4. Ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία

Καί ἐρχόμαστε τώρα σέ ἄλλη σοβαρή θεολογική παρεξήγηση πού ἀποτέλεσε καί τόν κύριο λόγο τῆς συγγραφῆς τοῦ παρόντος ἄρθρου, ἡ ὁποία καί πάλιν ἔχει σχέση μέ τήν παρεξηγημένη ἔννοια τῆς ὑπακοῆς στούς ἐπισκόπους.

Πολλοί ἐπίσκοποι, ἀλλά καί λοιποί κληρικοί καί θεολόγοι, οἰκουμενιστικῶν προδιαγραφῶν καί ἐπιδιώξεων ἤ δειλοί καί ἄτολμοι μπροστά στήν ἐξαπλούμενη παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ Συγκρητισμοῦ, ὑποστηρικτές καί τῆς πλάνης τοῦ ἐπισκοπο-κεντρισμοῦ, τῆς γνώμης δηλαδή ὅτι κέντρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τῆς λατρείας εἶναι ὁ ἐπίσκοπος, διατυπώνουν τήν γνώμη ὅτι χωρίς τόν ἐπίσκοπο, χωρίς τήν σύμφωνη γνώμη του, δέν πρέπει τίποτε νά γίνεται, γιατί ὅ,τι γίνεται εἶναι ἄκυρο καί διαιρετικό. Ἀκόμη καί λάθος νά κάνει ὁ ἐπίσκοπος, πρέπει νά κάνουμε ὑπακοή. Σημαίνει αὐτό, ὅτι, ἀκόμη καί αἱρέσεις ἄν διδάσκει ἤ δέχεται, πού μᾶς ὁδηγοῦν στήν κόλαση, πρέπει νά τόν ἀκολουθήσουμε καί ἐμεῖς στήν κόλαση; Περίεργη καί πλανεμένη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία. Ἡ ὑπακοή ὅμως στόν ἐπίσκοπο δέν εἶναι ἀπροϋπόθετη οὔτε ἀδιάκριτη. Ὑπακοῦμε στόν ἐπίσκοπο ἤ στό σῶμα τῶν ἐπισκόπων, τήν Ἱεραρχία, ὑπό τόν ἀπαράβατο ὅρο, ὑπό τήν ἀναγκαία προϋπόθεση, ὅτι ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας, ὅτι δέν νοθεύουν τό Εὐαγγέλιο καί τήν Ἁγιοπατερική Παράδοση. Στήν ἀντίθετη περίπτωση ἰσχύει αὐτό πού μᾶς συνιστᾶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά μνημονεύσουμε μόνον μία ἀπό τίς πολλές ἁιογραφικές καί πατερικές μαρτυρίες: Ὅταν, λέγει, προσπαθοῦν κάποιοι νά ἀλλοιώσουν τό Εὐαγγέλιο, νά μᾶς μεταθέσουν σέ ἄλλο εὐαγγέλιο, «εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον», τότε ἀκόμη καί ἐγώ ἄν τό πράξω αὐτό ἤ κατέβει ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό καί σᾶς διδάξει διαφορετικά ἀπό ὅ,τι παραλάβατε, τότε αὐτός εἶναι ἀναθεματισμένος: «Ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» [11].

Ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος, τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς λέγει ὅτι, ἄν ἐγώ ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό ἀλλάξουμε αὐτά πού παραλάβατε, τότε ὄχι μόνο νά μή μᾶς ὑπακούσετε, νά μή κάνετε ὑπακοή, ἀλλά καί νά μᾶς ἀναθεματίσετε ἐπί πλέον. Μαζί μέ τήν ἁγία ἀνυπακοή νά μᾶς ἀποκηρύξετε και νά μᾶς ἀφορίσετε. Ἤδη στήν πρώτη ἑνότητα τοῦ ἄρθρου μας παρουσιάσαμε κομμάτι τῆς ἁλυσίδας αἱρετικῶν ἀποκλίσεων τῆς Ἱεραρχίας, οἱ ὁποῖες θά ἔπρεπε νά εἶχαν ὁδηγήσει σέ καθαιρέσεις καί ἀφορισμούς. Τό ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀνησυχεῖ καί ἀγωνιᾶ γιά τό ποῦ ἐπί τέλους ὁδηγούμεθα. Καί ἀντί οἱ ποιμένες νά ἀποδιώξουν τούς λύκους τῶν αἱρέσεων, γιά νά μή κατασπαράξουν τά ποίμνια, αὐτοί καθησυχάζουν τούς πιστούς καί λέγουν νά κάνουμε ὑπακοή καί νά τούς διευκολύνουμε στό καταστροφικό τους ἔργο.

Αὐτή ἡ ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία, συνδεδεμένη καί μέ τήν πλάνη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ, περί τοῦ ὅτι ἀκόμη καί ἄν ἡ «Ἐκκλησία», δηλαδή ἡ Ἱεραρχία, κάνει λάθος, πρέπει νά μένουμε μέ τό λάθος μέσα στήν «Ἐκκλησία», παρά νά ἀποχωριζόμαστε, κυκλοφοροῦσε ἐδῶ καί ἀρκετά χρόνια, γιά νά φρενάρει καί νά ἀποδυναμώσει τίς τάσεις πρός τήν ἁγία ἀνυπακοή, πού δυνάμωσαν μετά τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης. Καί ἐπειδή οἱ τάσεις ἀνυπακοῆς στούς κακούς ἐπισκόπους πληθαίνουν καί δυναμώνουν, ἀνέβηκε καί τό θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο αὐτῶν πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ὑπακοή στούς ἐπισκόπους, στήν Ἱεραρχία, πού τήν ταυτίζουν κακῶς μέ τήν Ἐκκλησία, εἶναι ὑποχρεωτική, ἔστω καί ἄν ἡ Ἱεραρχία διαπράττει «λάθη», ὅπως καθησυχαστικά ὀνομάζουν τίς αἱρέσεις, ξαναβαπτίζοντάς τες μέσα στήν κολυμβήθρα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί ἐπειδή αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά πείσει τούς στοιχειώδη ὀρθόδοξη εὐαισθησία διαθέτοντες, καταφεύγουν σέ παρερμηνεία καί διαστρέβλωση τῶν ὅσων σέ ἄλλη συνάφεια καί γιά ἄλλο θέμα λέγουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὥστε νά ἐξακολουθήσουν οἱ ἀνυποψίαστοι νά τούς θεωροῦν ὡς πατερικούς, καί τό χειρότερο: ἡ αἵρεση καί ἡ πλάνη νά παραμένουν ἄτρωτες, καί ὡς πνευματική λοίμωξη, ὡς πνευματικός Κορωνοϊός, νά ἐξαπλώνονται ἀνεμπόδιστα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Γίνονται μάλιστα περισσότερο πιστευτά ὅσα λέγουν, ὅταν κηρύσσονται ὄχι ἀπό γνωστούς οἰκουμενιστές, τούς ὁποίους δέν ἐμπιστεύεται τό ὀρθόδοξο πλήρωμα, ἀλλά ἀπό θεωρούμενους παραδοσιακούς καί πατερικούς ἐπισκόπους καί λοιπούς κληρικούς.

5. Τρεῖς ἐπίσκοποι καί ἕνας ἁγιορείτης ἡγούμενος παρερμηνεύουν θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ἀναφερόμαστε συγκεκριμένα σέ ὅσα σχετικά εἶπαν ἤ ἔγραψαν, παρερμηνεύοντας τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, οἱ μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Γόρτυνος Ἰερεμίας καί ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμανδρίτης Ἐφραίμ.

Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Ὀρθόδοξη Θεολογία καί “παραθεολογικοί ἰοί”», πού δημοσιεύθηκε στό Διαδίκτυο ἀλλά καί στήν μηνιαία ἐφημερίδα τῆς Μητροπόλεως «Παρέμβαση», λέγει πάλι περί ὑπακοῆς στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας καί στίς ἀποφάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί παραθέτει ἐπί λέξει ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος σέ ἄλλη ὅμως συνάφεια καί γιά ἄλλο πρόβλημα καί ὄχι γενικά γιά ὑπακοή στούς ἐπισκόπους καί στή Σύνοδο. Εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν ὅτι ὁ Χρυσόστομος δέν ὑπήκουσε σέ ἀποφάσεις συνόδων ληστρικῶν καί ἐκφράζεται ἀπαξιωτικά γιά τό σῶμα τῶν ἐπισκόπων τῆς ἐποχῆς του γράφοντας πρός τήν διακόνισσα Ὀλυμπιάδα ἀπό τήν Κουκουσό, ὅπου τόν ἐξόρισαν, καί τόν ἐξόντωσαν οἱ συνεπίσκοποί του, τό φοβερό: «Οὐδένα δέδοικα ὡς τούς ἐπισκόπους, πλήν ὀλίγων»[12]. Γιά τήν Ἁγία Ὀλυμπιάδα, τήν ὁποία ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στίς 25 Ἰουλίου γράφει ὁ Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης στό «Ἁγιολόγιό» του: «Τέλος ἐξορισθεῖσα ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ὡς ὀπαδός τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, ἐτελειώθη ἐν εἰρήνῃ ἐξόριστος ἐν Νικομηδείᾳ, λαβοῦσα τῆς ὁμολογίας τόν στέφανον»[13].

Ἔπρεπε λοιπόν ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ἡ ὁσία Ὀλυμπιάδα καί πλῆθος ἄλλο πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, πού ἐπί δεκαετίες ἐθεωροῦντο σχισματικοί, νά ὑπακούουν στόν τρομοκράτη πατριάρχη Θεόφιλο καί στίς συνόδους – παρασυναγωγές πού ὀργάνωνε, ἀλλά καί σέ ὅσους ὑποστήριξαν στήν συνέχεια αὐτές τίς ἀποφάσεις; Πῶς εἶναι δυνατόν λόγιοι ἀρχιερεῖς καί κληρικοί νά παραβλέπουν ὅσα παρόμοια συμβαίνουν σήμερα στήν Ἐκκλησία ἀπό τόν πρῶτο ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), μέ ἀποκορύφωμα τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί τήν ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας, τό ὅτι διώκεται καί ἀγνοεῖται ὁ κανονικός μητροπολίτης Κιέβου καί ὅσοι τόν ἀκολουθοῦν, ὅπως συνέβη μέ τόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, καί ἀντί νά ταχθοῦν μέ τό μέρος τῆς ἀληθείας, ψάχνουν νά βροῦν ἐρείσματα ἀνέρειστα, σέ ποιόν; Στόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, τοῦ ὁποίου συνολικά τό ἔργο καί ὄχι παρερμηνευόμενες φράσεις, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν ἕνας ἀσυμβίβαστος ἀγώνας, ἕνα πνευματικό ἔπος, κατά τῶν ἰσχυρῶν καί τυράννων καί ὑπέρ τῆς δικαιοσύνης καί ἀληθείας.! Ἡ ἐπιστημονική καί ἐρευνητική δεοντολογία ἐπιβάλλει νά μή βγάζει κανείς συμπεράσματα ἀπό ἀποσπώμενες καί παρερμηνευόμενες ἐκφράσεις , ἀλλά ἀπό τό συνολικό συγγραφικό ἔργο κάποιου προσώπου, ὅταν μάλιστα αὐτό ὑπομνηματίζεται και ἀπό συνεπῆ πράξη καί ζωή.

Γράφει λοιπόν ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου: «Καί, βεβαίως, πρέπει νά ὑπακούουμε στήν φωνή τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράζεται ἀπό τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος παρατηρεῖ: “Mή τοίνυν, τῶν τελειοτέρων ἐπανατρέχωμεν, μηδέ ἡμέρας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς παρατηρῶμεν, ἀλλά πανταχοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ μετ᾽ ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου”. Γενικά πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τίς ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας, προτιμώντας ἀπό ὅλα τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη, ὤστε νά ἀποφεύγονται οἱ διακρίσεις καί τά σχίσματα.

Ἔχουμε, λοιπόν, τήν Ἐκκλησία στήν ὁποία θά κάνουμε ὑπακοή, καί δέν θά ἀκοῦμε κάθε Κληρικό, θεολόγο, διδάσκαλο πού εἰσάγει στήν ἁγία μας Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ξένες παραδόσεις, ξένα ἤθη, ξένες διδασκαλίες, ἀτομικές ἑρμηνεῖες, ξένους καί ἐπικίνδυνους “παρεκκλησιαστικούς καί παραθεολογικούς ἰούς”»[14].

Ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος σέ ραδιοφωνική ἐκπομπή μέ τίτλο «Ἐπερώτησον τόν πατέρα σου» στίς 4/4/2020, σέ ἐρώτημα ἀκροάτριας ἄν ἡ ὑπακοή εἶναι πιό πάνω ἀπό τήν ὁμολογία τῆς πίστεως ἀπέφυγε νά ἀπαντήσει εὐθέως στό ἐρώτημα.

Εἰδικῶς σέ σχέση μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεως, εἶπε ὅτι ἡ «ὑπακοή εἶναι πάνω ἀπ᾽ ὅλα» καί ἔστρεψε τήν ἀπάντηση εἰς τό ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι καί πάνω ἀπό τό μαρτύριο, πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο δέν ἐρωτήθηκε, καί στό τέλος προσέθεσε καί τήν παρερμηνευόμενη θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου λέγοντας: «Πολλοί πού παράκουσαν στήν ἐκκλησία καί γιά καθαρά σωστούς λόγους στό τέλος πλανήθηκαν. “Μεῖνε στήν ἐκκλησία”, λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος· “καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νά εἶσαι ἐκτός ἐκκλησίας”»[15].

Ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας σέ ἄρθρο του μέ τίτλο «Μᾶς λείπει τό ἐκκλησιολογικό φρόνημα» (ἐννοεῖ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα), πού δημοσιεύθηκε στό Διαδίκτυο ἔγραψε τά ἑξῆς: «Θά κάνουμε ὅ,τι μᾶς πεῖ ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἄν ἡ Ἐκκλησία μᾶς πεῖ νά φορᾶμε τήν μάσκα στόν Ναό γιά προστασία μας ἀπό τόν κορωνοϊό, θά τήν φορᾶμε. Ἄν μᾶς πεῖ νά μή τήν φορᾶμε, δέν θά τήν φορᾶμε». Καί συνεχίζει: «Θά τολμήσω νά πῶ, ἀδελφοί, καί τό ἑξῆς: Καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία, νά ἀκολουθοῦμε τό λάθος καί ὄχι τήν κατά τήν γνώμη μας ἀκρίβεια. Καί αὐτό πού σᾶς λέγω δέν εἶναι δικός μου λόγος, ἀλλά τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (βλ. εἰς Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων, τόμ. 4, 45)»[16].

Ὁ καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Βατοπαιδίου Ἐφραίμ σέ ὁμιλία του στήν Θεσσαλονίκη στό ξενοδοχεῖο «Ἠλέκτρα Παλλάς» στίς 10/12/2013 πρόλαβε τούς τρεῖς ἐπισκόπους καί ἐπικαλέσθηκε τήν δῆθεν θέση αὐτή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου πολύ ἐνωρίτερα, μεταπλάθοντάς την κατά χείριστο τρόπο. Ἐρωτηθείς γιά τίς συμπροσευχές ἰσχυρίσθηκε ὅτι αὐτές δέν πρέπει νά γίνονται, ἀλλά «μπορεῖ νά οἰκονομηθεῖ αὐτό τό πρᾶγμα». Καί συνέχισε: «Ποιό δέν μπορεῖ νά οἰκονομηθεῖ; Ὅταν πᾶνε νά κοινωνήσουν ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο. Τότε αὐτό δέν οἰκονομεῖται. Διότι ξεπερνᾶνε τά ὅρια. Τότε δέν ὑπάρχει οὔτε διχασμός, οὔτε σχίσμα. Δηλαδή, μέχρι ἐκεῖ μπορεῖ νά γίνει μιά οἰκονομία. Πέραν τούτου ὅμως ὄχι. Λέει καί ὁ ἅγιος Χρυσόστομος κάπου: “κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας”»[17]. Ἔκτοτε αὐτή ἡ διαστροφή καί ἀλλοίωση τῆς θέσεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου ἔγινε καραμέλα στά στόματα δειλῶν, ἐθελόδουλων, ἐπισκόπων καί πνευματικῶν, γιά νά καταστέλλει καί ἀποδυναμώνει τό ὀρθόδοξο ἀγωνιστικό φρόνημα.

