Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση

Ὅσοι ἐκκλησιάζονται τακτικὰ θὰ ἔχουν διαπιστώσει ὅτι τὸ κήρυγμα πολὲς φορὲς ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν ἱερό του σκοπὸ καὶ γίνεται προσωπικὸς λόγος τοῦ ἱεροκήρυκα, ὁ ὁποῖος ἀρχίζει κανονικὰ στὴν ὥρα του καὶ ξεχνάει νὰ τελειώσει, γιατί θέλει νὰ ἐντυπωσιάσει, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναφερθεῖ σὲ πολλὰ θέματα ἐπιδεικνύοντας πολυμάθεια.

Νομίζει ὅτι ὅσο περισσότερα λέει τόσο περισσότερο ὠφελεῖ τοὺς ἀκροατές του, οἱ ὁποῖοι ὅμως δυσανασχετοῦν ἀπὸ τὶς ἐπιλογές του καὶ προπαντὸς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ξεχνάει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι τὸ κήρυγμα πρέπει νὰ εἶναι μονοθεματικὸ καὶ νὰ μὴ ξεπερνάει τὸ δεκάλεπτο, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ ρητορικὴ δεινότητα τοῦ ὁμιλοῦντος.

Στὸ κήρυγμα ἂν ἀναπτύσσονται δύο θέματα, εἶναι σίγουρο ὅτι τὸ πρῶτο θέμα θὰ τὸ ξεχάσουν ἀμέσως οἱ ἀκροατές, ἂν ἔχει τρία καὶ περισσότερα θέματα, ἐκεῖνο ποὺ τελικὰ θὰ μείνει εἶναι μόνο ἡ ἐντύπωση ὅτι ὁ ἱεροκήρυκας εἶπε πολλά, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι δὲν θυμοῦνται τίποτα!

Μέγας Βασίλειος δίνει μία συμβουλὴ στοὺς Χριστιανούς: «Σᾶς παρακαλοῦμε νὰ μὴ ζητᾶτε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀκούσετε νὰ σᾶς λέμε αὐτὸ ποὺ σᾶς ἀρέσει, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἀρέσει στὸν Κύριο καὶ συμφωνεῖ μὲ τὶς Γραφὲς καὶ δὲν ἀντιμάχεται σὲ ὅσα λένε οἱ Πατέρες».

Ὁ ἱεροκήρυκας δὲν πρέπει νὰ προσθέτει κάτι ποὺ δὲν ἔχει γραφτεῖ, οὔτε νὰ ἀφαιρεῖ κάτι ποὺ εἶναι γραμμένο.

Πρέπει νὰ διδάσκει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ πάντοτε, γιατί διαφορετικὰ θὰ εἶναι ἔνοχος γιὰ τὶς ψυχὲς αὐτῶν ποὺ κινδυνεύουν νὰ χαθοῦν.

Διαρκής ἐπίσης πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἔγνοια τοῦ ἱεροκήρυκα νὰ ἐπισημαίνει τὶς αἱρετικὲς ἀποκλίσεις μερικῶν δύσκολων ἀνθρώπων καὶ νὰ τὶς κρίνει, γιὰ νὰ προφυλάσσονται οἱ ἁπλοὶ καὶ καλοπροαίρετοι καὶ νὰ μὴ ἐντυπωσιάζονται ἀπὸ τοὺς προβατόσχημους λύκους, οἱ ὁποῖοι ἀρχίζουν τὴν καταστροφική τους δράση μὲ εὐγένεια καὶ καταλήγουν μὲ δηλητηριώδη δαγκώματα.

Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐλέγξουμε μερικοὺς σύγχρονους ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ ἀσχολοῦνται μόνο μὲ ἐπίκαιρα καὶ ἐπουσιώδη θέματα. Εἶναι αἰχμάλωτοι τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καὶ δὲν ἔχουν μεγάλη εὐαισθησία στὰ ἀντιαιρετικὰ θέματα. Ἡ κατάσταση ἐπιδεινώνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς Μητροπολίτες, ποὺ κινοῦνται μὲ τὸν τρόπο. Μιλοῦν μὲ ρητορικὸ τρόπο γιὰ πασίγνωστα κοινωνικὰ θέματα χωρὶς νὰ προκαλοῦν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν πιστῶν. Ὅταν μάλιστα ἔχουν ἀρχιερατικὰ συλλείτουργα, ἡ κατάσταση εἶναι ἀπελπιστική, γιατί ὁ οἰκεῖος μητροπολίτης ἀρχίζει νὰ ἐπαινεῖ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συλλειτουργούς του, νὰ ἀναφέρεται στὶς πολλὲς ἀρετές τους καὶ τὸ σπουδαῖο ἔργο ποὺ ἐπιτελοῦν στὶς περιοχές τους.

Ὅλα τὰ παραπάνω ἔχουν σχετικὴ ἀξία καὶ συχνὰ προκαλοῦν, γιατί δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα. Εἶναι εὔκολα λόγια γιὰ δύσ­κολο πνευματικὸ ἔργο ποὺ δὲν γίνεται. Εἶναι ἐκδηλώσεις κατὰ συνθήκην καὶ δὲν ἐπηρεάζουν. Καὶ βέβαια εἶναι ἐκτὸς θέματος, γιατί ἄλλα περιμένουν οἱ πιστοὶ καὶ ἄλλα ἀκοῦν. Οἱ περισσότεροι Μητροπολίτες ἀπὸ τοὺς δεσποτικοὺς θρόνους δὲν βλέπουν καθαρά. Δὲν ἔχουν ἀκόμα καὶ τὴν ἀπαραίτητη πληροφόρηση, οὔτε καὶ ἐνδιαφέρονται γι’ αὐτή. Ἁπλῶς θέλουν νὰ περνᾶνε καλά, νὰ ἀναφέρεται ὁ κόσμος σ’ αὐτοὺς, ἐνῷ οἱ ἴδιοι ἀδιαφοροῦν γιὰ ἐκείνους!

Εὐχὴ τῶν συνειδητῶν χριστιανῶν εἶναι οἱ κληρικοὶ καὶ εἰδικότερα οἱ κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ νὰ γίνουν περισσότερο ζηλωτὲς καὶ νὰ ὑπερ­ασπίζονται τὴν Ὀρθοδοξία, γιατί σήμερα οἱ οἰκουμενιστὲς ἔγιναν θρασεῖς καὶ θέλουν τὴν ὀρθόδοξη πίστη νὰ τὴν ἐξισώσουν μὲ τὶς ἑτερόδοξες δοξασίες τῶν παπικῶν καὶ διαμαρτυρομένων.