Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσει μετάνοια γιατὶ εἶναι σίγουρο πὼς τὰ χειρότερα δὲν ἔχουν ἔρθει, ἀφοῦ τόσο εὔκολα καὶ ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ μὲ μία ἀπόφαση ἀνατρέπεται ἡ δισχιλιετής ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, θεμελιώδεις ἀποφάσεις καὶ κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων ποὺ μέχρι χθές δὲν φανταζόταν κανεὶς ὅτι θὰ περιφρονηθοῦν τόσο εὔκολα.

Κάποιοι εἶπαν ὅτι μία φορὰ ἔγινε τὸ λάθος καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθεῖ. ἂς μὴν ἀσχολούμαστε πλέον μὲ αὐτό. Δυστυχῶς δὲν συμμερίζομαι τὴν προσέγγιση αὐτή, διότι μὲ τὴν ἴδια εὐκολία ποὺ μετατέθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὴν Κυριακὴ στὸ Σάββατο ἔτσι καὶ στὸ μέλλον εὔκολα θὰ ἀνατραποῦν καὶ ἄλλες θεμελιώδεις στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀρχὲς καὶ παραδόσεις.  Μήπως δὲν ζήσαμε παρόμοιο “σεβασμὸ” στὴν Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ τῆς ἀρχιερωσύνης  μὲ τὴν ἀναγνώριση ὡς κανονικῶν καὶ ἐγκύρων τῶν “χειροτονιῶν” ποὺ τέλεσε ἕνας ἀπατεῶνας καὶ τσαρλατᾶνος στὴν Οὐκρανία;!
Ἐπιπλέον δὲ ἡ προσπάθεια νὰ δικαιολογηθοῦν οἱ «ἀκατανόητες καὶ ἀσεβέστατες ἀποφάσεις, ποὺ ἀφοροῦσαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας» ἄφησαν ἀρνητικὴ παρακαταθήκη σὲ ὅσους χρόνια τώρα προσπαθοῦν νὰ ἐξισώσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας

====================

ζωὴ καὶ παράδοση μὲ τὰ ὅποια ἀποκυήματα τῆς θεολογούσης διανοίας τους.

Σὲ κείμενό μου μὲ τίτλο «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολὰς» (27.4.21) προσπάθησα νὰ καταδείξω μὲ στοιχεῖα πόσο ἀπαράδεκτη ἀπὸ κανονικῆς ἀπόψεως εἶναι ἡ ἀπόφαση γιὰ μετάθεση τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τὸ Μ. Σάββατο.

     Ἂς ἐπιτραπεῖ νὰ σημειώσω ὅτι τὰ προσαχθέντα ἀπό τό  ἀνωτέρω ἄρθρο στοιχεῖα (πατερικὲς καὶ ἱστορικὲς μαρτυρίες, κανονικὲς ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, σχόλια ἐγκρίτων κανονολόγων) δὲν ἔτυχαν ἀμφισβήτησης ἀπὸ κανέναν.

     Σὲ συνέχεια τοῦ ἀνωτέρω κειμένου μου προσθέσω συμπληρωματικά.

Κάποιοι πρόβαλλαν τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα νὰ τελεστοῦν δύο Θ. Λειτουργίες τὸ Μ. Σάββατο, διότι, α) ἡ ἡμέρα ἀλλάζει τὸ ἀπόγευμα στὸν Ἑσπερινό, δηλαδὴ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου ἔχουμε ἄλλη ἡμέρα, Κυριακὴ τοῦ Πάσχα, καὶ β) βάσει τοῦ Τυπικοῦ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν κανόνα ἀπαγόρευσης τέλεσης δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια ἡμέρα οἱ τρεῖς Δεσποτικὲς ἑορτὲς: παραμονὴ Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων, καὶ Μ. Σάββατο, λόγῳ τῆς ἰδιαίτερης σπουδαιότητας τῶν ἑορτῶν.

Ἡ προσεκτική, ὅμως ἀνάγνωση τῶν τυπικῶν διατάξεων ὁδηγεῖ σὲ ἐντελῶς ἀντίθετα συμπεράσματα καί ἐπιβεβαιώνει ὅτι ἀπαγορεύεται κατηγορηματικῶς ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν ἀκόμα καὶ αὐτὲς τὶς ἡμέρες (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ).

Ἂς δοῦμε τί προβλέπει τὸ Τυπικὸ:

1. Ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυγχάνει ἡμέρα Τρίτη ἕως Σάββατο, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Δευτέρα ἕως Παρασκευὴ) τελεῖται ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς μετά Θ. Λειτουργίας Μ. Βασιλείου καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς τελεῖται Θ. Λ. Ἰω. Χρυσοστόμου.

2. Ὅμως ὅταν ἡ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανίων τυχαίνει ἡμέρες Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν (Σάββατο ἢ Κυριακὴ) τελεῖται μόνο ὁ πανηγυρικὸς Ἑσπερινὸς τῆς ἑορτῆς χωρὶς Θ. Λειτουργία, καὶ ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς ἡ Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου.
Γιὰ ποιὸ λόγο τὸ τυπικὸ ἀπαγορεύει ρητῶς νὰ τελεστεῖ τὸ ἀπόγευμα Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ ἐπιτάσσει μόνο πανηγυρικὸ Ἑσπερινὸ ὅταν ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανίων πέφτει Σάββατο ἢ Κυριακή;

Διότι ἁπλούστατα γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τάξη:

. 1. Εἶναι ἀδιανόητη ἡ τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ), καὶ

2. Ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ὅταν ὁ ἱερουργῶν ἱερέας δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικὸς ὅλη τὴν ἡμέρα μέχρι νὰ λειτουργήσει, καθὼς καὶ οἱ πιστοὶ δὲν μποροῦν νὰ κοινωνήσουν ἂν ἔχουν φάει πρὶν (κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9)!

Γιὰ νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τὴ λειτουργικὴ πράξη πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι:

1. Οἱ κατ’ ἐξοχὴν βαπτισματικές ἡμέρες τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἦταν τὸ Πάσχα καὶ ἡ 6η   Ἰανουαρίου (ἑορτὴ τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Θεοφάνια μαζὶ – ἀργότερα διαχωρίστηκαν τὰ Χριστούγεννα στὶς 25 Δεκεμβρίου). Οἱ πανηγυρικὲς αὐτὲς ἑορτὲς τῆς Ἀναστάσεως καὶ Θ. Ἐπιφανείας (Γέννηση καὶ Βάπτιση Κυρίου) ἦταν οἱ καταλληλότερες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ διὰ τοῦ Βαπτίσματος τῶν νέων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἀπόγευμα, λοιπόν, τῆς παραμονῆς τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν κατὰ τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ ὅπου ἔχουμε τὴν προετοιμασία-ἒναρξη τῆς πανηγύρεως τῆς ἑορτῆς, τελοῦνταν οἱ ὁμαδικὲς βαπτίσεις τῶν Κατηχουμένων, καί, ἀσφαλῶς, μετὰ τὴ βάπτιση ἀκολουθοῦσε ἡ πανηγυρικὴ Θ. Λειτουργία.

    Στὴ συνέχεια, πιστοὶ καὶ νεοφώτιστοι παρέμεναν σὲ ὅλη τὴν παννυχίδα μέχρι τὰ ξημερώματα τῆς κυριωνύμου ἡμέρας ὁπότε ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία καὶ μετὰ ἀπονήστευαν (Στ-89, Διονυσ-1). Συνεπῶς ἡ Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου ποὺ τελεῖται τὴν παραμονὴ μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς ἑορτῆς ἔχει νὰ κάνει κυρίως μὲ τὴ Βάπτιση καὶ ὄχι μὲ τὴ σπουδαιότητα τῆς ἑορτῆς. Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ ὁμαδικὲς Βαπτίσεις δὲν θὰ ἐτελεῖτο ἡ Θ. Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ τὴν παραμονὴ (ὅπως δὲν τελεῖται τὴν μεγάλη ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴ Δευτέρα τοῦ Ἁγ. Πνεύματος).

