Γράφει ὁ κ. Παῦλος Τρακάδας, Θεολόγος

«Ἀκόμα καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἐξετάζεται ἡ ὑποχρεωτικότητα παρότι κι ἐκεῖ εἶναι ὑψηλὰ τὰ ποσοστὰ ἐμβολιασμοῦ», ἐδήλωσεν ὁ Κυβερνητικὸς Ἐκπρόσωπος κ. Γιάννης Οἰκονόμου εἰς τὴν ἐκπομπὴν «Σήμερα» τοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ «Σκάϊ» τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 2021.

Σιγή ἰχθύος ἀπὸ τὴν Ἱ. Σύνοδον, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν Ἱ. Σύνδεσμον κληρικῶν

Ὁ ἐμβολιασμὸς δὲν πρέπει νὰ καταστῆ ὑποχρεωτικὸς διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους.

Ἤδη εἰς τὸν δημόσιον διάλογον ἔχουν κατατεθῆ κύριαι ἐνστάσεις, ὅπως τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουν χρησιμοποιηθῆ κυτταρικαὶ σειραὶ ἀπὸ ἐκτρώσεις εἰς τὰ ἐμβόλια, ὡς ἐπίσης ὅτι εἶναι ἄγνωστοι αἱ μακροχρόνιοι παρενέργειαι τῆς νέας τεχνολογίας τῶν ἐμβολίων, (ὅταν μάλιστα αἱ βραχυπρόθεσμοι εἶναι ἤδη ἀπογοητευτικαί…).

Ἑπομένως, ὑποχρεωτικότης σημαίνει παραβίασις τῆς συνειδήσεως ὅσων δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐμβολιασθοῦν.

Ὑπάρχει ἕνας ἀκόμη σπουδαιότατος λόγος, ποὺ ὀφείλει κανεὶς νὰ τὸν ἀναζητήση βαθύτερα: πρόκειται διὰ τὴν ἀπόπειρα, μέσῳ τῆς ἐπικλήσεως τῆς «γνώσεως» νὰ ὑποκατασταθῆ ἡ ἠθικὴ κρίσις, δηλ. δὲν ἐναπόκειται πλέον εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀναλόγως τῆς πίστεώς του νὰ πράξη ἐλευθέρως -ἔστω καὶ λανθασμένα- ἀλλὰ τοῦ ἐπιβάλλεται ἕνας καταναγκασμὸς μὲ τὸ ἐπιχείρημα κάποιας ἀντικειμενικῆς «σοφίας» τῶν ὑποτιθεμένων εἰδικῶν.

Ἀντὶ αὐτὸς ὁ προβληματισμὸς νὰ ἐγείρη ἔντονον συζήτησιν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἱεραρχίας, Μητροπολῖται συντάσσονται ἀναφανδὸν ὑπὲρ τῆς «γνώσεως», διότι (ἂν ἐξαιρέσωμεν ὅτι ἔνιοι θέλουν νὰ εἶναι ἀρεστοὶ εἰς τὸ Κράτος) καὶ οἱ ἴδιοι σκέπτονται μὲ τὴν λεγομένην «κοινὴν λογικήν». Ὅμως αὐτὴ ἡ «κοινὴ λογικὴ» δὲν εἶναι «μπολιασμένη» εἰς «νοῦν Χριστοῦ», ἀλλὰ εἶναι κοσμική, «ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης».

Πρόκειται διὰ τὴν λογικὴν ποὺ θέτει τὴν ὑγείαν ὡς τὸ ὕψιστον ἀγαθόν, ἀνωτέρα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἀκριβῶς τὸ ἀνάποδον ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ χαρακτηρίζει διαχρονικὰ τὰς κοινωνίας ποὺ ἔχουν ἰδανικὰ (βλ. τοὺς προγόνους μας ποὺ προετίμησαν τὴν ἐλευθερίαν μὲ τίμημα τὸν θάνατον), εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς πρωτογονικάς ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρει μόνον ἡ ἐπιβίωσις.

Ζῶμεν εἰς μίαν ἀντιηρωϊκὴν ἐποχήν, διότι ἡ κυριαρχία τῆς «πληροφορίας», ποὺ ἔχει ἀναχθῆ εἰς «γνῶσιν» ἔχει τρομοκρατήσει τὴν ἠθικὴν κρίσιν, δηλ. τὸ νόημα τοῦ βίου.

Τί προσφέρουν οἱ λοιμωξιολόγοι, ὅταν καὶ οἱ ἴδιοι παραδέχωνται ὅτι εὑρίσκονται ἐνώπιον ἑνὸς ἀγνώστου ἰοῦ, δηλ. δηλώνουν σχετικὴν ἄγνοιαν; Προσφέρουν καταιγισμὸν πληροφοριῶν ποὺ καθημερινῶς ἀλλάζουν.

Αὐτὴν τὴν ροὴν «γνώσεως» ὅμως ἡ πολιτικὴ τὴν ἐργαλειοποιεῖ, ἀνάγουσα εἰς τὴν ἀδιαμφισβήτητον «ἐπιστήμην» (ὡς ἡ ἐπιστήμη νὰ εἶναι κάτι ἑνιαῖον καὶ ἀμετάβλητον), ὥστε νὰ καταπαύση κάθε κριτική, προκειμένου νὰ δύναται νὰ μπορῆ νὰ διαχειρισθῆ «τὶς μάζες». Τότε, ἡ ἠθικὴ κρίσις γίνεται πολεμία καὶ πρέπει νὰ κατασταλῆ, διότι ὁ πραγματικὸς ἐχθρὸς δὲν εἶναι ὁ ἰὸς, ἀλλὰ ὁ σκεπτόμενος πολίτης (τὸν ὁποῖον καταγγέλλουν ὡς «ψεκασμένον», «ἀντιεμβολιαστὴν» κ.ἄ., διὰ νὰ τὸν στοχοποιήσουν), καθὼς δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ καταστῆ πειραματόζωον.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ κυρίαρχη πίστις, ἡ Ὀρθόδοξος, ποὺ εἶναι πηγὴ τῆς ἠθικῆς κρίσεως καὶ διακρίσεως πρέπει εἴτε νὰ ὑποταχθῆ εἰς τὸ πολιτικὸν ἀφήγημα εἴτε -ἂν ἀντιδρᾶ- νὰ τεθῆ εἰς τὸ περιθώριον. Τοιουτοτρόπως προκύπτει ἡ «Πολιτικὴ Ὀρθοδοξία», δηλ. ὅπως Ὀρθοδοξία σημαίνει μίαν μόνον ἀλήθειαν, ἔτσι τώρα ὑπάρχει μία μοναδικὴ Πολιτικὴ ποὺ ἀποκλείει κάθε ἄλλην φωνήν, κάθε διαφωνίαν, καὶ ἀποτελεῖ ἡ ἰδία τὴν ἀποκλειστικὴν ἀλήθειαν! Καταλήγει λοιπὸν ἡ Ὀρθοδοξία ὄχι μόνον νὰ κατευθύνεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ νὰ ἐκχωρῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν διακρίνει ἀπὸ κάθε ἄλλο (ἂς ἐπιτραπῆ κατ’ οἰκονομίαν ἡ λέξις) «σύστημα» ἐπὶ τῆς γῆς, δηλ. τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀληθείας. Εἰς κανένα τομέα τοῦ βίου δὲν ὑπάρχει ἀποκλειστικότης τῆς ἀληθείας παρὰ μόνον εἰς τὴν πίστιν.

Αἴφνης ἡ πολιτική, ποὺ ἀνέκαθεν ἦτο πεδίον συγκρούσεων καὶ δὲν εἶναι δυνατόν ἐξ ὁρισμοῦ νὰ ἀξιώνη ὅτι κατέχει τὴν ἀλήθειαν, τώρα ὄχι μόνον προβάλλει κάτι τέτοιο, ἀλλὰ ὑφαρπάζει αὐτὸ εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας: διότι τὰ ἰδιώματα διακρίνουν τὴν ὑπόστασιν κάθε «συστήματος» καὶ ἂν τὸ ἀποκλειστικὸν ἰδίωμα τῆς μιᾶς τὸ κατέχη καὶ ἄλλη τότε εἴτε ταυτίζεται μὲ αὐτὴν εἴτε ἀπορροφᾶται ἀπὸ αὐτήν. Μὲ αὐτὸν τὸν μηχανισμὸν «ὑποκλοπῆς» ἐπέτυχεν ἡ πολιτικὴ τὴν θεοποίησιν τῆς ἐπιστήμης, τὴν λατρείαν τῆς ἰατρικῆς, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπεχώρησεν ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὸ χωρίον τῆς Σοφίας Σειράχ, ὅτι Κύριος ἔκτισεν ἰατροὺς καὶ φάρμακα, ἔγινε προμαχὼν ὑπερασπίσεως τῆς πίστεως εἰς τὴν ἐπιστήμην! Αὐτὸ ποὺ ὑπονοεῖ ὁ Σειρὰχ εἶναι ὅτι οἱ ἰατροὶ καὶ τὰ φάρμακα εἶναι δημιουργήματα, ἀνάγουν τὴν ἀρχὴν τους εἰς τὸ Θεόν. Σήμερα ὅμως, ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς ἰατρολατρίας, οἱ Ἱεράρχαι μας καὶ αὐτὴ ἡ ΔΙΣ προβάλλουν τὸ συγκεκριμένον χωρίον ὡς αὐτὸ νὰ λέη ὅτι ἡ σύγχρονος ἰατρικὴ εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἀγαθή.

Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκολουθῆ κανεὶς ἀπροϋποθέτως τὴν ἰατρικὴν, ὅταν πλέον αὐτὴ προτάσση τὸν ἰδικὸν της Δεκάλογον: φονεύσεις ἔμβρυα, μοιχεύσεις μὲ προφυλάξεις, (ὑπὸ)κλέψεις τὴν ἰσοθεΐαν κ.λπ.;

Τί σημαίνει ὅμως πρακτικὰ ὅλο αὐτό; Ὅτι τὸ κράτος μὲ τὴν σύμφωνον γνώμην τῆς πλειονότητος τῶν πολιτῶν ὑπερέβη τὰ ὅριά του καὶ εἰς τὸ ὄνομα τῆς «γνώσεως», ποὺ ἐκεῖνο θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ διαχειρίζεται κατ’ ἀποκλειστικότητα, εἰσβάλλει εἰς τὴν ἰδιωτικὴν σφαῖραν καὶ ἀξιώνει τὸν πλήρη ἔλεγχον τῆς ζωῆς π.χ. ἐνῶ μέχρι σήμερα τὸ κράτος διεσφάλιζε τὸ ἀπρόσκοπτον τῆς θρησκευτικῆς λατρείας ἀπὸ ἔξωθεν παρεμβάσεις, τώρα παρεμβαίνει τὸ ἴδιον νὰ ρυθμίση αὐτήν, χωρὶς βεβαίως νὰ τοῦ ἐπιτρέπεται συνταγματικά, ἐπικαλούμενον τὴν ἀνωτάτην βίαν τῆς «ὑγειονομικῆς ἀσφαλείας», ἀκριβῶς ἐπειδὴ οἱ ἴδιοι οἱ «θρησκευτικοὶ λειτουργοὶ» ἀπεδέχθησαν ὅτι ὑψίστη ἀρχὴ εἶναι ἡ ὑγεία, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν γνῶσιν ἔχει μόνον τὸ κράτος! Ὁλοτελὴς κατάργησις τῆς ἠθικῆς κρίσεως!

Ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ αὐτό;

Ἀπὸ πολιτικῆς πλευρᾶς αὐτὸ ὁδηγεῖ εἰς τὸ λυκόφως τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. Δὲν ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἡ Διοίκησις τῆς Ἐκκλησίας θὰ ὑπάγεται εὐθέως εἰς τὸ «πολίτ μπιρὸ» μιᾶς καπιταλιστικῆς σοβιετίας…

Μᾶς ἀπασχολεῖ περισσότερον ὅμως εἰς τὴν παροῦσα προσέγγισιν ἡ πνευματικὴ πλευρά. Γινόμεθα μάρτυρες τῆς ἐγκαθιδρύσεως μιᾶς νέας θρησκείας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ λατρεία τῆς ὑγείας, δηλ. κατ’ οὐσίαν τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ ὁ μετασχηματισμὸς τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Μᾶς ζητοῦν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὡς νὰ εἶναι πλέον διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἕνας ἰὸς (ἔστω καὶ κατασκευασμένος) κατευθύνει ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν ἀνθρωπιά, τὸν πολιτισμόν, τὴν πίστιν καὶ «ἡ ζωή μας δὲν θὰ εἶναι πλέον ἴδια» (ὡς ἀρέσκονται νὰ λέγουν οἱ πολιτικοί), δηλ. ὁ ἰὸς ἐλέγχει τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἱεράρχαι κατήντησαν τὸ προηγούμενον διάστημα ἱεροκήρυκες ἑνὸς συγκεκαλυμμένου δαρβινισμοῦ! Συν­εχῶς ἐμελετούσαμεν εἰς κείμενα ὅτι «ἕνα μικροσκοπικὸν πρᾶγμα, ὁ ἰός, ἔδειξε τὴν μηδαμινότητα τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἐταπείνωσε».

Ἀρκοῦσε ἡ λέξις «ταπείνωσις», διὰ μαγευθοῦν ὅλοι οἱ «εὐλαβεῖς» ἀπὸ τὰ λόγια μεγαλοσχημόνων καὶ νὰ ἀποχαυνωθοῦν πλήρως ὅτι αὐτὸ εἶναι, ὅπως τοὺς τὸ παρουσιάζουν, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνωνται ὅτι αὐτὴ ἡ τελείως ἐπιφανειακὴ προσέγγισις δὲν ἦτο μόνον παραπλανητικὴ, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ὡδήγει εἰς τὴν συνταύτισιν μὲ τὴν ἀθεϊστικὴν ἄποψιν τῆς βιολογίας ὅτι «ἀπὸ τοὺς ἰοὺς προῆλθαν τὰ πάντα», δηλ. ὅτι οἱ ἰοὶ διεμόρφωσαν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους.

Ἡ μὲν Ἐκκλησία ὑπερετόνιζε τὸν ἰὸν (καὶ ὄχι τὸν Χριστόν, ποὺ ἀνεφέρετο ἐνίοτε ἀγνωστικιστικῷ τῷ τρόπῳ ὡς δημιουργὸς καὶ τῶν ἰῶν, ἀλλὰ ὄχι ὡς κύριος τῆς ἐπιδημίας καὶ λυτρωτής…) καὶ ἐζήτει ταπείνωσιν, χωρὶς ὅμως αὐτὴ νὰ στρέφεται εἰς τὰ μυστήρια (π.χ. ἀπηξιώθη πλήρως ἡ εὐεργετικὴ διὰ τὸ σῶμα ἐνέργεια τῶν μυστηρίων), ἀλλὰ πρὸς τὴν «ἐπιστημοσύνην» τῆς πολιτικῆς (μάσκες, ἐμβόλια κ.λπ.).

Ἡ δὲ βιολογία ἐπέμενεν ὅτι οἱ ἰοὶ ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ διεδραμάτισαν τὸν κυρίαρχον ρόλον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ζωῆς, μὲ τοὺς ἰσχυροὺς ὀργανισμοὺς νὰ παραμένουν καὶ τοὺς ἀσθενεῖς νὰ ἐξαφανίζωνται καὶ αὐτὴ δύναται νὰ εὕρη λύσιν…


Μετετοπίσθη ἑπομένως τὸ κέντρον βάρος ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ἔλεος τῆς ἐπιστήμης, καθὼς Ἐκκλησία καὶ ἐπιστήμη συμφωνοῦν σιωπηρῶς νὰ ἀφήσουν τὸν Θεὸν «ἀπ’ ἔξω» καὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἰόν… πρα­γματιστικά, δηλ. μὲ τοὺς ὅρους ποὺ θέτει ἡ ἐπιστήμη.

Διὰ τοῦτο ἀκούομεν συνεχῶς ἀπὸ ἱερατικὰ χείλη ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ ὅτι «ἐπιστήμη καὶ πίστις δὲν ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν». Πρόκειται διὰ ἑτέραν «ἀθεολόγητον» προσέγγισιν τῆς ἐπιδημίας, καθὼς δὲν λαμβάνεται ὑπόψιν ὅτι: α) πίστις καὶ ἐπιστήμη δὲν τίθενται εἰς τὸ ἴδιον ἐπίπεδον, β) δὲν ὑπάρχει ἑνιαία ἐπιστήμη καὶ μάλιστα ἐφαρμοζομένη εἰς ὅλους κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὡς τὸ κρεββάτι τοῦ προκρούστη (ὅπως συμβαίνει τώρα μὲ τὰ ἐμβόλια) καὶ γ) αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται «ἐπιστήμη» εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι ἡ μεταμφιεσμένη πολιτική.

Ἡ ἄνευ ὅρων, λοιπόν, υἱοθέτησις τῆς θέσεως «ὑπακοὴ στὴν ἐπιστήμη» δὲν σημαίνει ἁπλῶς προσχώρησις εἰς τὴν κοσμοθεωρίαν αὐτῆς (π.χ. ἐξέλιξις) ἀλλὰ καὶ συγκατάθεσις διὰ τὸν τρόπον ποὺ θὰ ἐπιβληθῆ, αὐτὴ ὅπως ἀπεφάσισαν οἱ πολιτικοί. Ἔχουσα ἡ πολιτικὴ πλέον ὄχι μόνον τὴν ἰσχὺν ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐλέγχει τὰ μέσα καταστολῆς καὶ τὰ μέσα προπαγάνδας (ΜΜΕ), ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ποὺ τῆς διασφαλίζει τὸ ὑποτιθέμενον «ἀλάθητον» τῆς «ἐπιστημονικῆς» γνώσεως μαζὶ μὲ τὴν κάλυψιν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν, ἐπιδίδεται εἰς κοινωνικὸν εὐγονισμόν. Τὰ «lockdowns» ἐφηρμόσθησαν ὁριζοντίως καὶ ὅποιος ἐπέζησεν, ἐπέζησεν, ὅποιος ἀπέθανεν, ἀπέθανε.

Τώρα τὰ ἐμβόλια δίδονται εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως (καὶ ὄχι εἰς τὰς εὐπαθεῖς ὁμάδας, ὅπως πάντοτε ἐγίνετο) καὶ ὅσοι ὑποστοῦν παρενεργείας, ἂς τὰς ὑποστοῦν μὲ «προσωπικήν των εὐθύνην» (ἀφοῦ αἱ ἑταιρεῖαι παρασκευῆς τῶν ἐμβολίων καὶ τὸ κράτος ἀπεποιήθησαν αὐτάς)…

Ὁ «εὐγονισμὸς» αὐτὸς εἶναι σύμφυτος μὲ τὴν βάσιν τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης ποὺ εἶναι ἡ βιολογία καὶ εἶναι βαθύτατα «ρατσιστικός», διότι δὲν στοχεύει εἰς τὴν προστασίαν τῶν εὐαλώτων, τῶν ἀναγκαιμένων, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπιβίωσιν τῶν ἰσχυροτέρων… Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει ἂν θὰ πεθάνουν καὶ κάποιοι ἀπὸ τὰ ἐμβόλια (τὸ θεωροῦν ὡς ἀναμενομένην παρενέργειαν!), διότι προέχει ἡ συνέχισις τῆς κοινωνίας ὡς ἕνα ἀπροσδιόριστον σύν­ολον καὶ μαζὶ ἡ ἐπιβίωσις τοῦ ἰδίου τοῦ πολιτικοῦ συστήματος.

Ἂν μάλιστα αὐτὸ πρέπει νὰ γίνη λαμβάνοντες καὶ κυτταρικάς σειράς ἀπὸ ἐκτρωθέντα ἔμβρυα, δὲν τοὺς προβληματίζει καθόλου, ἀκριβῶς διότι ἡ ἔκτρωσις εἶναι καὶ αὐτὴ εὐγονικὴ πρακτική: ἐπιτρέπουν τὴν δολοφονίαν ἐμβρύων, ἐπειδὴ αὐτὰ ἔχουν κάποιο ἐλάττωμα, ὥστε νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν ζωὴν μόνον τὰ ἀρτιμελῆ! Δὲν αἰσχύνονται μάλιστα νὰ τὸ ἀποκαλοῦν «θεραπευτικὴ διακοπὴ κυήσεως» (βλ. πρόσφατον φυλλάδιον τῆς ΔΙΣ «πρὸς τὸν λαὸν»)

Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται καὶ ἡ ὑπαρξιακὴ ἀντίφασις τοῦ νέου Ὑπουργοῦ Ὑγείας κ. Θάνου Πλεύρη: ἀπεκήρυξε δημοσίως ἀντισημιτικάς του δηλώσεις καὶ ἔλαβε ἀποστάσεις ἀπὸ θέσεις τοῦ πατρὸς του προκειμένου νὰ ὑπηρετήση μὲ τὸν πλέον χιτλερικὸν τρόπον τὸν εὐγονισμόν. Θὰ ἦτο, πράγματι, καλὸν δι’ ἐκεῖνον νὰ ἀπαρνηθῆ καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν πατέρα του, ὄχι ὅμως διὰ τὴν ὑπουργικὴν θέσιν…

Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἰατρικῆς, ἀλλὰ ὅταν αὐτὴ ἐπιβάλλεται καταναγκαστικὰ εἰς οἱονδήποτε ἄνθρωπον, τότε δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστήμης ἀλλὰ πολιτικοῦ προγράμματος, ὅπως ἔκαναν οἱ ναζισταί. Τὸ ἐρώτημα ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῆ εἶναι πῶς ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία (ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος) ἔκανε τὴν εὐγονικὴν κήρυγμά της, ὄχι μόνον ἀποδεχομένη ἀνεξετάστως καὶ προωθοῦσα ἐμμονικῶς τὰ ἐκτρωματικὰ ἐμβόλια, ἀλλὰ κυρίως παραδίδουσα τὸ «προνόμιον» τῆς ἠθικῆς κρίσεως εἰς τὴν ἐπιστήμην.

Ἂν οἱ κληρικοί μας ἀξίζει νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν ὑποχρεωτικότητα τοῦ ἐμβολιασμοῦ εἶναι, διότι θὰ πρέπη νὰ διαφυλάξουν τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τὴν διολίσθησιν πρὸς τὸ νὰ καταστῆ ἡ ἐγκόσμιος γνῶσις ἀνωτέρα τῆς «μωρίας τοῦ κηρύγματος», δίδουσα ἄλλοθι εἰς τὴν πολιτικὴν νὰ ἁλώση τὴν Ἐκκλησίαν.

Από τον Ορθόδοξο Τύπο