Archive for the ‘Άβατον’ Category

Προστασία

Κατά την περίοδο του Αγώνα, διωκόμενες από τον Τούρκο πασά Αβδουλαμπούτ, ζήτησαν άσυλο στο Άγιον Όρος «περί τας πεντακισχιλίας ψυχάς γυναικοπαίδων» (Σμυρνάκης), εκείνος όμως τις καταδίωξε και μέσα στο Όρος «κατακρεουργήσας τους καταφυγόντας μετά των γυναικών αυτών και παίδων» (Παπαδάτος). Κάτι ανάλογο συνέβη το 1854, όταν ο Τσάμης Καρατάσος ξεσηκώθηκε κατά των Τούρκων, γυναικόπαιδα από την Ιερισσό μπήκαν στο Άγιον Όρος. Όπως γράφει ο γέροντας Αλέξανδρος Λαυριώτης (Λαζαρίδης) στο έργο του «Άθως. Αγώνες και θυσίαι 1850-1855. Έγγραφα Μακεδονικής Επαναστάσεως» (Αθήναι 1962, σελ. 70):
«Τα γυναικόπαιδα είχον κατασκηνώσει προς συντήρησιν και ασφάλειαν αυτών, εν ώρα ανάγκης πέριξ των τειχών των Ιερών Μονών. Τότε εγεννήθη και ο σεβαστός μοναχός Βαρθολομαίος, πνευματικός πατήρ αγαπητού φίλου Ιεροδιακόνου Βασιλείου Δαβίλλα, Γέροντος του εν Καρυαίς Ιβηρικού Κελλίου η Ανάληψις. Χαριτολογών πάντοτε, φύσει πρόσχαρος ων, έλεγεν ημίν ότι είναι ο μόνος αυτόχθων Αγιορείτης. Βεβαίως δεν ήτο ο μόνος γεννηθείς αλλ’ ο μόνος αφιερωθείς εκ των εν Αγίω Όρει γεννηθέντων κατά την εποχήν εκείνην».

(περισσότερα…)

Advertisements

Ενιαία περιοχή

Το Άγιον Όρος ειδικότερα, υπήρξε αμιγής, ενιαία περιοχή αναχωρητισμού, γι’ αυτό και πολύ νωρίς το άβατον στην αθωνική χερσόνησο περιφρουρήθηκε με αυτοκρατορικά διατάγματα. Στο πρώτο Tυπικό του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη (969) σαφώς απαγορευόταν η είσοδος γυναικών. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ου σχοίης ζώον των εκ του θήλεος γένους εις χρείαν υπουργικήν ο τω θήλει παντάπασιν αποταξάμενος». Με το Τυπικό του Ιωάννου Τσιμισκή απαγορευόταν η είσοδος ευνούχων και αγενείων παίδων, όπως κατόπιν και με το Τυπικό του Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου. Στο Τυπικό του Μανουήλ Παλαιολόγου (1394) ορίζεται: «θηλυκά ζώα μηδείς εισαγαγέτω εντός του Όρους μηδέ λαϊκοίς αφιέναι όλως νέμεσθαι θηλυκά ή αρσενικά, όρος και νόμος αμφοτέρων έστω έως της βίγλας, περαιτέρω μη προβήναι, ει δε τούτων καταφρονήσει έστω και αυτός υπό τα επιτίμια των αγενείων».

(περισσότερα…)

Γενικός κανόνας

Το άβατο για τις γυναίκες στα ανδρικά μοναστήρια και για τους άνδρες στα γυναικεία ήταν γενικός κανόνας και προβλεπόταν από όλα τα μοναστηριακά τυπικά, αφού η ασκητική ζωή ήταν εγκατάλειψη των εγκοσμίων. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Κων. Μανάφης, οι εξαιρέσεις γίνονταν υπό περιοριστικούς όρους (Μοναστηριακά Τυπικά – Διαθήκαι, Αθήνα 1970, σελ. 80).
«Ενώ το «άβατον είναι την μονήν γυναιξίν» είναι γενικός κανών, εν τούτοις υπάρχουν τυπικά, τα οποία επιτρέπουν υπό όρους βεβαίως την είσοδον γυναικών εντός του περιβόλου της μονής. Εν τω τυπικώ της Κοσμοσωτείρας τυπούται ότι η είσοδος γυναικών εν τη μονή διά προσκύνησιν του ναού επιτρέπεται τρις τους έτους, ήτοι κατά τας εορτάς της Κοιμήσεως, του Ευαγγελισμού και της Γεννήσεως της Θεοτόκου, τη επιβλέψει όμως του ηγουμένου».
Όπως εξηγεί ο ίδιος μελετητής, «την εξαίρεσιν νομίζομεν ότι κατέστησαν αναγκαίαν αι ιδιάζουσαι τοπικαί συνθήκαι… Άλλος ναός εν τη περιοχή δεν υπήρχε, πλην του επ’ ονόματι του αγίου Προκοπίου τιμωμένου, τον οποίον έκτισεν επίσης ο ιδρυτής της μονής της Κοσμοσωτείρας προς κάλυψιν των θρησκευτικών αναγκών των επιχωρίων. Ήτο όμως δυνατόν να εμποδίση την προσέλευσιν των γυναικών κατά τας εορτάς της Θεομήτορος εις τον ναόν της μονής, ο οποίος ετιμάτο εις το όνομα της Θεοτόκου;». Για να μην παραβιάζεται το άβατο, στις περιπτώσεις αυτές, κτίζονταν οι ναοί στο τείχος του περιβόλου, ώστε πέραν των χώρων αυτών, να μην εισέρχονται στις μονές.
«Στη μονή Σακκουδίου στον Όλυμπο, σημειώνει η Ταμάρα Τάλμποτ Ράις, διαμορφώθηκε ένας εξαιρετικά αυστηρός κανονισμός μετανοίας, ο οποίος όπως και στον Άθω, απαγόρευε θηλυκά πλάσματα να μπαίνουν στο χώρο της Μονής». (Ο Δημόσιος και Iδιωτικός Βίος των Βυζαντινών, μετ. Φ. Κ. Βώρου, «Παπαδήμας», σελ. 98). Το ίδιο συνέβαινε και στους γυναικείους Παρθενώνες, που ήταν άβατοι για τους άνδρες. Αυτό ήταν γενικός κανόνας και μόνο για προσκυνηματικούς λόγους, έκτιζαν παρεκκλήσια ή καθολικά στα τείχη των περιβόλων των μονών ώστε στις πανηγύρεις να παρακολουθούν πιστοί και από τα δύο φύλα, ενώ το άβατο ίσχυε για την υπόλοιπη έκτασή τους. Τέτοια ήταν η περίπτωση του μοναστηρίου της Κοσμοσωτείρας αφιερωμενου στην Παναγία.
Ένας από τους λόγους της θέσπισης του αβάτου στο Άγιον Όρος, είναι η αφιέρωσή του στην Παναγία, της οποίας και θεωρείται κήπος και περιβόλι και τιμάται ως η έφορος και ηγουμένη του. Άλλη γυναίκα δεν χωρεί. Υπάρχουν αγιορείτικες παραδόσεις, σύμφωνα με τις οποίες η ίδια η Παναγία επεμβαίνει για να απομακρύνει γυναίκες που παραβιάζουν το άβατο. Στο έργο του «Το Άγιον Όρος Άθως» (Αθήναι 1903, σελ. 317 κ.ε.) αναφέρεται ότι το 382 μ.Χ. το επισκέφθηκε η θυγατέρα του Μεγάλου Θεοδοσίου Πλακιδία, η οποία έφθασε στην περιοχή της Μονής Βατοπεδίου, αναγκάσθηκε όμως να φύγει γιατί άκουσε τη φωνή της Παναγίας, που της έλεγε ότι το Άγιον Όρος είναι κτήμα της και καμιά άλλη γυναίκα δεν μπορεί να πατήσει σ’ αυτό.
Λέγεται ότι μετά την Άλωση (1453), μετέβη στο Άγιον Όρος η μητέρα του Πορθητή Μάρω, θυγατέρα του Σέρβου βασιλιά Γεωργίου, κτίτορα του καθολικού της Μονής Αγίου Παύλου, για να προσφέρει σ’ αυτό τα Τίμια Δώρα των τριών Μάγων, επενέβη όμως και πάλι η Παναγία και την εμπόδισε:
«Κατά την αγιορείτικη παράδοση, καθώς η Μάρω ανέβαινε από τον αρσανά (λιμάνι) στη Μονή, η Κυρία Θεοτόκος, με υπερφυσικό τρόπο την εμπόδισε να πλησιάσει στη Μονή και να παραβιάσει το άβατον του Αγίου Όρους. Αυτή υπάκουσε και παρέδωσε ταπεινά τα τίμια δώρα στους ευλαβικούς μοναχούς, οι οποίοι και έστησαν στο σημείο εκείνο της θεομητορικής παρουσίας ένα Σταυρό που σώζεται μέχρι σήμερα και λέγεται «Σταυρός της Βασιλίσσης». Το σουλτανικό έγγραφο με τις σχετικές πληροφορίες φυλάσσεται στο αρχείο της μονής» (Tα δώρα των Μάγων πηγή χάριτος μέχρι σήμερα, έκδ. Μ. Αγίου Παύλου, Άγιον Όρος 1990, σελ. 9).

Γράφει ο Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ

Γράφει ο Ι. Μ. Χατζηφώτης

ΣΤΗΝ κοιτίδα του ορθόδοξου ανατολικού μοναχισμού, την Αίγυπτο, βασικό χαρακτηριστικό ήταν η απομάκρυνση των μοναχών, -όπως το ίδιο το όνομά τους δηλώνει- από τον κόσμο για να ζήσουν κατά μόνας. Έφευγαν λοιπόν από τις πόλεις, τον κόσμο, και αναζητούσαν ερημικές τοποθεσίες, τόπους ησυχαστικούς. Έτσι ο Μέγας Αντώνιος (251-355/6) πήγε το 285 στην έρημο του Πισπίρ, στη δεξιά όχθη του Νείλου, ανάμεσα στο Ατφίχ και Μπένι Σουέφ (η περιοχή λέγεται σήμερα Ντερ ελ Μεϊμούν), όπου και παρέμεινε 20 ολόκληρα χρόνια. Οι έρημοι της Νιτρίας και της Θηβαΐδος φιλοξένησαν τους πρώτους μοναχούς (ερημίτες), που αναγκάζονταν κάθε τόσο να μετακομίζουν, όταν η φήμη τους συγκέντρωνε πολλούς άλλους κι εκείνοι επιθυμώντας «άκραν ησυχίαν» αναζητούσαν άλλες ερημικές περιοχές.
Αυτός ο τρόπος άσκησης, ο ερημικός, συνεχίσθηκε ως τα νεώτερα χρόνια στη λεγομένη «Έρημο» του Αγίου Όρους (από τη Νέα Σκήτη ως τον Ακράθω). Αναπτύχθηκε όμως παράλληλα το κοινοβιακό σύστημα το οποίο οργάνωσε ο Άγιος Παχώμιος (4ος αι.). Λέγεται ότι στα κοινόβια του Αγίου Παχωμίου στην Ταβέννησο υπήρχαν 5.000-7.000 μοναχοί. Παράλληλα με τον ανδρικό αναπτύχθηκε και ο γυναικείος μοναχισμός. Τον 5ο αι. στην Οξύρρυγχο υπήρχαν 10.000 μοναχοί και 12.000 μοναχές. Μοναστικά κέντρα δημιουργήθηκαν από το Φαγιούμ και από τις δύο πλευρές του Νείλου γύρω από τη Μίνια ως την Ερμούπολη, το Εντφού, το Ασσουάν, το Ασιούτ, την Πανόπολη κ.λπ.
Ήδη τον 4ο αι. συγκέντρωσε πολλούς μοναχούς η Σιναϊτική έρημος. Ένας μαθητής του Μεγάλου Αντωνίου, ο Άγιος Ιλαρίων, μεταφήτευσε τον μοναχισμό στην Παλαιστίνη, ιδρύοντας το 328 το πρώτο μοναστήρι στην περιοχή, που δεν άργησε να γεμίσει κελιά και μοναστήρια. Ο μοναχισμός απλώθηκε στην περιοχή της Γάζας, ενώ το 330 ο Άγιος Χαρίτων ίδρυσε την πρώτη λαύρα στην Αΐν Φάρα (ο ίδιος ίδρυσε κατόπιν και δεύτερη και τρίτη κοντά στο Σαραντάριον Όρος και τη Λαύρα του Σουκά). Ο ορθόδοξος μοναχισμός υπήρξε πάντοτε αναχωρητικός. Παλαιστίνη, Συρία Μεσοποταμία, Μικρασία φιλοξένησαν μοναχούς και ερημίτες που έλιωσαν στην άσκηση και αναλώθηκαν στην προσευχή και τη λατρεία. Στο Γαλλήσιο όρος, κοντά στην Έφεσο, στο όρος Λάτρος, στον Όλυμπο της Βιθυνίας ήκμασε ο ορθόδοξος μοναχισμός στους βυζαντινούς χρόνους. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης πήγε τον 10ο αι. στον Άθω και ίδρυσε το 963 τη Μεγίστη Λαύρα, το πρώτο και αρχαιότερο μοναστήρι του Αγίου Όρους και από το όρος Λάτρος τον 11ο αι. ο Άγιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός μετέβη στην Πάτμο όπου ίδρυσε τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Το νησί ήταν έρημο και γι’ αυτό το επέλεξε. Στην Κωνσταντινούπολη ο μοναχισμός αναπτύχθηκε τον 4ο αι., που ήταν αυτοκράτορας ο Μέγας Θεοδόσιος (379-396). Παλαιότερο μοναστήρι θεωρείται η μονή Δαλματίου, που ίδρυσε ο μοναχός Ισαάκ.
