Τοῦ Ἀρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μ. Πατρῶν, Δρος Θεολογίας

Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, μέσῳ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται στὸν χειροτονούμενο, μετὰ ἀπὸ κανονικὴ μυστηριακὴ χειροτονία, ἡ ἱερατική, πνευματικὴ καὶ ποιμαντικὴ ἐξουσία γιὰ τὴν ἐνάσκηση τῶν ἱερατικῶν καὶ ποιμαντικῶν καθηκόντων του.

Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι ἀνεξάληπτος καὶ αἰώνιος διακονία, ἡ ὁποία χαρίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν μετάδοση τῆς ἁγιαστικῆς Χάριτος καὶ τὴν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας. Οἱ Λειτουργοὶ ἐγκαθίστανται ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, τὸ Ὁποῖο κυβερνᾶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὥστε νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ συνεχίζουν τὴν ἀποστολὴ τὴν δοθεῖσα ἀπὸ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους.

Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐντάχθηκε στὸν ἱερὸ Κλῆρο, μέσῳ κανονικῆς καὶ ἐγκύρου χειροτονίας καὶ ἔλαβε τὴν Χάρη τῆς Ἱερωσύνης ἀπὸ τὸ Ἴδιο τὸ Πανάγιο Πνεῦμα μέσῳ τοῦ Ἐπισκόπου, ἔχει πλέον τὴν ὑποχρέωση, ὅπως ὁ ἴδιος ἑκουσίως καὶ ἐλευθέρως ὑποσχέθηκε κατὰ τὴν ὥρα τῆς χειροτονίας του, νὰ παραμείνη ὡς κληρικὸς μέχρι θανάτου.


Ὡς ἐκ τούτου δὲν χωρεῖ παραίτηση ἀπὸ τὴν Ἱερωσύνη. Μόνον ἐὰν ὑπάρξη παράπτωμα, τὸ ὁποῖο, κατὰ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, κωλύει τὴν Ἀρχιερωσύνη ἢ τὴν Ἱερωσύνη, τότε ὁ κληρικὸς παντὸς βαθμοῦ, ἐπίσκοπος, πρεσβύτερος ἢ διάκονος, ἐπαν­έρχεται διὰ τῆς καθαιρέσεως εἴτε στὴν τάξη τῶν λαϊκῶν εἴτε στὴν τάξη τῶν μοναχῶν (βλ. Τρωϊάνος-Πουλῆς, Δίκαιον, σσ. 242).

Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἡ αὐθαίρετη ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ ἀνωτέρου ἢ κατωτέρου κλήρου καὶ ἡ αὐτόβουλη ἐγκατάλειψη τῆς ἱερωσύνης μὲ σκοπὸ τὴν ἐπάνοδο στὶς τάξεις τῶν λαϊκῶν συνιστᾶ τὸ βαρύτατο παράπτωμα τῆς ἑκούσιας ἀποβολῆς τῆς ἱερατικῆς ἰδιότητος (apostasia a clericatu vel ab ordine). Αὐτὸς ὁ κληρικὸς καλεῖται ἀποστάτης καὶ ἔχει αὐτοκαθαιρεθῆ (Παναγιωτάκος, Σύστημα Δικαίου, σ. 240).

Κι αὐτὸ γιατί, ὅπως ἐπεξηγεῖ ὁ Βαλσαμών, «τὴν καθαίρεσιν αὐτὸς ἑαυτῷ ἐπεψηφίσατο, καὶ πρὸ καταδίκης ἀπογυμνώσας ἑαυτὸν τῆς ἱερᾶς στολῆς, καὶ λαϊκὸς γεγονώς» (Βαλσαμών, Ράλλη-Ποτλῆ, τ. 2, σ. 233).

Ὁ ἴδιος δηλαδή ἔχει προτιμήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν καθαίρεση, πρὶν δικασθῆ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, ἀφοῦ ἀπογύμνωσε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ἱερὴ περιβολὴ τῆς Ἱερωσύνης καὶ ἔγινε αὐτοβούλως λαϊκός.

Αὐτὲς τὶς ἡμέρες συγκλονίζεται ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλλάδα μας ἀπὸ τὸ γεγονὸς τῆς ἑκουσίας ἀποσχηματίσεως τοῦ πρώην κληρικοῦ Ἀνδρέα Κονάνου. Ὁ κύριος αὐτὸς αὐθαιρέτως ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, ἀποβάλοντας τὸ ράσο τοῦ ἱερέως, μὲ σκοπὸ τὴν ἐπάνοδό του στὶς τάξεις τῶν λαϊκῶν, γενόμενος ἀποστάτης καὶ αὐτοκαθηρημένος.

«Ὁ ὀξύνους μὲ ὀξὺ τρόπο χάθηκε. Ὁ πολύξερος πολύπλοκη ἁμαρτία διέπραξε. Ὅσοι ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὴν διδασκαλία του ἐβλάβησαν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, στὴν ὁποία περιέπεσε. Καὶ ὅσοι ἄκουαν μὲ ζῆλο τὶς ὁμιλίες του ἔφραξαν τὰ αὐτιά τους, γιὰ νὰ μὴ μάθουν τὴν ἀπώλειά του» (Πρβλ. Μ. Βασιλείου, ἐπ. 44, Courtonne Ι (1957), σ. 110).


Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ὁρίζει γιὰ ὅσους προβαίνουν στὴν πράξη αὐτή τῆς ἑκούσιας ἀποβολῆς τῆς ἱερατικῆς ἰδιότητος νὰ ἀναθεματίζωνται.


Συγκεκριμένα ὁ 7ος κανόνας τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Τοὺς ἅπαξ ἐν κλήρῳ τεταγμένους ἢ καὶ μοναστάς, ὡρίσαμεν μήτε ἐπὶ στρατείαν, μήτε ἐπὶ ἀξίαν κοσμικὴν ἔρχεσθαι˙ ἤ, τοῦτο τολμῶντας, καὶ μὴ μεταμελομένους, ὥστε ἐπιστρέψαι ἐπὶ τοῦτο, ὃ διὰ Θεὸν πρότερον εἴλοντο, ἀναθεματίζεσθαι» (Ράλλη-Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 2, σ. 232. Βλ. ἐπίσης Ἀποστ. 62 καὶ 83).

Ὅποιος, δηλαδή, κληρικὸς ἢ καὶ μοναχός, μεταλλάξη τὴν ἱερατική του ἰδιότητα -τὴν ὁποία εἶχε προτιμήσει ἑκούσια γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ- μὲ ἄλλη κοσμικὴ ἀξία καὶ δὲν μετανοεῖ γι᾽αὐτή του τὴν πράξη, νὰ ἀναθεματίζεται.

Τὸ βαρύ ἐπιτίμιο τοῦ ἀναθέματος ὡς προσθήκη στὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως ἐπιβάλλεται γιὰ τὸ ἀμετανόητο τοῦ διαβήματος ἐκ μέρους τοῦ πεπτωκότος. (Βλ. σχόλιο Βαλσαμῶνος, ὅπ.π., σ. 233).

Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ τὸ σοβαρὸ ἐπιτίμιο τοῦ ἀναθεματισμοῦ («ἀνάθεμα: τὸ ἀνατιθέμενον τῷ Θεῷ καὶ τὸ εἰς ἀφανισμὸν ἐσόμενον»), γιατί ὁ ἑκουσίως ἀποβαλὼν τὴν ἱερατική του ἰδιότητα πρόδωσε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ἀτίμασε τὴν Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.



Εἶναι ἐπίσης σημαντικὸ νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητὴς ἀπαγορεύει ἀκόμη καὶ νὰ ἀπευθύνωμε χαιρετισμὸ ἢ νὰ ὑποδεχώμαστε στὸν οἶκο μας καὶ νὰ συντρώγωμε μὲ αὐτόν, ὁ ὁποῖος, εἴτε γιά λόγους ἀπιστίας εἴτε γιά λόγους θρησκευτικοὺς ἤ κοινωνικούς, ἀπέβαλε ἑκουσίως τήν ἱερατική του ἰδιότητα: «Ἐάν τις ἀθετήσῃ τό ἅγιον σχῆμα, καί οὐ διορθοῦται, τήν δέ ὀρθοδοξίαν κρατῇ, οὐ χρή τόν τοιοῦτον ὑπό στέγην ἄγειν, οὔτε συνεσθίειν, ἤ χαίρειν λέγειν» (Ράλλη – Ποτλῆ, Σύνταγμα, τ. 4, σ. 431).

Γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους τελεῖ ὑπὸ τὸ ἐπιτίμιο τοῦ ἀναθέματος ὁ κ. Κονάνος καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀποκομμένος παντελῶς ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Βρίσκεται πλέον, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, «ἔρημος καὶ γυμνὸς τοῦ κάλλους ἐκείνου καὶ τῆς εὐπρεπείας, τὸν θεῖον καὶ ἄρρητον ἀποκοσμηθεὶς κόσμον, ἔρημος δὲ ἀσφαλείας ἁπάσης καὶ φυλακῆς» (SC 117, σ. 82).

Ἐὰν θελήση ὁ κ. Κονάνος νὰ μετανοήση γιὰ τὴν βλάσφημη πράξη του, γίνεται βεβαίως δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, παραμένει, ὅμως, στὶς τάξεις τῶν λαϊκῶν, χωρὶς νὰ μπορῆ πλέον νὰ ἀναλάβη τὴν ἱερατική του ἰδιότητα.

Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κατανοήση ὁ κ. Ἀνδρέας Κονάνος καὶ νὰ μὴν παρασύρη τὸν λαὸ πρὸς τὴν καταπάτηση τῶν ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας.

++++++++++++++++++++++

Ὁ δὲ λαὸς ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῆ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια ὅτι ὁ Ἀνδρέας Κονάνος, ὅσο ἐμμένει στὴν ἀσέβεια καὶ βλασφημία του κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στὴν ὁποία ἔχει περιπέσει, εἶναι ἀποκομμένος ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναθεματισμένος.

* * * * * * * * * * * * * *

Νὰ προσευχώμαστε δὲ νὰ μετανοήση ἀληθινά, γιὰ νὰ μὴν πορευθῆ καὶ στὴν αἰώνια κόλαση.

Ἀδελφοί μου, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, «στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου» ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης.