Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος.

1. Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει ἡ τρυφὴ ὅλων τῶν μακαρισμῶν.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Σ’ αὐτὸν τὸν παράδεισο ὁ μακάριος Παῦλος τράφηκε μὲ ὑπερφυσικὴ τροφή. Καὶ ἀφοῦ γεύθηκε ἐκεῖ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ἔκραξε λέγοντας: «αὐτὰ πού μάτι δὲν τὰ εἶδε, οὔτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε, κι οὔτε πού τὰ ‘βαλε ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ κείνους πού τὸν ἀγαποῦν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἐμποδίστηκε ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου.

Τὸ ξύλο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ χαρεῖ, παρὰ δούλευε καὶ ἔχυνε τὸν ἱδρῶτα του στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν. Ὅσοι στερήθηκαν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλ. τὸν παράδεισο, τρῶνε μὲ τὴν ἐργασία τους, μέσα στ’ ἀγκάθια, τὸ ψωμὶ τοῦ ἱδρῶτα καὶ ἂν ἀκόμη βαδίζουν στὸν ἴσιο δρόμο τῶν ἀρετῶν. Εἶναι τὸ ψωμὶ πού ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν πρωτόπλαστο νὰ φάει μετὰ τὴν ἔκπτωσή του. Μέχρι νὰ βροῦμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη, ἡ ἐργασία μας εἶναι στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν καὶ μέσα σ’ αὐτὰ σπέρνουμε καὶ θερίζουμε, κι ἂς εἶναι ὁ σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μᾶς κεντᾶνε τὰ ἀγκάθια καί, ὅσο καὶ νὰ δικαιωθοῦμε, ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὰ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας.

Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἔμπονο καὶ δίκαιο ἀγώνα μας, βροῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τρεφόμαστε μὲ οὐράνιο ἄρτο καὶ δυναμώνουμε, χωρὶς νὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἀγωνία καὶ χωρὶς νὰ κουραζόμαστε, ὅπως οἱ χωρὶς ἀγάπη ἄνθρωποι. Ὁ οὐράνιος ἄρτος εἶναι ὁ Χριστός, πού ἦρθε κάτω σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δίνει στὸν κόσμο τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτή ἡ ζωὴ εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀγγέλων.

Ὅποιος βρῆκε τὴν ἀγάπη, κάθε μέρα καὶ ὥρα τρώγει τὸν Χριστὸ κι ἀπὸ αὐτὸ γίνεται ἀθάνατος (Ἰω. 6, 5 8) . Διότι «ὁ τρώγων -λέει- ἀπὸ τὸν ἄρτο πού ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, ποτὲ (“εἰς τὸν αἰώνα”) δὲν θὰ πεθάνει». Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος πού τρώγει ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς.

Ὅτι, βέβαια, αὐτὸς πού τρώγει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τρώγει τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ τῶν πάντων, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὅταν λέει ὅτι «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη» (Α΄ Ἰω. 4, 8). Λοιπὸν ὅποιος ζεῖ στὴν ἀγάπη, λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς καρπὸ τὴ ζωὴ καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ὀσφραίνεται ἀπὸ τώρα ἐκεῖνο τὸν ἀέρα τῆς ἀνάστασης, στὸν ὁποῖο ἐντρυφοῦν οἱ κοιμηθέντες δίκαιοι.


Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς βασιλείας τὸν Θεοῦ.

1. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ βασιλεία, πού μυστικὰ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους ὅτι θὰ φᾶνε στὴ βασιλεία του. Διότι τὸ «νὰ τρῶτε καὶ νὰ πίνετε στὸ δικό μου τραπέζι στὴ βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ ἀγάπη; Γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ θρέψει τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς αὐτὸς νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει. Ἡ ἀγάπη, ἀκόμη, εἶναι τὸ κρασὶ πού εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου (Ψαλμ. 93, 16). Μακάριος εἶναι αὐτὸς πού ἤπιε ἀπὸ τοῦτο τὸ κρασί. Ἀπὸ αὐτὸ ἤπιαν οἱ ἀκόλαστοι καὶ ἔνιωσαν ντροπὴ οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ λησμόνησαν τοὺς δρόμους τῆς ἁμαρτίας καὶ οἱ μέθυσοι καὶ ἔγιναν νηστευτὲς καὶ οἱ πλούσιοι καὶ πεθύμησαν τὴ φτώχεια καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ πλούτισαν μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ οἱ ἄρρωστοι καὶ ἔγιναν ὑγιεῖς καὶ οἱ ἀγράμματοι καὶ ἔγιναν σοφοί.

Ἡ πρακτικὴ ἀγάπη.

1. Ὅπως τὸ λάδι συντηρεῖ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ, ἔτσι καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τρέφει στὴν ψυχὴ τὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Τὸ κλειδὶ τῆς καρδιᾶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Τί ὡραία καὶ ἀξιέπαινη πού εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, ἐὰν βέβαια ἡ μέριμνα γι’ αὐτὴ δὲν μᾶς ἀποσπᾶ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Πόσο γλυκιὰ εἶναι ἡ συντροφιὰ τῶν πνευματικῶν μας ἀδελφῶν, ἐὰν μπορέσουμε νὰ φυλάξουμε μαζὶ μ’ αὐτὴν καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό!

Ἕνας ἄνθρωπος πού ἀσχολεῖται μὲ τὰ βιοτικὰ καὶ ἀσκεῖ χειρωνακτικὴ ἐργασία καὶ λαμβάνει ἀπὸ ἄλλους βοήθεια, αὐτὸς ἔχει χρέος νὰ δώσει ἐλεημοσύνη. Ἂν ἀμελήσει γι’ αὐτήν, ἡ ἀσπλαχνία του εἶναι ἐνάντια στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου.

Ἕνας μοναχὸς ἔχει, ἂς ποῦμε, κανόνα νὰ ἡσυχάζει στὸ κελὶ του ἑπτὰ ἑβδομάδες ἤ μία ἑβδομάδα καί, ἀφοῦ ἐκπληρώσει τὸν κανόνα του, συναντιέται καὶ συναναστρέφεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ παρηγορεῖται μαζί τους.

Αὐτὸς λοιπόν, ἂν ἀδιαφορεῖ γιὰ τοὺς πονεμένους ἀδελφούς του, στοχαζόμενος ὅτι ἀρκεῖ ὁ ἑβδομαδιαῖος κανόνας του, εἶναι ἀνελεήμων καὶ σκληρὸς γιατί μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει ἐλεημοσύνη στὴν καρδιά του καὶ μὲ τὸ νὰ ὑψηλοφρονεῖ καὶ νὰ συλλογίζεται τὸ ψεῦδος, δὲν συγκαταβαίνει νὰ συμμετάσχει στὸν πόνο τῶν ἀδελφῶν του.

Ὅποιος καταφρονεῖ τὸν ἀσθενῆ ἀδελφό του δὲν πρόκειται νὰ δεῖ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.

Καὶ ὁποῖος ἀποστρέφει τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὸν εὑρισκόμενο σὲ στενοχώρια, ἡ ἡμέρα του θὰ εἶναι σκοτεινή.


Εἶπε ἕνας γνωστικὸς ἅγιος ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ λυτρώσει τὸ μοναχὸ ἀπὸ τὸ δαίμονα τῆς ὑπερηφάνειας καὶ νὰ τὸν βοηθήσει ὅταν τὸ πάθος τῆς πορνείας εἶναι σὲ ἔξαψη, ὅσο τὸ νὰ ἐπισκέπτεται καὶ νὰ ὑπηρετεῖ τοὺς κατάκοιτους καὶ ’κείνους πού λιώνουν ἀπὸ τὸ σωματικὸ πόνο.


Εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅ,τι θέλετε νὰ κάνουν σὲ σᾶς οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ σεῖς νὰ κάνετε σ’ αὐτοὺς»(Λουκ. 6, 31).

Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει ὑλικὰ ἀγαθὰ οὔτε σωματικὴ δύναμη γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό του, τότε εἶναι ἀρκετὴ γιὰ τὸν Θεὸ μόνη ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἀδελφό, πού φυλάγεται στὴν προαίρεσή του.