Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης βλέπει ἐν πνευματικῇ ἐκστάσει ἕναν Ἄγγελον, ὁ ὁποῖος δένει μὲ βαρυὰν ἁλυσίδα τὸν δράκοντα, τὸν διάβολον καὶ τὸν ρίχνει εἰς τὴν Ἄβυσσον, ὅπου παραμένει ἁλυσοδεμένος γιὰ “χίλια χρόνια” (Ἀποκάλυψις, κ´, 1-3).

Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Ἀθανάσιος Μυτιληναῖος (†23/5/2006), ὁ ἁγιόλεγκτος λάρυγξ τῆς Λαρίσσης, τὸ προφητόφθεκτο στόμα τοῦ Στομίου Θεσσαλίας (Ἱ. Μονὴ Κομνηνείου), ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν λίαν ἀξιομνημόνευτον μαρτυρίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ κορυφαίου Ἁγίου τῶν ἡμερῶν μας Παϊσίου Ἁγιορείτου, εἶναι «ἕνας ἐκ Θεοῦ ἐμπνευσμένος χαρισματοῦχος ἑρμηνευτὴς τῶν Ἁγίων Γραφῶν».


Οὗτος ὁ μακαριστὸς Γέρων, ἑρμηνεύει ἐν προκειμένῳ ὡς ἑξῆς τὸ “δέσιμο τοῦ Σατανᾶ γιὰ χίλια χρόνια” (Ἀποκ. κ´, 1-3):

«Χωρὶς πάντα νὰ ὑπάρχη ἱστορικὴ ἀλληλουχία εἰς τὰ γεγονότα, ἀλλὰ περιγραφόμενα ἐν ἐπαλληλία (δηλ. ὑπερθετικὰ) τὰ γεγονότα, εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν εἰκόνα:

Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς βλέπει ἕναν Ἄγγελον ὁ ὁποῖος δένει μὲ βαρυὰ ἁλυσίδα τὸν Δράκοντα, τὸν Διάβολον καὶ τὸν ἔρριψε εἰς τὴν ἄβυσσον ἐπὶ “χίλια χρόνια”.

Τὸ “δέσιμο” τοῦ Σατανᾶ» δὲν εἶναι τί ἄλλο παρὰ ὅτι οὗτος μένει ἀνενέργητος, μὲ ἀκρωτηριασμένη δύναμι, μὲ δέσμευσι τῆς τόλμης του, καὶ φυσικὰ μόνον διὰ τοὺς ἐν συνειδήσει βαπτισμένους Χριστιανούς, ποὺ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Πρώτην του Παρουσίαν τὸν ἔδεσε.

Τὰ “χίλια χρόνια” εἶναι ἕνας “στρογγυλὸς ἀριθμός”, ποὺ φανερώνει τὸν μεταξὺ τῶν Δύο Παρουσιῶν τοῦ Χριστοῦ χρόνον, ἢ τὸν χρόνον τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ 1000 χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ Ἀντιχρίστου, ὅπως (λανθασμένως) διδάσκουν παλαιοὶ καὶ νεώτεροι Χιλιασταί!


Μετὰ ἀπὸ τὴν μακρὰν Περίοδον τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Δευτέραν τοῦ Χριστοῦ Παρουσίαν, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ θὰ ἔχουν ἀρχίσει (σὲ ὑπέρτατο βαθμὸ) νὰ κοσμικοποιοῦνται, ΤΟΤΕ θὰ λυθῆ ὁ Σατανᾶς γιὰ λίγο, ὁπότε θὰ ἐπισυμβῆ καὶ ἡ Μεγάλη Ἀποστασία κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας θὰ δράση ὁ Ἀντίχριστος καὶ ὁ Ψευδοπροφήτης του. Ὅμως, εὐθὺς μετά, θὰ ἔλθη ἡ Κρίσις καὶ τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας.

Ὅλα αὐτὰ συνοψίζονται εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀγγέλου: “Τὸ θηρίον ὃ εἶδες, ἧν καὶ οὐκ ἔστι, καὶ μέλλει ἀναβαίνειν ἐκ τῆς ἀβύσσου καὶ εἰς ἀπώλειαν ὑπάγειν” (Ἀποκ. 17, 8).

Τὸ “ἧν” δηλ. ἧτο δηλώνει τὸν «πρὸ τοῦ Χριστοῦ χρόνον», ποὺ δροῦσε ὁ διάβολος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων μὲ τὴν εἰδωλολατρείαν.

Τὸ “Οὐκ ἔστι” δηλ. δὲν ὑπάρχει εἶναι «ὁ Χρόνος τοῦ Εὐαγγελίου», ὁ χρόνος μεταξὺ τῶν δύο τοῦ Χριστοῦ Παρουσιῶν ἢ (συμβολικὰ) ὁ χρόνος τῶν “1000 ἐτῶν”.

Καὶ τὸ “μέλλει ἀναβαίνειν” δηλ. πρόκειται νὰ ἀνέλθη ἐκ τῆς ἀβύσσου, εἶναι τὸ “λύσιμο” τοῦ Διαβόλου καὶ εἶναι ὁ χρόνος τοῦ Ἀντιχρίστου, δηλαδὴ τὰ “3,5 χρόνια” τῆς κορυφώσεως τῆς ἐκ Θεοῦ Ἀποστασίας κατὰ τὰ Ἔσχατα τῶν Ἐσχάτων.

Τὸ δὲ “εἰς ἀπώλειαν ὑπάγειν” δηλ. ὅτι μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὁ διάβολος ἐξαποστέλλεται εἰς ὁριστικὴν ἀπώλειαν, τὴν αἰώνιαν καὶ ἀτελεύτητον πλέον κόλασιν».


(Μακαριστοῦ πατρὸς Ἀθανασίου Μυτιληναίου, “Ἐπιτομὴ ἑρμηνείας τῆς Ἀποκαλύψεως”, ἐκδόσεις «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», ἔκδοσις Η´, Μάρτιος 2012, σ.σ. 55-56, ἀπομαγνητοφώνησις προφορικῆς του ὁμιλίας.)

Πηγή: O ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, Ἀπρίλιος 2016, ‘Αρ. τεύχους 122-131, Περιοδικὴ ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου.