Ήθελαν να κλείσουν τις εκκλησίες. Να ξεριζώσουν την πίστη από την ψυχή του λαού. Όχι όμως με κάποιον φανερό και αιματηρό διωγμό όπως παλαιότερα, αλλά με ύπουλο τρόπο, με σύστημα και τέχνη.

Ψήφισαν λοιπόν νέους νόμους δημιούργησαν ειδικές επιτροπές και άρχισαν το έργο τους.

Ένας από τους νόμους έλεγε ότι ο ναός που δεν λειτουργεί για έξι μήνες, πρέπει να κλείνει.

Έστελναν λοιπόν στο χωριό μία Υγειονομική Επιτροπή για να εξετάσει όλους τους χωρικούς.

Εξέταζαν και τον ιερέα, έβγαζαν διάγνωση ότι «είναι φυματικός» και έδιναν την εντολή «πρέπει να απομονωθεί στο σανατόριο.

Θα παραμείνει εκεί τουλάχιστον έναν χρόνο. Στο διάστημα αυτό η εκκλησία του θα είναι κλειστή».

Κάποιος άλλος νόμος έλεγε ότι πρέπει να αναστέλλεται κάθε «δραστηριότητα που εξασκείται κάτω από το κάλυμμα της διδασκαλίας θρησκευτικών δογμάτων ή της τελέσεως θρησκευτικών τελετών και η οποία είναι δυνατόν να προκαλέσει βλάβη στην υγεία των πολιτών». «Η οργάνωση και η διοίκηση ομάδας (που εξασκεί τέτοιες δραστηριότητες) όπως και η στρατολόγηση ανηλίκων σε τέτοια ομάδα έχει ως συνέπεια την στέρηση της ελευθερίας για πέντε χρόνια.


Στον Βορρά εκεί που οι θερμοκρασίες, κατά την διάρκεια του χειμώνα έπεφταν πολύ κάτω από το μηδέν, υπήρχαν ναοί που δεν μπορούσαν να προμηθευτούν καύσιμα διότι δεν τους το επέτρεπε το κράτος. Σύμφωνα με τον νόμο έπρεπε να σταματήσουν τις θείες λειτουργίες.

Ο ιερέας όμως λειτουργούσε. Ο λαός συμμετείχε έστω και με -20 βαθμούς Κελσίου.

Ακολουθούσε λοιπόν σύλληψη και φυλάκιση του ιερέως και κλείσιμο του ναού.[ Εφημερίδα la croix (19-3-1964)].

Στο Γκόρκι (Gorki), είχαν μείνει ανοιχτοί μόνο τρείς Ναοί για να εξυπηρετούν 120.000 Ορθόδοξους Χριστιανούς.

Και ήταν συγκινητικό να βλέπει κανείς τους Ναούς αυτούς κρατάμεστους και χιλιάδες πιστούς να στέκονται έξω – ακόμη και με άγριο χειμώνα – να αρρωσταίνουν από το κρύο και παρ’ όλα αυτά να μην παύουν να εκκλησιάζονται όπως αναφέρει ο Νικόλαος Βασιλειάδης στο βιβλίο του «Το λυκόφως του Μαρξισμού», σελ. 358-359.

Βέβαια το σοβιετικό καθεστώς συνέχιζε τον ύπουλο διωγμό επιστρατεύοντας διάφορα μέτρα: βαριά φορολογία για την εκκλησία μεταθέσεις ιερέων και παύση διορισμών, απαγόρευση να εξυπηρετούν οι ιερείς περισσότερες από μία ενορία και άλλα. Σε άλλη περίπτωση έκλεινε τις εκκλησίες με εντολή της πολεοδομικής υπηρεσίας η οποία χαρακτήριζε το κτίριο του ναού απαρχαιωμένο και ακατάλληλο ενώ αλλού τολμούσε ακόμη και το γκρέμισμα ναών προκειμένου να κτιστούν σχολεία, γυμναστήρια, κινηματογράφοι κ.λπ.

Μεγάλη δοκιμασία για τους Χριστιανούς της Ρωσίας που υπέστησαν αυτόν τον διωγμό για 72 ολόκληρα χρόνια. Από το 1917 έως το 1989

Το πιο τραγικό όμως είναι ότι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, από την διοίκηση της Εκκλησίας δεν υπήρχε καμία ουσιαστική αντίδραση. Έγραφαν τότε με πόνο δύο ιερείς σε μνημειώδη επιστολή τους προς τον τότε Πατριάρχη Μόσχας: «Οι περισσότεροι από τους Επισκόπους της Ρωσικής Εκκλησίας δεν βρήκαν το θάρρος να αναλάβουν την υπεράσπιση των πιστών τους… Είχαν καθήκον να υπερασπίσουν τις εκκλησίες…

Είχαν ελευθερία όχι μόνο να διαβιβάσουν τις διαμαρτυρίες των πιστών στους αρμόδιους, αλλά ακόμη να προβούν και οι ίδιοι σε ενέργειες προς τις πολιτικές Αρχές για να σταματήσουν την παρανομία… Το παράδειγμα ενός επισκόπου όπως ο Σεβασμιώτατος Ερμογένης, Αρχιεπίσκοπος της Καλούγκα ( σ.σ. πρωτύτερα είχε διατελέσει και αρχίζει Αρχιεπίσκοπος Τασκένδης), στην περιφέρεια του οποίου ούτε ένας Ναός δεν είχε κλείσει αποδεικνύει ότι εκεί όπου ο επίσκοπος έδειχνε αρκετό θάρρος και ζήλο προς υπεράσπιση του ποιμνίου του, η παρανομία υποχωρούσε.

10.000 Ναοί και δεκάδες μοναστηριών κλεισμένων μαρτυρούν, κατά τρόπο αναντίρρητο, ότι το Πατριαρχείο Μόσχας δεν εξεπλήρωσε το καθήκον του απέναντι του Χριστού και της Εκκλησίας, διότι οι άθεοι, μόνο αφού βεβαιώθηκαν ότι οι εκκλησιαστικές αρχές θα σιωπήσουν, μπόρεσαν να κλείσουν τους Ναούς του Θεού.

Ενώ όμως η εκκλησιαστική διοίκηση – πλήν φωτεινών εξαιρέσεων- υποτάχθηκε άνευ όρων, οι απλοί άνθρωποι, κλήρος και λαός, δεν έμειναν αδρανείς.

Διαμαρτύρονταν με κάθε νόμιμο τρόπο και ορισμένες φορές προέβαιναν σε δυναμική υπεράσπιση των χώρων λατρείας.

Συγκλονιστικό ήταν το θέαμα γιαγιάδων, οι οποίες ξάπλωναν κατά δεκάδες στους δρόμους, προκειμένου να εμποδίσουν τις μπουλντόζες να περάσουν και να κατεδαφίσουν τους Ναούς. Πόσοι ναοί σώθηκαν από την σθεναρή και θαρραλέα στάση αυτών των γυναικών.

++++++++++++++++++++++++++++++++

Στο Κίεβο, όταν έγινε γνωστό ότι υπήρχε σχέδιο να κατεδαφισθεί ο Ιερός Ναός του Αγίου Ανδρέου, συγκεντρώθηκαν περί τις 100 γυναίκες, κλείστηκαν μέσα στον Ναό και δεν εννοούσαν με τίποτε να τον εγκαταλείψουν. Οι κρατικές αρχές στην αρχή τις άφησαν, όμως ύστερα από λίγες ημέρες αστυνομικό απόσπασμα τις έβγαλε έξω με την βία και οδήγησε τις μεν νέες σε καταναγκαστικά έργα, τις δε γερόντισσες σε ψυχιατρεία.


Τέσσερις γυναίκες στο Ιβάνοβο της Σοβιετικής Ενώσεως άρχισαν την άνοιξη του 1989 απεργία πείνας πρό των πυλών του ενοριακού ναού τους, απαιτώντας από τις Σοβιετικές Αρχές να επιτρέψουν την εκ νέου λειτουργία του.

Εκατοντάδες στην αρχή κι έπειτα χιλιάδες πιστοί τάχθηκαν στο πλευρό των γυναικών που απεργούσαν, κατορθώνοντας να κινητοποιήσουν την παγκόσμια κοινή γνώμη για το δίκαιο αίτημά τους… Κι ενώ τις τέσσερις πρώτες γυναίκες που είχαν αρχίσει την απεργία πείνας τις έκλεισαν σε ψυχιατρείο για θεράπευε, το αίτημά τους συνέχιζε να απασχολεί τον διεθνή τύπο, μέχρι που μεταδόθηκε η θριαμβευτική είδηση: ο χριστιανικός ναός δεν θα κατεδαφισθεί, ούτε θα μετατραπεί σε μουσείο. Αντίθετα, θα επισκευαστεί και πάλι ως Οίκος Θεού και ιερός χώρος θείας Λατρείας.


Θαυμαστή είναι και η περίπτωση της μητέρας που έντυνε την δωδεκάχρονη κορούλα της γριούλα, βάζοντάς της μακρυά φουστάνια, σκεπάζοντας με ένα σάλι το κεφάλι της και δίνοντάς της να βαστά ένα ραβδί στο χέρι, προκειμένου να ξεφύγει από την απαγόρευση της συμμετοχής παιδιών σε οποιονδήποτε εκκλησιασμό. ( F. George – Gr. Palmer, Αυτοί δεν υπέκυψαν, εκδ. Η ΔΑΜΑΣΚΟΣ, ΑΘΗΝΑ 1954, σελ. 11).

Αναρίθμητα είναι καί τά περιστατικά που φανερώνουν την ακλόνητη πίστη των ανθρώπων εκείνων σε περίοδο είτε φανερού είτε κρυφού διωγμού.

Αυτά στην Σοβιετική Ένωση τότε…

*********************

*********************

Με στοιχεία από του βιβλίο του Σόλωνος Γ. Νινίκα, που εκδόθηκε στην Αθήνα τό 1966, «Ο νέος διωγμός της θρησκείας στην Σοβιετικήν Ρωσίαν«.