οἱ προοπτικὲς τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς, ἀνεκόπη ἡ ἀξιολόγηση τοῦ θεολογικοῦ ἔργου τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικούς, ὁ διάλογος μὲ τὶς Ἀντιχαλκηδόνιες Ἀρχαῖες Ἀ­­νατολικὲς Ἐκκλησίες βρίσκεται σὲ πορεία κριτικῆς ἀξιολόγησης τῶν ποιμαντικῶν καὶ λειτουργικῶν θεμάτων, ὁ διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς σκιάζεται τόσο λόγῳ τῆς προσηλυτιστικῆς δράσης τῆς Οὐνίας, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν δυσκολία κατανόησης λειτουργίας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ πρωτείου στὸ πλαίσιο τῆς Συνόδου καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν, ἐνῶ οἱ προοπτικὲς τῶν διαλόγων μὲ τοὺς Λουθηρανοὺς καὶ τοὺς Μεταρρυθμισμένους ἔχουν ὑποβαθμιστεῖ, λόγω τῆς εἰσαγωγῆς τῆς χειροτονίας τῶν γυναικῶν».
Δὲν χρειάζεται εἰδικὴ ἀνάλυση γιὰ νὰ καταλάβει κανεὶς τί στὴν πραγματικότητα συμβαίνει. Ὅλοι οἱ διάλογοι ἔχουν οὐσιαστικὰ ναυαγήσει. Συντηροῦνται ἀκόμη σὲ ἐπίπεδο δημοσίων σχέσεων προκειμένου νὰ δίδεται ἡ ἐντύπωση ὅτι κάτι γίνεται.
Τὸ χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ἀ­­­ποτυχίας ἀποτελεῖ ἡ τελευταία, 13η συν­έλευση τῆς Ὁλομέλειας τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Θεολογικοῦ διαλόγου μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ στὸ Ἀμμὰν τῆς Ἰορδανίας ἀπὸ 13-25 Σεπτεμβρίου 2014 μὲ θέμα «Συνοδικότητα καὶ Πρωτεῖο». Ἡ συνέλευση ἦταν παταγώδης ἀποτυχία. Δὲν μπόρεσε κὰν νὰ ἐκδόσει ἕνα κοινὸ ἐπίσημο κείμενο, ἀλλὰ παρέπεμψε τὸ ζήτημα σὲ νέα συνέλευση κατὰ τὸ 2015.
Στὸ ζήτημα τοῦ πρωτείου ὁ Παπισμὸς παραμένει ἀνυποχώρητος, παρὰ τὴν ἀπαράδεκτη ὀρθοδόξως νέα ἑρμηνεία του ποὺ εἰσηγήθηκε τὸ 2007 στὴ Ραβέννα ὁ Συμπρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης, ἐπαναφέροντας στὸ προσκήνιο τὴν πλάνη τῆς λεγόμενης Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολο­γίας τοῦ Ἀφανάσιεφ. Πρὸς τί λοιπὸν ἡ ἐ­­­πιμονὴ σὲ ἕναν ἀδιέξοδο διάλογο;

απο το περιοδικό «Ο ΣΩΤΗΡ»
( http://www.osotir.org/el/epikeres-eidiseis/apopseis-kriseis/item/33840-o-koumenistik-navagio )

Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ παγκοσμίου ­συνεδρίου τῶν «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβά», τῶν ­γνω­στῶν καὶ ὡς «Χιλιαστῶν», ποὺ διεξήχθη στὰ τέ­λη Ἰουνίου 2014 στὸ Ὀλυμπιακὸ Στάδιο Ἀ­­­θηνῶν, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ­Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 2951/4-6-2014 Ἐγκύκλιο γιὰ νὰ ἐνημερώσει τοὺς πιστοὺς γιὰ τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ».
Ἀπὸ τὴν πολὺ ἀξιόλογη αὐτὴ Ἐγκύκλιο πα­ραθέτουμε μερικὰ ἀποσπάσματα:
«α) Οἱ διδασκαλίες τῶν λεγομένων «Μαρτύρων τοῦ Ἰεχωβά», τῆς μετοχικῆς ἑταιρείας «Σκοπιά», ἀποτελοῦν, κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια, ἐπανεμφάνιση πλήθους αἱρετικῶν διδασκαλιῶν, οἱ ὁποῖες ἐμφανίσθηκαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες.
β) Ἡ μετοχικὴ ἑταιρεία «Σκοπιὰ» τῶν «Μαρ­­τύρων τοῦ Ἰεχωβὰ» ἔχει κατ’ ἐπανάλη­ψη δυσφημήσει τὴ χώρα μας σὲ διεθνὲς ἐπίπεδο ὡς χώρα στὴν ὁποία δῆθεν δὲν γίνεται σεβαστὴ ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία…
στ) Εἶναι ἀκόμη ἡ αἱρετικὴ ἐκείνη ὀργάνωση, ἡ ὁποία κατὰ καιροὺς συνηθίζει νὰ μεταβάλλει τὶς διδασκαλίες της. Στὸ πλαίσιο αὐτό, ἐνῶ ἐσχάτως χρησιμοποιεῖ τὸν τίτλο «Χριστιανοὶ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβά», δὲν πιστεύει στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Ἀληθινὸ Θεό, καὶ ὑποστηρίζει ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει νὰ προσεύχονται σ’ Αὐτόν («Σκοπιὰ» 15-4-95, σελ. 30)…»
Τὰ λίγα αὐτὰ ἀποσπάσματα τῆς Ἐγκυκλίου ἀποκαλύπτουν ποιοὶ εἶναι οἱ «Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ» καὶ δείχνουν τὸ δηλητήριο ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μελιστάλακτη γλώσσα τους καὶ τὴν ἐξωτερικὴ εὐγένεια καὶ ἠρεμία τους. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τοὺς ἀποφεύγουμε καὶ νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴ μετάνοιά τους.

(ΠΗΓΗ: περιοδικό Ο ΣΩΤΗΡ )