Εάν είναι εποχή διωγμού και δεν μπορείτε να συγκεντρωθείτε στον χώρο τον δημόσιο[των ιερών ναών],τότε να κάνετε σε σπίτια τις συνάξεις αυτές. Κι αν πάλι κι αυτό είναι δύσκολο ένεκα του διωγμού, τότε ο καθένας στο σπίτι του να κάνει και την προσευχή του.

Ήταν πράξη της Εκκλησίας, θα μείνουμε έκπληκτοι. Σας θυμίζω μόνο τη ζωή των κατακομβών. Αγαπητοί μου, είναι καταπληκτικό. Παρότι είναι διωγμοί, αισθάνονται οι πιστοί ότι πρέπει να βρεθούν στην ευχαριστιακή σύναξη, δηλαδή στη Θεία Λειτουργία. Κι αυτό κοστίζει τη ζωή τους.

Όταν πρέπει να πάνε κάθε βράδυ στη Λειτουργία, φεύγουν με χίλιες μύριες επιφυλάξεις από το σπίτι τους.

Κάνουν ελιγμούς μέσα στους δρόμους από δω και από κει, κάνουν παραλλαγή ακόμη. Όπως και σήμερα ακόμη γίνεται αυτή η παραλλαγή.

Φερειπείν, ένα κοριτσάκι που δεν επιτρέπεται, έως 18 χρονών, σε γνωστή χώρα να πάει στην Εκκλησία, γιατί απαγορεύει ο νόμος, κάνει παραλλαγή. Γίνεται γριούλα και κουτσαίνει λιγάκι. Κρατάει και μπαστουνάκι και κρέμεται από το χέρι της μαμάς, η «γιαγιά» δηλαδή, είναι η κόρη όμως, κάτω των 18 χρονών, ακριβώς για να πάει στην εκκλησία.

Γίνεται μία παραλλαγή.

Έτσι, οι χριστιανοί την εποχή εκείνη πήγαιναν κάθε βράδυ στην κατακόμβη. Θα μπορούσαν να πουν: «Γιατί, αφού κινδυνεύει η ζωή μας, να μας συλλάβουν;». Και δεν ήταν καθόλου σπάνιο να συλλαμβάνονται μέσα στις κατακόμβες οι Χριστιανοί. Και ακόμη, δεν ήταν καθόλου σπάνιο να βάζουν φωτιά οι διώκτες στις οπές των κατακομβών. Και να παθαίνουν ασφυξία οι άνθρωποι μέσα. Ή, όταν τους συνελάμβαναν και τους οδηγούν στα θηρία και στο μαρτύριο το ποικίλο και να δημεύεται και η περιουσία τους.

Δηλαδή ο πατέρας μου και η μάνα μου πήγαιναν στην Εκκλησία κάτω από τους διωγμούς και τις απειλές αυτές, έστω και αν ήξεραν ότι θα δημευθεί η περιουσία τους και σε μας τα παιδιά τους δεν θα είχαν τίποτα πια να μας δώσουν.

Γιατί η περιουσία θα εδημεύετο υπέρ του κράτους. Επήγαιναν.

Γιατί πήγαιναν άραγε;

Έχετε διαβάσει διηγήματα, έχετε διαβάσει μαρτυρολόγια, έχετε δει ακριβώς πώς γίνονταν την εποχή όλα αυτά;

Γιατί;

Γιατί σήμαινε ότι η Εκκλησία πρέπει να είναι προσευχομένη και μάλιστα να φανερούται αυτή· διότι δεν προσηύχοντο οι πιστοί στα σπίτια τους μόνο. Έπρεπε να είναι σε μία σύναξη. Και μάλιστα σύναξις ευχαριστιακή.


Ώστε λοιπόν σήμερα, δεν μπορεί να κατανοηθεί αυτή η μορφή της προσευχομένης Εκκλησίας, της προσδοκώσης της δευτέρας του Χριστού παρουσίας Εκκλησίας· γιατί είναι πλέον θεμελιωμένη, κινείται δηλαδή η Εκκλησία μας σε μία κοινωνιστική απλώς δράση.

Δεν λέω κοινωνική. Λέω κοινωνιστική.

 […] Με συγχωρείτε, αλλά ας συνηθίσουμε σιγά-σιγά. Αν είχαμε μιαν άλλη αντίληψη, να την αλλάξουμε.

Και μη νομίσετε, ερμηνεύω τον λόγο του Θεού. Δεν έχω τίποτε υποκειμενικό, κοιτάζομε τα κείμενα, βλέπομε και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας πώς ησχολούντο.

Βεβαίως ο Μέγας Βασίλειος ησχολείτο με τη θαυμασία εκείνη Βασιλειάδα του με πτωχούς, με, με… Αλλά ουδέποτε εξετράπη του κυρίου σκοπού του. Ουδέποτε.

Έκανε κήρυγμα 4-5 φορές την εβδομάδα.

*****************************

Και ο ιερός Χρυσόστομος, που λέγεται κοινωνικός και εργάτης, σχεδόν κάθε μέρα μιλούσε. Σχεδόν κάθε μέρα.  Ησχολήθησαν ασφαλώς και με αυτά. Αλλά δεν έγιναν ο κύριος σκοπός της Εκκλησίας. Αυτός είναι ο λόγος που τόσην ώρα τονίζω.

  •     Έτσι, το κυριότατο έργο της Εκκλησίας είναι η θεμελίωσις της πίστεως εις το πρόσωπον του Ιησού Χριστού.
  • Αυτό πρέπει να σας βοηθήσουμε να καταλάβετε. Ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός. Και να θεμελιωθεί εκεί η πίστη σας.
  • Αυτό θα γίνει με το κήρυγμα, με τον λόγο του Θεού.

    Ακόμη σκοπός της Εκκλησίας είναι η δοξολογία του Αγίου Τριαδικού Θεού. Ακόμη σκοπός της είναι ο «καταρτισμὸς τῶν ἁγίων»[Εφ.4,12]. Το λέει ο Απόστολος Παύλος.

Γι΄αυτό, λέει, ο Θεός έστειλε προφήτες και διδασκάλους και Ευαγγελιστές και Αποστόλους κλπ., για τον καταρτισμό των αγίων. «Καταρτισμός» θα πει να αρτιώσουμε, να κάνουμε ολόκληρους τους ανθρώπους πιστούς. Δηλαδή ολόκληρο τον άνθρωπο και τη νόησή του και το συναίσθημά του και τη βούλησή του. Ξέρετε σήμερα είμεθα Χριστιανοί στο συναίσθημα. Μόνο να πούμε ότι σήμερα οι Χριστιανοί είναι στον χώρο του συναισθήματος. Πάμε σε μία Εκκλησία που είναι λίγο σκοτεινή, που είναι λίγο κατανυκτική, που λίγο η ψαλμωδία είναι λίγο ωραία, τα λέει ωραία ο ιερεύς, ψάλλουν ωραία οι ψάλτες, συναισθηματικά πράγματα. Δεν υπάρχει η πλήρωσις του νου.

Όταν βγω έξω από την πόρτα της εκκλησίας και μου πει κάποιος κάτι εναντίον του προσώπου του Ιησού Χριστού, που μπορεί να το δεχτώ για μια στιγμή, όταν μου πει ότι ο Χριστός δεν ήταν Θεός. Ή ακόμη να μεταβάλλω εκείνα τα οποία με τρέφουν συναισθηματικά και νοητική, σε βουλητικότητα, δηλαδή σε πράξη. Ούτε αυτό.

Αύριο η συνέχεια