2. Ἀσφαλῶς, ἡ Βάπτιση καὶ ἡ Θ. Λειτουργία-Θ. Κοινωνία προϋπέθετε αὐστηρὴ νηστεία [«προνηστευσάτω ὁ βαπτίζων καὶ ὁ βαπτιζόμενος» καὶ κανόνες Στ-29, Καρθ-41 (-48), Καρθ-47 (-50), Νικηφ-9]. Ἡ παραμονὴ λοιπὸν τῆς Θ. Ἐπιφανείας (5 Ἰανουαρίου) καὶ ἡ παραμονὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου (Μ. Σάββατο) εἶναι μέρες αὐστηρότατης νηστείας, λόγῳ τῆς Βαπτίσεως καὶ συνακόλουθα τῆς τελέσεως Θ. Λειτουργίας τό ἀπόγευμα μέ τόν Ἑσπερινό. Ἐπιπλέον, τὸ Μ. Σάββατο ἡ αὐστηρότατη νηστεία ὡς ἔχουσα  Κυριακὴ θεμελίωση λόγῳ τῆς Τριημέρου Ταφῆς τοῦ Κυρίου («ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ᾿ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν», Ματθ. 9, 14-15) ἐκτείνεται καὶ μετὰ τὸν Ἑσπερινό-Θ. Λειτουργία καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας τοῦ Μ. Σαββάτου μέχρι τὴν ὁλοκλήρωση τῆς ἀναστάσιμης Θ. Λειτουργίας τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, ὁπότε καί ἀπονηστεύουμε (Στ-89, Διονυσ-1).

3. Ὅμως, ὅταν Χριστούγεννα-Θεοφάνια πέφτουν Κυριακὴ ἢ Δευτέρα, τὴν παραμονὴ τῶν ἑορτῶν, δηλαδὴ τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακή, δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ ὁ Ἑσπερινὸς μαζὶ μὲ Θ. Λειτουργία καὶ τελεῖται μόνο Ἑσπερινὸς διότι:


α. Ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ νηστεία τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ (κανόνες Ἀποστ-64, Στ-55), συνεπῶς δὲν μποροῦν οἱ ἱερεῖς νὰ ἱερουργήσουν καὶ νὰ κοινωνήσουν καὶ οἱ πιστοὶ νὰ κοινωνήσουν, ἄρα δὲν ἐπιτρεπόταν τέλεση Θ. Λ. καὶ
β. Ἐπειδὴ κάθε Σάββατο καὶ Κυριακὴ πρωὶ ὅλο τὸ χρόνο προβλέπεται τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας (κανόνες: Στ-52, Λαοδ-49, Λαοδ-51) δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν τὸ ἀπόγευμα μαζὶ ἢ μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ νὰ τελεστεῖ καὶ πάλι γιὰ δεύτερη φορὰ μέσα στὴν ἴδια μέρα Θ. Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ δύο φορὲς τὴν ἴδια μέρα! Κάτι τέτοιο ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ σὲ ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μᾶς παράδοση!


Τὸ Μ. Σάββατο ὅμως δὲν ὑπάρχει τέτοιο πρόβλημα διότι τὸ Μ. Σάββατο τὸ πρωὶ τελεῖται μόνο ὁ Ὄρθρος τοῦ Μ. Σαββάτου (δηλ. ὁ Ἐπιτάφιος – στὶς ἐνορίες τελεῖται Μ. Παρασκευὴ βράδυ) καὶ ποτὲ Θ. Λειτουργία.

Ἡ Θ. Λειτουργία (τοῦ Μ. Βασιλείου) ἐτελεῖτο κανονικὰ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Μ. Σαββάτου (Α΄Ἀνάσταση), ὁπότε οἱ πιστοὶ νηστικοὶ ὅλη τὴν ἡμέρα κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἀργότερα τὸ βραδάκι τοῦ Μ. Σαββάτου ἄρχιζε ἡ Παννυχίδα, μετὰ τὸ μεσονύκτιο ψαλλόταν τὸ «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!» καὶ ἀκολουθοῦσε ἡ Θ. Λειτουργία τὰ ξημερώματα τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα (περὶ τὴν ἀλεκτροφωνία, σύμφωνα μὲ τὸν Διον-1)!

