Κήρυγμα Πρωτοπρεσβυτέρου Χαραλάμπους Ν. Μ. από το Κατάνυξις


Η σημερινή εορτή αδελφοί μου είναι Θεομητορική εορτή.Ας προσπαθήσωμεν τώρα να είδωμεν εν πάση δυνατή συντομία πως συνέβη και έφερον εις Βλαχέρνας από τα Ιεροσόλυμα τοιούτον θησαυρόν πολύτιμητον, ήτοι την Αγίαν Εσθήτα της Θεομήτορος (Εσθήτα = γυναικείον φόρεμα).

Εις τας χρόνους κατά τας οποίους Αυτοκράτωρ της Πόλεως ήτο ο Λέων ο Μέγας, ήσαν δύο Πατρίκιοι στρατοπεδάρχαι αυτάδελφοι, Γάλβιος και Κάνδιδος καλούμενοι.

Ούτοι ανήκον εις την αίρεσιν του Αρείου.

Η Θεία Χάρις όμως, δεν αφήκεν τον Γάλβιον και Κάνδιδον να παραμείνουν εις το σκότος της αιρέσεως.

Τους εφώτισε και τους ωδήγησε προς την αλήθειαν.

Εμπρός όμως της τοιαύτης μεγίστης ευεργεσίας οι δύο άνδρες δεν έμειναν αδιάφοροι. Ομολόγησαν την Ορθοδοξίαν, εδίδασκον περί του ομοουσίου της Αγίας Τριάδος, περί της Θεοτόκου Παναγίας, διένεμον δε και ελεημοσύνην πολλάς καθ’ εκάστην εις πτωχούς, δια να εξαλείψουν την αμαρτίαν της προτέρας αιρέσεως.

Αυτούς λοιπόν επέλεξεν η Παναγία μας, να μεταβούν εις Ιεροσόλυμα, και να εύρουν την τιμίαν αυτής Εσθήτα. Τους εφώτισε την καρδίαν των και τους παρεκίνησε.

Έλαβον και αυτοί την απόφασιν. Εζήτησαν συγχώρησιν από τον Βασιλέα Λέοντα και από την Βασίλισσαν Βερίναν και με πολλή συνοδείαν εξεκίνησαν.

Έφθασαν εις τα μέρη της Παλαιστίνης, επέρασαν από την Γαλιλαίαν, δια να ίδουν και την Ναζαρέτ και την Καπερναούμ, και κατά Θείαν οικονομίαν έμειναν εις εν μικρόν χωρίον και εις την οικίαν μιας γυναικός.

Η τιμία εκείνη γερόντισσα, Άννα ονόματι, ήτο Εβραία το γένος, αλλά Χριστιανή εις την πίστιν.

Καθώς λοιπόν ητοίμασαν οι υπηρέται το δείπνον, είδον οι άρχοντες οίκον τινά κεκλησμένον, εις το οποίον ήτο πολλή φωτοχυσία και εκείτοντο εκεί άνδες και γυναίκες ασθενείς. Ταύτα βλέπων ο Κάνδιδος από μίαν θυρίδα, ηννόησε ότι ήτο άγιος τόπος εις τον οποίον οι ασθενείς ιατρεύοντο.

Αφού εκάθησαν εις το δείπνον προσεκάλεσαν την γερόντισσα και την παρακάλεσαν να τους εξηγήσει την υπόθεσιν. Μετά πολλών παρακλήσεων η γερόντισσα είπεν ότι ήτο ένας τόπος εις τον οποίον καθ’ εκάστην εγίνοντο πάρα πολλά θαύματα.

Οι δε άρχοντες είπον αυτή, «και πόθεν έλαβον εξ αρχής ούτος ο τόπος αυτό το χάρισμα;» Η δε γυνή δεν ήθελε να φανερώσει την υπόθεσιν, αλλά επροφασίζετο λέγουσα: «άλλο δεν ηξεύρω να σας ειπώ, ει μη μόνον ότι ο τόπος είναι πεπληρωμένος της Θείας Χάριτος»

Οι άρχοντες όμως εγνώσισαν από τους λόγους της, ότι κάτι το μυστήριον υπήρχε και το έκρυπτεν.

