Η ψυχή προέρχεται από τον Θεό, είναι θεία, μετέχει της ουράνιας ευγένειας και βιάζεται να πάει κοντά του, έστω και αν συνδέθηκε με το κατώτερο απ’ αυτήν σώμα.

Τις αιτίες της σύνδεσης αυτής τις γνωρίζει μόνο ο Θεός, ο οποίος την συνέδεσε με το σώμα και εκείνος που δέχθηκε από τον Θεό τη σοφία και αντιλαμβάνεται αυτά τα μυστήρια.

Σύμφωνα όμως με όσα γνωρίζω εγώ και αυτοί που είναι γύρω μου, αυτό έγινε για δύο λόγους.

Πρώτα για να κληρονομήσει την ουράνια δόξα με τον αγώνα και την πάλη προς τα επίγεια, αφού δοκιμασθεί από τα επίγεια, όπως δοκιμάζεται το χρυσάφι από τη φωτιά, και αφού κερδίσει ως βραβείο της αρετής και όχι μόνο ως δώρο του Θεού εκείνα τα οποία ελπίζει.

Και αυτό βέβαια ήταν απόδειξη της πολύ μεγάλης αγαθότητας, το ότι δηλαδή έκανε να εξαρτάται το αγαθό και από εμάς και να μη σπείρεται μόνο στη φύση αλλά να καλλιεργείται και από την πρόθεση και από το αυτεξούσιο μας. Επίσης για να τραβήξει προς αυτήν και το κατώτερο μέρος και να το τοποθετήσει στον ουρανό, αφού σιγά σιγά θα το έχει απαλλάξει από το γήινο φρόνημα.

Για να γίνει η ψυχή για το σώμα, ό,τι είναι ο Θεός για τη ψυχή αφού διαπαιδαγωγήσει την υπηρέτρια ύλη και συμφιλιώσει με τον Θεό το υποταγμένο σ’ αυτήν σώμα.

(Λόγος Β΄, Απολογητικός της εις Πόντον φυγής)