6. Ἀνασκευή καί διόρθωση τῆς παρερμηνείας

Παρατηροῦμε ἐν πρώτοις ὅτι ἡ παρερμηνευόμενη θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου δέν δίδεται μέ ὑπόδειξη τῆς πηγῆς ἀπό τήν ὁποία ἀντλήθηκε, δηλαδή μέ ἀκριβῆ παραπομπή στό ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου καί σέ κάποια ἀπό τίς χρηστικές ἐκδόσεις τοῦ ἔργου, π.χ. στήν PG (Patrologia Graeca) τοῦ Migne ἤ στήν ἑλληνική ἔκδοση τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ καθηγητοῦ Χρήστου καί τῶν συνεργατῶν του, δηλαδή στήν ΕΠΕ (=Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας). Μόνον ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος, ὡς πανεπιστημιακός, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά παραπέμψει, τό κάνει ὅμως λανθασμένα, διότι δέν ἀναφέρει σέ ποιό ἔργο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου ὑπάρχει αὐτή ἡ γνώμη, ὥστε νά ἠμπορεῖ κανείς νά τήν βρεῖ σέ διαφορετικές ἐκδόσεις. Παραπέμπει σέ μία ἐλάχιστα γνωστή καί καθόλου διαδεδομένη ἔκδοση τοῦ «Ἑλληνικοῦ Ἐκδοτικοῦ Ὀργανισμοῦ» «Ἅπαντα Ἁγίων Πατέρων», ἡ ὁποία γρήγορα ἔπαυσε νά ἐκδίδεται, ἀντικατασταθεῖσα οὐσιαστικῶς ἀπό τήν ἔκδοση ΕΠΕ τῆς Θεσσαλονίκης, πού ἐμνημονεύσαμε. Μέ τήν ἀπόκρυψη τῆς πηγῆς οἱ πολλοί δύσκολα μποροῦν νά διαπιστώσουν τήν ὀρθότητα τῆς ἑρμηνείας, ὅταν μάλιστα δέν γνωρίζουν καί τήν συνάφεια τοῦ κειμένου. Ἐμεῖς θά δώσουμε ἐν πρώτοις τό ἀκριβές κείμενο καί στήν συνέχεια τίς ἑρμηνεῖες πού δίδονται μέ σχετικά σχόλια.

Κείμενο Χρυσοστόμου:

Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος τούτου[18].

Μετάφραση της ΕΠΕ:

Γιατί, κι ἄν ἀκόμη ἡ Ἐκκλησία διέπραττε σφάλμα, δέν θά ἦταν τό κατόρθωμα ἀπό τήν ἀκριβῆ τήρηση τῶν χρόνων τόσο μεγάλο, ὅσο εἶναι τό ἔγκλημα πού προέρχεται ἀπό τή διαίρεση καί τό σχίσμα[19].

Μητροπολίτης Ναυπάκτου

Παραθέτει τό κείμενο χωρίς μετάφραση. Συνάγει ὅμως κακῶς γενικά συμπεράσματα περί ὑπακοῆς καί εἰρήνης, ἐνῶ πρόκειται γιά τήν συγκεκριμένη παρέκκλιση τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα[20].

Μητροπολίτης Λεμεσοῦ:

Καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία, παρά νά κάνεις τό σωστό καί νἆσαι ἐκτός Ἐκκλησίας[21].

Μητροπολίτης Γόρτυνος

Καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία, νά ἀκολουθοῦμε τό λάθος καί ὄχι τήν κατά τή γνώμη μας ἀκρίβεια[22].

Καθηγούμενος Βατοπαιδίου

«Κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας, παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας[23].

Ἡ μετάφραση τῆς ΕΠΕ εἶναι γενικῶς καλή καί ἀκριβής, παραλείπει μόνον στό τέλος νά μεταφράσει τήν τελευταία λέξη τοῦ παραθέματος «τούτου», στή φράση «τοῦ σχίσματος τούτου». Ἡ παράλειψη εἶναι σημαντική, διότι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἀναφέρεται σέ συγκεκριμένο σχίσμα στήν Ἀντιόχεια καί δέν ὁμιλεῖ γενικῶς περί σχίσματος. Ἑπομένως ἡ μετάφραση τῆς τελευταίας περιόδου ἀντί νά εἶναι ὅπως τώρα, «πού προέρχεται ἀπό τήν διαίρεση καί τό σχίσμα», πρέπει νά εἶναι «πού προέρχεται ἀπό τή διαίρεση καί τό σχίσμα τοῦτο».