Την επήραν λοιπόν ιδιαιτέρως από τους άλλους και μετά πολλών παρακλήσεων, η γερόντισσα απεφάσισε να τους φανερώσει την υπόθεσιν, ότι εντός της οικίας εκείνης υπάρχει ένα ιμάτιον της Παναγίας Θεοτόκου Μαρίας εις μικρόν κιβώτιον, του οποίου η Χάρις και Θεία δύναμις ενεργεί τοιαύτα θαυμάσια.

Έφριξαν μόλις τα ήκουσαν αυτά οι δύο άρχοντες και από τον φόβον και την έκστασιν τους περιέχυσεν ψυχρότατος ιδρώς.

Η δε γυνή πάλιν ήρχισε να διηγήται καταλεπτώς από την αρχήν την υπόθεσιν.

«Αύτη η Θεία και Παναγία Παρθένος και Θεοτόκος, τον καιρόν της Αγίας αυτής Μεταστάσεως, είχε δύο γυναίκας παρθένους, αίτινες πολλάκις την υπηρέτησαν εις τας ανάγκας του σώματος με πολλήν ευλάβειαν και επιμέλειαν, εις τας οποίας εχάρισε δύο χιτώνας, τους οποίους εφόρει η Δέσποινα, να έχουν αντί αυτής, χάριν ευλογίας, εκείνα τα Θεία ιμάτια. Μία λοιπόν από ταύτας τας δύο γυναίκας ήτο από το γένος μου, και εις τον θάνατόν της αφήκεν εις άλλην παρθένον, συγγενούς αυτής, αυτό το θείον ιμάτιον και αυτή εις άλλην κατά διαδοχήν… Και έτσι κατήντησεν εις εμέ την αναξίαν, και τώρα δεν υπάρχει άλλη παρθένος να της αφήσω τον θησαυρόν αυτόν τον πολύτιμον».

Τότε οι δύο αδελφοί την επροσκύνησαν και την παρεκάλεσαν να τους αφήσει να παραμείνουν το βράδυ εκείνο μέσα εις τον ιερόν χώρον, δια να προσευχηθούν με ησυχία και κατάνυξιν κατά την νύχτα. Έτσι και έγινε. Με δάκρυα στα μάτια προσηύχοντο όλη την νύχτα και όταν όλοι οι άλλοι ασθενείς είχον κοιμηθεί, οι δύο αδελφοί πήραν τα μέτρα του κιβωτίου και την πρωίαν εξεκίνησαν αφού χαιρέτησαν την γερόντισσα για τους Αγίους Τόπους.

Αφού επροσκύνησαν τους Αγίους Τόπους, ευρήκαν ξυλουργόν, ε κατασκεύασαν όμοιον κιβώτιον και επέστρεψαν και πάλιν εις την γερόντισσα.

Κατά την διάρκειαν της νυκτός ύστερα από πολλή προσευχή και βρέχοντας το έδαφος με τα δάκρυά τους έλαβον θάρρος. Αφήκαν το κιβώτιό τους επάνω στο οποίο είχον τοποθετήσει ωραίον χρυσούν δέρμα, και έλαβον το άλλο εντός του οποίου ευρίσκετο η Εσθήτα της Παναγίας.

Το πρωί λοιπόν, αποχαιρετήσαντες την γυναίκα εξεκίνησαν προς το Βυζάντιον.

Φθάσαντες δεν εφανέρωσαν εις ουδένα τον πολύτιμον θησαυρόν ούτε στο Βασιλέα, ούτε στον Πατριάρχη φοβούμενοι μήπως τον πάρουν και χάσουν τον θησαυρόν.

Εις τοποθεσίαν καλουμένην Βλαχέρναι, έκτισαν εκκλησίαν την οποίαν επωνόμασαν των Αγίων Πέτρου και Μάρκου, δια να μην καταλάβουν οι άνθωποι την υπόθεσιν.

Η Θεία Χάρις όμως δεν ήτο δυνατόν να παραμείνει εν κρυπτώ. Πληθύς θαυμάτων καθ’ εκάστην εγίνοντο.

Όθεν οι δύο αδελφοί εξ ανάγκης ανήγγειλαν εις τον Βασιλέα την υπόθεσιν λεπτομερώς.

Πολύ τους εξετίμησεν ο Βασιλεύς. Μετέβη μετά της Βασιλίσσης Βερίνας εις τον Ναόν όπου με μεγάλην ευλάβειαν επροσκύνησαν, και έχτισαν περικαλλή ναόν εις τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Τούτον τον ναόν ετίμησεν με πλούσια δώρα και βασιλικά εισοδήματα. Εις αυτόν τον ναόν ευρίσκετο η αγία σορός ήτοι η τιμία Εσθής και το επανωφόριον της Θεομήτορος.

Ο Βασιλεύς περιτύλιξεν την Εσθήτα με πορφυρίδα βασιλικήν, έβαλεν αυτήν εντός άλλου μικρού κιβωτίου από κεχριμπάρι και το εσφράγισε με βασιλικάς σφραγίδας.

Όταν επολιόρκισαν κατά την τελευταίαν φοράν την Κων/λιν οι πολέμιοι και περικύκλωσαν τα τείχη, αφού συνεσκέφθησαν απεφάσισαν να λάβουν όλον τον θησαυρόν της εκκλησίας των Βλαχερνών δια να μην πέσει εις τας χείρας του εχθρού. Κατ’ ανάγκην λοιπόν επλησίασαν και το κιβώτον με την Εσθήτα της Θεοτόκου. Το ήνοιξαν και την στιγμήν εκείνην εγέμισεν η εκκλησία από ευωδία μύρου.

Και ώ του θαύματος! Το μεταξωτό ύφασμα με το οποίον ο Βασιλεύς περιτύλιξεν την Εσθήτα ευρέθη από την πολυκαιρίαν εφθαρμένον και άχρηστον. Η δε Εσθήτα ήτο άφθαρτος μαρτυρούν το απαθές της Θεοτόκου και αδιάφθορον.

Ταύτα βλέπων ο Πατριάρχης από την χαράν του εκάλεσεν τον Βασιλέα και την Σύγκλιτον. Κλαίοντες όλοι και τρέμοντες επροσκύνησαν ως έπρεπε με πολλήν ευλάβειαν το ιερόν κιβώτιον και το μετέφερον εις το Άγιον Βήμα της Μεγάλης Εκκλησίας. Μετ’ ολίγον καιρόν, όταν έκαμε μεγάλην θαυματουργίαν η παντοδύναμος Δέσποινα και εσκορπισαν οι βάρβαροι, επρόσταξεν ο Βασιλεύς κήρυκα και έδωκεν εντολήν να συναχθεί ο λαός ίνα ασπασθούν την Αγία Εσθήτα. Μετά ολονύκτιον αγρυπνίαν την πρωίαν ο Πατριάρχης ασκεπής και ο πιστότατος Βασιλεύς ασκεπής και αυτός περιπατών χωρίς στέμμα, έχοντες την Αγίαν Εσθήτα έφθασαν εις τον Ναόν των Βλαχερνών, κράζοντας το “Κύριε ελέησον”. Τότε αποθέσας ο Πατριάρχης τον Θησαυρόν όπου εσήκωνεν, έπεσεν εις την γην πρηνής και έκειτο ώραν πολλήν με δάκρυα θερμά προσευχόμενος. Έπειτα εσηκώθη, και ανοίξας την αγίαν θήκην, τρέμων από τον φόβον του, εξήγαγεν το άγιον εκείνο φόρεμα, και το εσήκωσεν υψηλά. Όλοι δε έκραζαν “Κύριε Ελέησον”.

Τόσα δε δάκρυα έχυσαν, ώστε υγράνθη όλον το έδαφος. Κατόπιν ελειτούργησεν ο Πατριάρχης και εκοινώνησεν ο Βασιλεύς και έφυγον εις τας οικίας των ευχαριστούντες τον Κύριον.

Κι εμείς αδελφοί μου σήμερον, ας παρακαλέσωμεν την υπεραγίαν Θεοτόκον, ίνα μεσιτεύει προς τον Κύριον υπέρ της σωτηρίας των ψυχών ημών.

Αμήν.