 
Γιὰ περισσότερα στοιχεῖα καὶ πιὸ ἀναλυτικὰ στὸ κείμενο «Καὶ ἀναστάντα τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ἐντολὰς» (27.4.21). Ἐπικαλοῦμαι μόνο τὴν ἄποψη τοῦ μεγάλου κανονολόγου τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας Ἁγ. Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος γνώριζε πολὺ καλὰ ‒καὶ πολὺ καλύτερα ἀπὸ ὅλους μας‒  καὶ τὴ λειτουργικὴ τάξη καί ζωὴ καὶ τὸ πολιτικὸ καὶ τὸ βυζαντινὸ τρόπο μετρήσεως τῆς ἡμέρας, καὶ συγκεφαλαίωσε τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση στὸ κρίσιμο ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀρχῆς τῆς ἡμέρας σημειώνοντας ἐπιγραμματικὰ: «ἡ ἡμέρα ἀρχινᾷ… ἀπὸ τῆς ζ΄ ὥρας τῆς νυκτὸς (ὥρα 1:00 πμ)  καὶ τελειώνει ἕως τῆς στ΄ ὥρας τῆς ἀκολούθου νυκτὸς  καὶ ὅ,τι πρᾶγμα γένη ἀναμεταξὺ εἰς τὰς εἰκοσιτέσσαρας ὥρας τοῦ ἡμερονυκτίου τούτου, φαίνεται καὶ λέγεται ὅτι ἐν ἡμέρα (ἴσως μιὰ) ἐγένετο». Τὰ ἀντίθετα εἶναι διανοητικὰ ἐπινοήσεις ἀλλότριες τῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης καὶ ἐμπειρίας…

Συμπερασματικὰ:
1. Ἡ μακραίωνη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ ἀνεχθεῖ τήν τέλεση δύο Θ. Λειτουργιῶν τὴν ἴδια μέρα (ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ). Ποτὲ δὲν διανοήθηκαν οἱ Ἅγιοι ὅτι μὲ τὸν Ἑσπερινὸ ἀλλάζει ἡ ἡμέρα καὶ ἔτσι ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση θ. Λειτουργίας τὸ πρωὶ καὶ στὴ συνέχεια τὸ βραδάκι ἄλλη Θ. Λειτουργία μετὰ τὸν Ἑσπερινό! 


2. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τέλεση Θ. Λειτουργίας ἀπὸ ἱερεῖς ποὺ ἔχουν φάει οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοὶ ποὺ εἶναι φαγωμένοι καὶ δὲν εἶναι ἀπολύτως νηστικοί. Μοναδικὴ δυνατότητα ἄσκησης οἰκονομίας ἔχουμε ὅταν κάποιος εἶναι ἑτοιμοθάνατος, τότε μπορεῖ νὰ κοινωνήσει καὶ ἂς μὴν εἶναι νηστικὸς (Νικηφ-9).

Ἦταν τόσο αὐστηρὴ ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ δὲν παρεῖχε τέτοια κατ’ οἰκονομία ἐξαίρεση οὔτε στὶς μεγάλες ἑορτὲς τῆς Θ. Ἐπιφανείας (Χριστούγεννα καὶ Φῶτα). Προτιμᾶ νὰ ἀλλάξει τὸ Τυπικὸ τῆς τέλεσης πανηγυρικοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ Θ. Λειτουργίας τήν παραμονή καὶ νὰ μὴν τελέσει Θ. Λειτουργία παρὰ μόνο Ἑσπερινὸ προκειμένου νὰ μὴν παραβεῖ τὶς θεμελιώδεις αὐτὲς λειτουργικὲς καὶ κανονικὲς ἀρχὲς ποὺ ἔχουν διαποτίσει ὅλη τὴν ἐκκλησιαστικὴ μας παράδοση. 

π. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος