Οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε ἐντός μας τή φωνή τῆς συνείδησης. Εἶναι ὁ κώδικας ἀξιῶν πού ἐλέγχει τίς πράξεις μας, μᾶς κάνει νά γνωρίζουμε ἄν αὐ τό πού σκεφτόμαστε ἤ θέλουμε νά πράξουμε εἶναι καλό ἤ κακό, μᾶς ἀφήνει νά εἴμαστε ἥσυχοι ἤ μᾶς προβληματίζει γιά τή ζωή μας.

Ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ

Ἡ συνείδηση κατά τήν πίστη μας εἶναι ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ κώδικας τοῦ εὐαγγελίου καί τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν πού μᾶς κάνει νά βλέπουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά πορευόμαστε στή ζωή μας σύμφωνα μ’ αὐτό ἤ ὄχι, ἄν ἁμαρτάνουμε, ἄν δηλαδή δέν κάνουμε ὅ,τι θέλει ὁ Θεός, μέ ἀποτέλεσμα νά κουραζόμαστε πνευματικά, ἤ ἄν νιώθουμε ὅτι ἡ πορεία μας εἶναι πρός Ἐκεῖνον.

Γιά τήν ἐπιστήμη εἶναι ὁ χῶρος τῆς σύγκρουσης ἀνάμεσα στό τί πρέπει νά κάνουμε, στό τί θέλουμε νά κάνουμε καί στό τί κάνουμε.

Αὐτός ὁ χῶρος διαμορφώνεται ἀνάλογα μέ τήν κληρονομικότητα, τήν οἰκογένεια, τό περιβάλλον, τίς προσωπικές ἐπιλογές. Ἡ θρησκευτικότητα γιά τήν ἐπιστήμη εἶναι ἕνας παράγοντας πού διαμορφώνει τή συνείδηση, ὄχι ὅμως ὁ μόνος ἤ ὁ κύριος.

Ἡ συνείδηση ὅμως συνδέεται καί μέ τή γενικότερη πορεία τῆς ζωῆς μας. Κάναμε ὅ,τι μπορούσαμε γιά νά πετύχουμε ἕνα σκοπό, ἕνα ἔργο τό ὁποῖο θέλαμε γιά νά εἴμαστε εὐτυχισμένοι;

Γιά νά κρατήσουμε ἕνα ἄνθρωπο κοντά μας;

Μήπως φανήκαμε ράθυμοι;

Βγήκαμε ἀπό τόν δρόμο μας;

Νίκησε ὁ ἐγωισμός στή σχέση μας μέ τόν ἄλλο;

Δέν δείξαμε τήν κατανόηση καί τήν ὑπομονή πού θά βοηθοῦσε;

Ἡ συνείδησή μας, λοιπόν, μᾶς βοηθᾶ νά εἴμαστε ἤρεμοι ἤ μᾶς κάνει νά στενοχωριόμαστε.

Πιστότητα στήν κλήση τοῦ Πατέρα

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος στούς Ἑβραίους, ἐπισημαίνει ὅτι ὡς πνευματικός ἡγέτης πίστεψε ὅτι ἔχει «καλήν συνείδησιν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλων ἀναστρέφεσθαι» (Ἑβρ. 13,18).

Ἦταν βέβαιος ὅτι εἶχε καθαρή τή συνείδησή του, ἀφοῦ σέ κάθε περίπτωση ἤθελε νά συμπεριφέρεται ὅπως πρέπει. Εἶναι μεγάλη φράση ἀπό ἕναν ἄνθρωπο πού ὁμολογεῖ ὅτι, παρ’ ὅλα ὅσα ἔκανε στή ζωή του, εἶναι ὁ πρῶτος τῶν ἁμαρτωλῶν (Α΄ Τιμ. 1,15).

Καί δέν ταπεινολογεῖ. Τό πιστεύει, διότι δέν συγκρίνει τόν ἑαυτό του μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, ὅπως ἐσφαλμένα πράττουμε ἐμεῖς, ἀλλά τόν συγκρίνει μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τή χάρη πού ὁ Χριστός τοῦ εἶχε προσφέρει καί αἰσθανόταν πώς ὅ,τι κι ἄν ἔκανε, τό χρωστοῦσε στήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως δέν παύει νά διαπιστώνει ὅτι ἔχει τή συνείδησή του καθαρή, διότι εἶναι ταπεινός. Αὐτό γίνεται, πρῶτον, διότι παρέμεινε πιστός στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτή τοῦ δόθηκε κατά τήν κλήση του ἀπό τόν Χριστό, στήν πορεία πρός τή Δαμασκό.

Μπορεῖ νά δοξάσθηκε ἀπό τούς ἀνθρώπους, μπορεῖ νά τούς πρόσ φερε τόν ἑαυτό του καί τά πάντα, ἀλλά ὅλα ἔγιναν ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ καί χάρις στή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ.

Δέν ὑποκαθιστᾶ τόν Χριστό μέ τόν ἑαυτό του, ἀλλά διακονεῖ τόν Χριστό μέ ὅλη του τήν ὕπαρξη. Μέ τήν προσευχή, μέ τίς περιοδεῖες, μέ τούς κόπους καί τά βάσανα, μέ τίς ἐπιστολές, μέ τό μαρτύριο, μέ τόν θάνατο.

Εἶναι καθαρή ἡ συνείδησή του, διότι, καθώς περνᾶ ὁ χρόνος, διαπιστώνει πώς ἡ ἀποστολή του ἦταν αὐτή πού τοῦ ἔδωσε χαρά καί σκοπό.

Δέν ἦταν ἕνας ψεύτικος στόχος ἤ κάτι μάταιο ὁ ἀγώνας γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ἀνθρώπων.

Δέν ἦταν κάτι πού θά σταματοῦσε στόν θάνατο, ἀλλά ἦταν καί εἶναι ὁ δρόμος καί ὁ τρόπος τῆς ἀνάστασης.

Η ἀποστολή του πέρασε μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία. Δέν ἦταν ἕνα ἀτομικό γεγονός, ἀλλά μία πορεία συνάντησης μέ τόν πλησίον, ὅπου γῆς. Μέ τόν λόγο καί τό παράδειγμά του βοήθησε νά ἱδρυθοῦν ἐκκλησιαστικές κοινότητες καί νά στερεωθεῖ στήν ἀλήθεια πού εἶναι ὁ Χριστός ὁ κάθε ἄνθρωπος πού πίστεψε.

Εἶχε συνείδηση ὅτι ἔζησε γιά τόν ἄλλον. Ἀλήθεια καί ἀσκητικότητα Εἶναι καθαρή ἡ συνείδησή του διότι, καθώς βλέπει νά ἔρχεται τό τέλος τῆς ζωῆς του, διαπιστώνει ὅτι προσπάθησε νά συμπεριφερθεῖ ὅπως πρέπει.

Αὐτό σημαίνει ὅτι ὑπῆρξε ἀληθινός. Δέν κολάκεψε.

Δέν φέρθηκε ὅμως καί μέ σκληρότητα. Ἦταν διακριτικός.

Ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος ξέρει νά συμπεριφέρεται ὅπως πρέπει.

Δέν κάνει ἐκπτώσεις στήν ἀλήθεια, παρηγορεῖ ὅμως τόν ἄλλο γιά τήν ἀδυναμία του. Νά κρατιέται ὄρθιος καί νά στηρίζει τούς ἀδελφούς του, χωρίς νά κάνει ἐκπτώσεις στήν ἀλήθεια.

Νά εἶναι ἡγέτης, ἀλλά καί μακρόθυμος. Νά μή λειτουργεῖ ἐξουσιαστικά, ἀλλά καί νά μή φοβᾶται νά δώσει μαρτυρία. Γιά νά ζήσει ἔχοντας καθαρή συνείδηση ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν πορεύτηκε ἀσκητικά. Ἔζησε δηλαδή ὄχι γιά τήν ἀπόλαυση καί τήν εὐτυχία μέ τά κοσμικά μέτρα, ἀλλά ἀγωνιζόμενος νά ἀρέσει στόν Θεό. Ἔζησε μέ ἀδιάλειπτη προσευχή. Ἀνέχτηκε καί συγχώρεσε. Ἐργάστηκε χειρωνακτικά, χωρίς νά ἀξιοποιήσει τά προνόμιά του. Τά πάντα μέσα του ἦταν ἀγάπη γιά τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο.

BΚαί νίκησε ἀκόμη καί τούς πειρασμούς τῆς ἀσθένειας, τῆς ἀπόρριψης, τῆς μοναξιᾶς μέ τήν ταπείνωσή του.

Orthodoxostypos

Aritirion@yahoo.com