(17 Μαρτίου 1931)1

Σύμφωνα μέ τόν Ἀπ. Παῦλο στούς Χριστιανούς «ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ, οὐ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. 1, 7). Αὐτή εἶναι ἡ μοῖρα καὶ ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ. Ἀπὸ αὐτὴ τὴ δόξα τοῦ διὰ Χριστὸν ὀνειδισμοῦ καὶ διωγμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγουν οἱ Ἃγιοι. Θὰ τολμούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὸς ὁ ὀνειδισμὸς καὶ ἡ δίωξη γιὰ τὴν Ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς ἐγκυρότερες μαρτυρίες ὅτι ὁ ἄνθρωπος πορεύεται κατὰ Χριστόν.

Αὐτῆς τῆς δόξας μετέσχε καί ὁ κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας Ἅγιος Γέροντας τῶν Πατρῶν, ὁ ἀείμνηστος π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος (1877-1964).

Ἄνθρωπος ἐγνωσμένης ἀρετῆς καὶ ἀποστολικοῦ ζήλου στὴ διακονία τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ μὴν ἑλκύσει ἐπάνω του τὴν κακία καὶ τὸν φθόνο τοῦ πονηροῦ καὶ τῶν ὀργάνων του.

Καθόλου παράξενο, μᾶλλον δὲ ἀναμενόμενο… Ἄλλωστε ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου καὶ πνευματικὸς ἀπόγονος τῶν Κολλυβάδων Πατέρων Ἁγ. Ἀθανασίου Παρίου, Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ποὺ καὶ αὐτοὶ ἔτυχαν τῆς ἴδιας τιμῆς καὶ δόξας νὰ συκοφαντηθοῦν, νὰ διωχθοῦν, νὰ ἐκδιωχθοῦν καὶ νὰ καταδικαστοῦν ἀκόμα καὶ μὲ Πατριαρχικὲς καὶ Συνοδικὲς καταδίκες, ἐπειδὴ δὲν θέλησαν νὰ συμβιβαστοῦν μὲ τὸν κόσμο ἀλλὰ νὰ ἀγωνιστοῦν ὑπὲρ τῆς Ἀληθείας.

Ἂς δοῦμε πολὺ συνοπτικὰ τὸ ἔνδοξο ἀγώνισμα τοῦ Γέροντος καὶ συγχρόνου Ἁγίου τῶν Πατρῶν π. Γερβασίου2.

Σύντομη βιογραφία.

Ὁ π. Γερβάσιος ἀποτελεῖ τὸ σύγχρονο καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Πατρῶν, διότι ἐπὶ μισὸ καὶ πλέον αἰῶνα ὑπῆρξε οὐσιαστικὰ ὁ πνευματικὸς ἀναμορφωτὴς της.

Ὁ π. Γερβάσιος Παρασκευόπουλος γεννήθηκε στὴ Νυμφασία τῆς Γορτυνίας τὴν 1.1.1877. Τὸ κοσμικὸ του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ μητέρα καὶ ἀντιμετώπισε τὴν ἄσχημη συμπεριφορὰ τῆς μητριᾶς του. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Χριστὸ τὸν ὁδήγησε σὲ ἡλικία 13 ἐτῶν νὰ ἐγγραφεῖ ὡς δόκιμος μοναχὸς στὴν πλησίον τοῦ χωριοῦ του Ἱ. Μ. Κερνίτσης ἐνῶ ὁ ζῆλος του νὰ σπουδάσει τὸν ἀνάγκασε σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν νὰ πεζοπορήσει μέχρι τὴν Ἱ. Μ. Μεγ. Σπηλαίου Καλαβρύτων, ὅπου λειτουργοῦσε Σχολαρχεῖο. Δὲν βρῆκε ὅμως τὸ κατάλληλο πνευματικὸ περιβάλλον καὶ ἐνδιαφέρον καὶ ἔτσι ἒφυγε πάλι πεζὸς γιὰ τὴν Ἱ. Μ. Ταξιαρχῶν Αἰγιαλείας.

Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. στὴν Πάτρα δέσποζε ἡ μορφὴ τοῦ συμπατριώτη του Ἀρχιεπισκόπου Πατρῶν καί Ἠλείας Ἰεροθέου (Μητροπούλου), ὁ ὁποῖος περιβαλλόταν ἀπὸ πλῆθος ἐμπνευσμένων ἀνδρῶν (Εὐσέβιος Ματθόπουλος, Ἠλίας Βλαχόπουλος, Πανάρετος Λουληγέρης, Γαβριήλ Φραγκούλης, κ.ἂ.). Ἡ πνευματικὴ ἀκτινοβολία τοῦ Πατρῶν Ἰεροθέου τὸν ἐπηρέασε βαθύτατα καὶ τὸν ὁδήγησε νὰ παραμείνει πλέον στὴν ἀχαϊκὴ γῆ.

*************************

Ἔτσι, τὸ 1897 ἔφτασε στὴν Πάτρα καὶ ἐγκαταβίωσε στὴν Ἱ. Μ. Παναγίας Γηροκομητίσσης. Τὸ 1903 ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γερβάσιος. Μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ Σχολαρχείου ἐγράφη στὴ Ριζάρειο Ἐκκλησιαστικὴ Σχολή, στὴν ὁποία ἦταν Διευθυντὴς ὁ Ἃγ. Νεκτάριος, ὁ ὁποῖος τὸν ἐκτιμοῦσε καὶ ἀγαποῦσε ἰδιαίτερα διαβλέποντας σὲ αὐτὸν -ὅπως εἶχε πεῖ – “τὸν αὐριανὸ πνευματικὸ ἡγέτη τῆς Ἐκκλησίας” καὶ στὴ συνέχεια σπούδασε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν ἀπὸ ὅπου ἀποφοίτησε τὸ 1914.

Τὸ 1910 σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν χειροτονήθηκε ἱερέας. Τὸ 1912 λόγῳ τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων διέκοψε τὶς σπουδὲς του καὶ ἐπιστρατεύτηκε ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας στὸ Α΄ Εὐζωνικὸ Σύνταγμα.

Ἐπιστρέφοντας στὴν Πάτρα ἐξελέγη τὸ 1919 ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς Μονῆς Γηροκομείου Πατρῶν. Ἡ θεοφιλὴς προσπάθειά του νὰ ἀναμορφώσει τὴν Ἱ. Μονὴ μετατρέποντάς την ἀπὸ ἰδιόρρυθμη σὲ κοινοβιακὴ βρῆκε σφοδρὴ ἀντίδραση ἀπὸ μερίδα τῶν μοναχῶν της. Παράλληλα διορίστηκε ὡς τακτικὸς ἐφημέριος στὸν ἐνοριακὸ Ἱ. Ν. Ἁγ. Δημητρίου Πατρῶν, ὅπου ἐκδήλωσε τὰ ἰδιαίτερα ποιμαντικὰ χαρίσματά του στὴ διακονία τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὁλόκληρης τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν.

Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στὶς 30 Ἰουνίου 1964, ἑορτὴ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, διότι ἦταν πραγματικὰ ἀποστολικοῦ ζήλου πεπληρωμένος καὶ ἐτάφη πίσω ἀπὸ τὴν κόγχη τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς στὴν Κατασκήνωση τῆς Ἀναπλαστικῆς Σχολῆς Πατρῶν στὰ Συχαινά Πατρῶν.

Ἡ ἀνακομιδὴ τῶν Λειψάνων του ἔγινε ὑπὸ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πατρῶν Χρυσοστόμου στὶς 29 Ἰουνίου 2014.

Ἐπίσης, διὰ τῆς Ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπεβλήθη στὶς 26.8.2019 αἴτημα στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο γιὰ τὴν ἀναγραφὴ τοῦ ὀνόματός του στὶς δέλτους τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἡ κατηχητικὴ καὶ λειτουργικὴ διακονία τοῦ π. Γερβασίου.

Ὑπερβαίνει τὶς δυνατότητες τοῦ συντάκτου τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν στὰ πλαίσια ἑνὸς ἄρθρου νὰ μπορέσουμε νὰ σκιαγραφήσουμε ἔστω καὶ σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὴν ἱερατικὴ διακονία καὶ τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ π. Γερβασίου καθὼς καὶ τὴ συνεισφορὰ του στὴν πνευματικὴ ἀνόρθωση τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν.

Ἂς προσπαθήσουμε ἀκροθιγῶς νὰ δώσουμε κάποιες ἐλάχιστες νύξεις ἀπὸ τὸ πολυσχιδὲς ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ Παπούλη, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦμε στὴν Πάτρα.

Κέντρο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας τοῦ π. Γερβασίου ἦταν ἡ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Γέροντας λειτουργοῦσε 4-5 φορὲς τὴν ἑβδομάδα σὲ πολὺ πρωινὲς Θ. Λειτουργίες (3:00-6:00 πμ) στὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Δημητρίου καὶ στὸ Ἱ. Ν. Ἁγ. Αἰκατερίνης (παρεκκλήσιο τῆς ἐνορίας), ὥστε νὰ προλαβαίνουν οἱ ἐργαζόμενοι νὰ λειτουργοῦνται πρὶν μεταβοῦν στή δουλειά τους.

Ὁ Ναὸς γέμιζε ἀσφυκτικά, ἐνῶ οἱ μαρτυρίες τῶν ἐκκλησιαζομένων γιὰ τὴ λειτουργικὴ ἀτμόσφαιρα εἶναι συγκλονιστικές. Ὁ π. Γερβάσιος ἦταν ὡς λειτουργὸς πραγματικὸς μύστης καὶ μυσταγωγός3.


Ταυτόχρονα μὲ τὴν λειτουργικὴ διακονία ὑπηρέτησε μὲ ἀποστολικὸ ζῆλο τὸ κήρυγμα. Κήρυττε κάθε Κυριακὴ, Τετάρτη καί Παρασκευὴ ἀπόγευμα, ἀνελλιπῶς ὅλο τὸ χρόνο, χωρὶς διακοπὴ λόγῳ διακοπῶν, διότι, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε, «ὁ διάβολος δὲν κάνει διακοπές, πὼς θὰ κάνω ἐγὼ καὶ νὰ σταματήσω τὸ κήρυγμα;»! Τὰ κηρύγματά του ἦταν συστηματικὴ κατήχηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ παρακολουθοῦνταν ἀπὸ ἑκατοντάδες πιστούς, ποὺ γέμιζαν ἀσφυκτικὰ τοὺς Ναούς. Ἐκτὸς τῶν προφορικῶν κηρυγμάτων ἀρθρογραφοῦσε πολὺ τακτικὰ στὸν τοπικὸ τύπο καθὼς καὶ σὲ ἐκκλησιαστικὰ περιοδικὰ τῶν Ἀθηνῶν.

Τὸ κήρυγμά του ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενο ἦταν πάντοτε ἁγιογραφικό καὶ ἁγιοπατερικό, ὡς πρὸς τὸ ὕφος γνήσια προφητικό, μακριὰ ἀπὸ συμβιβασμοὺς καὶ ὡραιοποιήσεις, δὲν κολάκευε τὸ λαὸ, ἀλλὰ ἔλεγχε τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀποστασία ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, κηρύσσοντας μετάνοια καὶ ἐπιστροφή. Τὸ πάθος μὲ τὸ ὁποῖο κήρυττε καθήλωνε τὸ λαὸ ὁ ὁποῖος τὸν ἄκουγε μὲ ἱερὸ σεβασμὸ καὶ δέος καὶ τοῦ δημιουργοῦσε τὶς κατάλληλες προϋποθέσεις γιὰ μετάνοια. Συνέχεια καὶ καρπὸς τοῦ κηρύγματος ἦταν τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, στὸ ὁποῖο ἀναδείχθηκε ἀνυπέρβλητος διάκονος, πραγματικὸς πατέρας καὶ ἰατρὸς τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Παράλληλα μὲ τὴν κατήχηση τῶν ἐνηλίκων ὁ π. Γερβάσιος ἔδειξε ἰδιαίτερη μέριμνα γιὰ τὴν ἐν Χριστῷ κατήχηση τῶν παιδιῶν, ἀπὸ νηπιακῆς ἀκόμα ἡλικίας καί ἀναδείχθηκε ὁ ἱδρυτὴς τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος.

Τὸ 1923 ἵδρυσε καὶ ὀργάνωσε τὰ «Κατηχητικὰ Σχολεῖα Ἁγ. Δημητρίου» ‒μετέπειτα καί μέχρι σήμερα «Ἀναπλαστικὴ Σχολὴ Πατρῶν»‒ ποὺ λειτουργοῦσαν μὲ αὐστηρὸ Ἐσωτερικὸ Κανονισμὸ ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε συντάξει καὶ συγκεκριμένη διδακτικὴ ὕλη ποὺ περιλάμβανε Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, Πατερικὴ Θεολογία, Δογματική, Ἠθική, ἀπολογητικοὺς καὶ σύγχρονους προβληματισμούς.

Μὲ κέντρο τὴν ἐνορία Ἁγ. Δημητρίου ὀργανώθηκαν ὑπὸ τὴν εὐθύνη τοῦ Παπούλη Κατηχητικὰ Σχολεῖα σὲ 15 ἐνορίες καὶ Ἱδρύματα τῶν Πατρῶν μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν κατηχητοπαίδων νὰ ὑπερβαίνει τὰ 4.000 παιδιά! Ὅπως καὶ ἡ κατήχηση τῶν ἐνηλίκων ἔτσι καὶ τὰ Κατηχητικὰ Σχολεία τοῦ π. Γερβασίου ἦταν ἄρρηκτα συνδεδεμένα μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Γιὰ τὸν π. Γερβάσιο τὸ ποιμαντικὸ ἔργο δὲν περιοριζόταν στὴ λειτουργικὴ καὶ κατηχητικὴ διακονία. Ἔτσι μετά τὸ 1923 ἀνήγειρε στὴ φτωχογειτονιὰ τῶν Προσφυγικῶν Πατρῶν τὸ “στρατηγεῖο” του. Δὲν ἦταν τυχαία ἡ ἐπιλογὴ τῆς περιοχῆς. Δυστυχῶς οἱ 7.000 πρόσφυγες ποὺ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Πάτρα μετὰ τὸ 1922 δὲν ἔτυχαν καὶ τῆς καλύτερης ὑποδοχῆς ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν κοινωνία τῶν Πατρῶν.


Γράφει ὁ π. Γερβάσιος ἐπ’ αὐτοῦ: «ἀπομονώνονται εἰς ἕνα γκέτο ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη Πατραϊκή κοινωνία καὶ γιὰ κάθε ἀναταραχή, πολιτικὴ ἢ κοινωνική, τοὺς θεωροῦν ὕποπτους καὶ ὑπεύθυνους, μὲ συνέπεια συλλήψεις, ἐξορίες, φυλακίσεις». Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη κατάσταση ὁ Γέροντας Γερβάσιος στάθηκε δίπλα στοὺς πρόσφυγες καὶ ἐκεῖ ἀνάμεσά τους, στὴν ὁδὸ Ἰωνίας 47, μὲ κέντρο τὸν Ἱ. Ναὸ τῆς Ἁγ. Ταβιθᾶς τῆς Ἐλεήμονος, ἐγκατέστησε τό κέντρο τῆς διακονίας του ἱδρύοντας τὴ Σχολὴ Βιοτεχνίας καὶ Χειροτεχνίας (1931), τὸ νηπιαγωγεῖο (1932), καὶ τὸ 1934 τὴ Νυκτερινή Σχολὴ ἀναλφαβήτων. Παράλληλα δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ἡ μεγάλη του φιλανθρωπικὴ προσπάθεια πρὸς ἐνίσχυση τῶν φτωχῶν Πατρινῶν.

Τὸ 1934 πίσω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσιο τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ (μετέπειτα Ἱ. Μονὴ Πρ. Ἠλιοῦ) ὀργάνωσε ἐκκλησιαστικὴ κατασκήνωση, ἡ ὁποία τὸ 1950 μεταφέρθηκε σὲ νέες ἐγκαταστάσεις στὰ Συχαινά Πατρῶν (Ἱ. Ν. Ἁγ. Παρασκευῆς), ὅπου λειτουργεῖ ἀνελλιπῶς μέχρι σήμερα.

Ὁ π. Γερβάσιος ἔτυχε καὶ θεοσημείου μὲ τὸ ὁποῖο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ θέλησε νὰ ἐπιβραβεύσει τὴν ποιμαντική του διακονία λίγα χρόνια πρὸ τῆς κοιμήσεώς του: στὸ χῶρο τῆς πρώτης κατασκήνωσης στὸν Ἱ. Ν. Προφ. Ἠλιοῦ στὶς 20.7.1960 κατὰ τὴ κοπὴ τῶν πεύκων, βρέθηκε ἀχειροποίητος Σταυρὸς ἐγγεγραμμένος σὲ κορμὸ πεύκου. Τὰ πεῦκα αὐτὰ εἶχαν φυτευτεῖ στὶς 17.2.1929 στὸ πλαίσιο δεντροφύτευσης ἀπὸ παιδιὰ τῶν Κατηχητικῶν κατόπιν εὐχῆς ποὺ ἀνέπεμψε ὁ π. Γερβάσιος.



Ὁ διωγμὸς τοῦ ἐργάτου τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἦταν ἀναμενόμενο μία τέτοια πνευματικὴ προσπάθεια ἀναγεννήσεως μιᾶς ὁλόκληρης μεγαλούπολης νὰ ἑλκύσει τὸ φθόνο καὶ τὴν κακία τῶν δαιμόνων, ποὺ ἀναζητούσαν κάποιον νὰ διεκπεραιώσει τὶς ἐπιθυμίες τους. Τὸ τραγικὸ ὅμως ἦταν ὅτι ἐκτελεστὴς τῶν δαιμονικῶν σχεδίων ἀναδείχθηκε αὐτὸς ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν ὁ προστάτης καὶ ὑπερασπιστὴς τοῦ ζηλωτοῦ κληρικοῦ, αὐτὸς ποὺ ἐκ τῆς θέσεως καὶ ἀποστολῆς του ὢφειλε νὰ ἐπισκοπεῖ γιὰ νὰ προλαβαίνει τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. Δυστυχῶς ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μᾶς ἔχει δώσει πολλὲς τέτοιες περιπτώσεις.

Ἔτσι, λοιπόν, ἐνῶ τὰ κηρύγματα τοῦ π. Γερβασίου εἶχαν ἀρχίσει ἀπὸ τὶς 4.8.1919 στὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Δημητρίου, ὅπου εἶχε διορισθεῖ ὡς ἐφημέριος, ἕντεκα χρόνια ἀργότερα, στὶς 25.9.1930, ὁ Μητροπολίτης Πατρῶν Ἀντώνιος (Παράσχης) ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 2111/25.9.1930 ἐγκύκλιο μὲ τὴν ὁποία θέλησε μὲ ἔμμεσο τρόπο νὰ σταματήσει τὴν κηρυκτική καὶ κατηχητικὴ διακονία τοῦ Γέροντος καὶ νὰ διαλύσει τὴν πνευματικὴ καὶ ποιμαντικὴ του προσπάθεια! Πιὸ συγκεκριμένα ἡ “ποιμαντορικὴ” ἐγκύκλιος ἀνέφερε: «Πληροφορηθέντες μετὰ λύπης ὅτι ἐντισι ἱεροῖς Ναοῖς κατὰ τὰ ἑσπερινὰ κηρύγματα συμβαίνουσιν ἀτοπήματα τινα, ἅπερ ἀντιβαίνουσιν τὴν ἱερότητα καὶ ἁγιότητα τοῦ τόπου, ἀπαγορεύομεν τοῦ λοιποῦ ἑσπερινὰ κηρύγματα καὶ ὁρίζομεν ὥραν κηρύγματος τὴν 4ην μ.μ. διὰ τὴν χειμερινὴν περίοδον, τὴν δὲ 6ην μ.μ. διὰ τὴν θερινή, μετὰ δὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου πάντες οἱ Ναοὶ πρέπει νὰ ὦσι κεκλεισμένοι. Πρὸς τούτοις ἀπαγορεύομεν τὰς νυκτολειτουργίας καὶ ὁρίζομεν διὰ τοὺς ἱεροὺς ναοὺς ἐν οἷς τελοῦνται κατὰ τὰς Κυριακὰς δύο λειτουργίαι, ὅπως ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἄρχεται τὴν 5ην πρωινήν, καὶ αἱ κωδωνοκρουσίαι κατὰ τὰς νυκτερινάς ὥρας ὦσιν μικρᾶς διαρκείας»!

Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐγκύκλιος φωτογράφιζε τὸν π. Γερβάσιο, διότι ἦταν ὁ μοναδικὸς ἐν Πάτραις ποὺ ἱερουργοῦσε καὶ κήρυττε τὶς “ἀπαγορευμένες” αὐτὲς ὧρες! Ὅμως τὸ σοβαρότερο ζήτημα ἦταν ὅτι οἱ νέες ὧρες ἔναρξης τοῦ κηρύγματος (4η ἢ 6η μμ) καὶ τῶν πρωινῶν Θ. Λειτουργιῶν (5 πμ) ποὺ ὅριζε ἡ ἐγκύκλιος στόχευαν στὴν οὐσιαστικὴ κατάργηση τῶν κηρυγμάτων, διότι ποιὸς μποροῦσε τὶς καθημερινὲς στὶς 4:00 ἢ στὶς 6:00 μμ (χειμῶνα ἢ καλοκαίρι) νὰ ἀφήσει τὴν ἐργασία του γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὸ κήρυγμα; Ἢ ποιὸς ἐργαζόμενος θὰ μποροῦσε νὰ λειτουργηθεῖ τὶς καθημερινὲς ὅταν ἡ ἀκολουθία ἄρχιζε στὶς 5:00 πμ καὶ τελείωνε στὶς 8:00 πμ ὅπως διέταζε ὁ Μητροπολίτης;

Ὁ πιστὸς λαὸς τῆς πόλεως κατάλαβε ὅτι μοναδικὸς στόχος τῆς “ποιμαντορικῆς” ἐγκυκλίου ἦταν τὸ πρόσωπο καὶ τὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ π. Γερβασίου στὸν Ἱ. Ν. Ἁγ. Δημητρίου Πατρῶν, διότι, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, σὲ κανένα ἄλλο Ναὸ τῆς πόλεως δὲν γίνονταν ἀπογευματινὰ κηρύγματα οὔτε “νυκτολειτουργίαι”! Ὁ Μητροπολίτης, δυστυχῶς, θέλησε νὰ διαλύσει τὸ πνευματικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Γέροντος! Ὅμως ἡ προκλητικὴ καὶ συκοφαντικὴ ἐγκύκλιος ἔφερε τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα ἔτσι ὥστε ὁ πιστὸς λαὸς ἔτι πλέον σὲ ἔνδειξη διαμαρτυρίας ἀλλὰ καὶ συμπαραστάσεως νὰ κατακλύζει τὸ Ναὸ τοῦ Ἁγ. Δημητρίου στὰ κηρύγματα τοῦ Παπούλη.

Ὁ λαὸς τῶν Πατρῶν ξεσηκώθηκε καὶ ἐπιτροπὴ ἐπισκέφθηκε (30.9.30) τὸν Μητροπολίτη. «Ὁ Δεσπότης ὅμως νευριασθείς ἀπήντησε: «Πηγαίνετε, πηγαίνετε. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ ἐκκλησίαι πρέπει νὰ μείνωσιν κλεισταὶ»!

Στὶς 5.10.30 ἀπευθύνθηκε ὑπόμνημα πρὸς τὴν Ἱ. Σύνοδο ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ 400 ὑπογραφὲς Πατρινῶν ποὺ παρακολουθοῦσαν τὰ κηρύγματα τοῦ Παπούλη, ἐνῶ τὴν ἑπομένη 6.10.30 ἐπιτροπὲς ἀπὸ τὴν ἐνορία Ἁγ. Δημητρίου καὶ τοὺς προσφυγικοὺς συνοικισμοὺς ἐπισκέφθηκαν τὸν Νομάρχη Ἀχαΐας καὶ διαμαρτυρήθηκαν.

Ὁ Μητροπολίτης ὅμως ἀντὶ νὰ ἔλθει εἰς ἑαυτὸν στίς 6.10.1930 ἀπευθύνθηκε ἐγγράφως στὸν Εἰσαγγελέα καὶ κατήγγειλε τὸν π. Γερβάσιο καὶ τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς Ἐπιτρόπους τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Δημητρίου διότι «ἐξακολουθοῦσιν ὁ μὲν πρῶτος νὰ κηρύσσῃ, ὁ αὐτὸς δὲ καὶ οἱ λοιποὶ ἐπίτροποι νὰ ἒχωσι τὸν ναὸν ἀνοικτὸν καὶ μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου» καὶ κατέληγε μὲ αἴτημα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα: «παρακαλοῦμεν ὅπως διατάξητε ὅ,τι δεῖ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῇ ὡς ἄνω ἐγκυκλίῳ ἡμῶν διαλαμβανομένων»!

Ἡ κατακραυγὴ ὅμως τοῦ λαοῦ μεγάλωνε καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Μητροπολίτης στὶς 8.10.1930 παραχώρησε συνέντευξη στὴν ἐφημερίδα τῶν Πατρῶν «Νεολόγος» στὴν ὁποία προσπάθησε νὰ δικαιολογήσει τὴν ἀπαγόρευσή του λέγοντας ὅτι δὲν καταργεῖ τὸ κήρυγμα, ἀλλὰ τὸ μεταθέτει νωρὶς τὸ ἀπόγευμα. Μάλιστα, ὅταν τοῦ ζητήθηκε ἀπὸ τὸ δημοσιογράφο νὰ διευκρινίσει τί ἐννοεῖ μὲ τὴ φράση στὴν ἐγκύκλιο ὅτι «κατὰ τὰ ἑσπερινὰ κηρύγματα συμβαίνουσιν ἀτοπήματα τινα» ὄξυνε τὴν κατάσταση λέγοντας: «Μετεχειρίσθην τὴν λέξιν αὐτήν, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ μεταχειριστῶ ἄλλην βαρυτέραν. Εἰς γνῶσιν μου περιῆλθον πολλὰ τοιαῦτα ἀτοπήματα, προστατευόμενα ὑπὸ τοῦ σκιόφωτος τῆς ἑσπέρας… Οἱ ναοὶ τὸ ἑσπέρας μετεβάλλοντο εἰς κέντρα συνεντεύξεων, ἐνῶ ἄλλος εἶναι ὁ προορισμὸς των»!

Ἐπίσης, τόνισε μὲ ἔμφαση γιὰ τὸν π. Γερβάσιο ὅτι μεταδίδει «φανατισμὸν» στοὺς πιστοὺς καὶ τελικὰ «τὸ σύστημα τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς ἐν γένει τακτικῆς ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, ὄχι μόνο ἔβλαψεν, ἀλλ’ ἐπέφερε καὶ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα»! Δυστυχῶς, αὐτή ἦταν ἡ ἀξιολόγηση τοῦ ἀρμοδίου Μητροπολίτου γιά τό πνευματικό ἒργο τοῦ π. Γερβασίου…


Ἀξιοπρόσεκτα εἶναι τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Μητροπολίτης ἐνδεικτικὰ καὶ ἀποκαλυπτικὰ σατραπικῆς νοοτροπίας μᾶλλον ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους: «ἀντὶ ὁ ἀρχιμανδρίτης Γερβάσιος νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἢ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, τοὐναντίον προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν ἀνακοινωθέντος διὰ τοῦ ὁποίου πειρᾶται νὰ ἀπειθήσῃ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη: Ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίζω τὰ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν περιφέρειάν μου ὅπως ἐγὼ νομίζω καλύτερον; Διατὶ λοιπὸν οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐξανέστησαν; Ποῦ εὑρίσκουν ὅτι ἒπταισα; … Καταλήγων ὁ Σεβ. Μητροπολίτης ἐτόνισεν ὅτι θὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα τόσον διὰ τὰ ἀτοπήματα ὅσον καὶ διὰ τὴν ἀπαρέγκλιτον τήρησιν τῆς ἀποφάσεώς του».

(συνεχίζεται)