Ο Όσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός (11ος αι.) επέλεξε τη νήσο Πάτμο για να ανεγείρει τη μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, γιατί ήταν έρημη. «Η νήσος, γράφει η καθηγήτρια Έρα Λ. Βρανούση, εθεωρήθη κατάλληλος, ως έρημος και σχετικώς ασφαλής… ήτο άνικμος και ξηρά, μόλις δε είχε γην σπόριμον 627 μοδίων. Ο αναγραφεύς των Κυκλάδων νήσων Νικόλαος ο Τζάνζης σημειώνει εις το Πρακτικόν της παραδόσεως της νήσου εις τον Χριστόδουλον (1088) ότι «δένδρου οιουδήποτε ουδέ μικρόν τι λείψανον εν αυτή είδομεν ειμή μόνον ξηροαχλάδας είκοσιν», προσθέτει δε ότι εύρε ταύτην την έρημον, ουδέ μίαν και μόνην οικίαν συνισταμένην το σύνολον» (Τα Αγιολογικά Κείμενα του Οσίου Χριστοδούλου, Αθήνα 1966, σ.σ. 111-112).
Το Άγιον Όρος, ακέραιη περιοχή αναχωρητισμού, με μοναστήρια, σκήτες, κελιά, ερημητήρια, ήταν ήδη από την περίοδο που δημιουργήθηκε οργανωμένος μοναχισμός (ίδρυση το 963 από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη της Μεγίστης Λαύρας με συνκτίτορα τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά) άβατο σε γυναίκες και αγένεια παιδιά. Η είσοδος γυναικών απαγορεύεται ρητά στο πρώτο τυπικό του Αγίου, όπως και αγενείων παίδων και θηλυκών ζώων (συντάχθηκε το έτος 969):Εντέλλομαι δε και τούτο συν ασφαλεία πάση και παραγγέλλω τω τε καθηγουμένω τοις τε μετ’ αυτόν τα πρώτα φέρουσιν αδελφοίς, ίνα μηδέποτε εν τη καθ’ ημάς λαύρα ευνούχον προσδέξωνται, ει και τάχα γέρων εστί, μήτε δε παιδίον, είπερ μέλλει είναι αυτού τα σκήπτρα της βασιλείας διέποντος» (βλ. Στ. Παπαδάτου: Το πρόβλημα του αβάτου του Αγίου Όρους, Θεσσαλονίκη 1969, σελ. 19).
Με διατάγματα των Ιωάννη Τσιμισκή, Κωνσταντίνου Θ’ Μονομάχου και Μανουήλ Παλαιολόγου, το άβατο περιφρουρήθηκε πλήρως, όπως και με πατριαρχικά έγγραφα και σιγίλλια των Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία Α’ και Β’, του Πατριάρχη Ιωακείμ κ.ά. Συχνά οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, στην πνευματική δικαιοδοσία των οποίων υπάγεται το Άγιον Όρος, εξαπόστελλαν αυστηρά γράμματα, όποτε τύχαινε παραβίαση του αβάτου από γυναίκες, όπως έκανε ο Πατριάρχης Ιωακείμ το 1905, όταν σημειώθηκαν παραβιάσεις στη μονή Αγίου Παντελεήμονα κ.λπ. από Ρωσίδες.