Διότι η νηστεία είναι η τροφή της ψυχής, και όπως ακριβώς αυτή η σωματική τροφή αυξάνει το σώμα, έτσι και η νηστεία κάνει την ψυχήν περισσότερον ρωμαλέαν, καθιστά τα πτερά της ευκίνητα, την μεταφέρει υπεράνω του κόσμου αυτού, γίνεται αιτία να φαντάζεται τα ουράνια, αφού καθιστά αυτήν ανωτέραν από τας ηδονάς και τας απολαύσεις της παρούσης ζωής.

Και όπως ακριβώς τα ελαφρώς φορτωμένα πλοία διασχίζουν τα πελάγη ταχύτερα, τα καθιστάμενα από το πολύ φορτίον δυσκίνητα καταποντίζονται· έτσι η μεν νηστεία αφού κάμη περισσότερον ελαφρόν τον νούν, προετοιμάζει να διασχίσωμεν με ευκολίαν το πέλαγος της παρούσης ζωής και να στρεφώμεθα προς τον ουρανόν και να συγκινούμεθα από τα ουράνια και να μη δίδωμεν καμμίαν σημασίαν εις τα παρόντα, αλλά να τα περιφρονούμεν ως ευτελέστερα από την σκιάν και τα όνειρα.

(Ιωάννου Χρυσοστόμου,
Υπόμνημα εις την Γένεσιν,
Ομιλία 1η, Εις την είσοδον της Αγίας Τεσσαρακοστής)