Ὁ μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀποφεύγει νά μεταφράσει ἤ νά ἀποδώσει ἐλεύθερα τό νόημα καί μολονότι ἀσφαλῶς θά ἀντελήφθη ἀπό τά συμφραζόμενα ὅτι ἀναφέρεται στό γνωστό πρόβλημα τῶν Ἰουδαϊζόντων Χριστιανῶν στήν Ἀντιόχεια πού ἑόρταζαν τό Πάσχα μαζί μέ τούς Ἑβραίους, καί ὄχι μέ βάση τίς ἀποφάσεις τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, παρά ταῦτα συνάγει, γενικά, συμπεράσματα περί ὑπακοῆς «στή φωνή τῆς Ἐκκλησίας», μολονότι, ὅπως εἴπαμε καί θά ποῦμε περισσότερα, ὁ Χρυσόστομος στό συγγραφικό του ἔργο δέν εἰσηγεῖται τήν ἀδιάκριτη καί ἀπροϋπόθετη ὑπακοή οὔτε τήν ἐτήρησε ὁ ἴδιος στή ζωή του!

Ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ μεταφράζει ἐπί λέξει ὄχι αὐτά πού εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀλλά αὐτά πού εἶπε στήν ἀρχαΐζουσα ὁ καθηγούμενος τῆς Βατοπαιδίου, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν πλήρη παραποίηση καί παραμόρφωση τῶν λεχθέντων ἀπό τόν Ἅγιο Πατέρα. Λέγει στό κείμενο ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος τίς λέξεις «κρεῖττον» καί στή μετάφραση «καλύτερα»; Καί ὑπάρχει ἐπίσης ἡ ἔννοια τῆς πλάνης, ὅπως λέγουν οἱ δύο Πατέρες; «Κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας» (Βατοπαιδίου) ἤ «καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία» (Λεμεσοῦ). Τό σφάλλεσθαι εἶναι πολύ ἐλαφρότερο τοῦ πλανᾶσθαι· εἶναι σφάλμα, εἶναι λάθος, δέν εἶναι πλάνη, πού σημαίνει αἵρεση, ἐκτροπή ἀπό τήν ἀλήθεια, ἐξαπάτηση. Ὁ μεταφραστής τῆς ΕΠΕ ὀρθῶς μεταφράζει τό «σφάλλεσθαι» ὡς «διαπράττειν σφάλμα», ὅπως καί ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος «νά κάνει λάθος». Πῶς προέκυψε τό πλανᾶσθαι; Νά ἀκολουθοῦμε λοιπόν τήν Ἐκκλησία καί στήν πλάνη στήν ἐκτροπή, στήν αἵρεση; Γι᾽ αὐτό δέν μᾶς ἀποκαλύπτουν οἱ δύο Πατέρες ποῦ τά βρῆκαν αὐτά, σέ ποιό ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου καί σέ ποιά ἔκδοση, ὥστε κάτω ἀπό τό ὄνομα τοῦ Ἁγίου νά ἐκφέρουν ἀπό κοιλίας δικές τους ἀπόψεις καί νά παρασύρουν ἐπί χρόνια τόσους ἀνθρώπους στήν πνευματική ὕπνωση καί στήν ἀδράνεια; Ἐκκλησία πού πλανᾶται δέν εἶναι Ἐκκλησία. Πῶς λοιπόν μπορεῖ νά πλανᾶται κανείς «μετά τῆς Ἐκκλησίας» ἤ «μαζί μέ τήν Ἐκκλησία»;

Ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος δέν διολισθαίνει στήν παραποίηση καί παραμόρφωση τῶν δύο προηγουμένων κληρικῶν, ἀποτυγχάνει ὅμως καί αὐτός νά μᾶς δώσει τό νόημα τοῦ κειμένου στήν συνάφεια καί παρασύρει τούς ἀναγνῶστες ἤ ἀκροατές στήν ἀδιάκριτη καί ἀπροϋπόθετη ὑπακοή ποῦ; Στήν Ἐκκλησία ἤ στήν Ἱεραρχία; Ταυτίζεται ἡ Ἐκκλησία μέ τήν Ἱεραρχία; Δέν ἀνήκει στήν Ἐκκλησία καί ὁ λαός, τό πλήρωμα τῶν πιστῶν; Πόσες φορές στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ἱεράρχες καί σύνοδοι παρεξέκλιναν ἀπό τήν ὀρθή Πίστη καί καταδικάσθηκαν ὡς αἱρετικοί; Νά ὑπακοῦμε καί στούς αἱρετίζοντες;

Καί μόνο γραμματικά καί συντακτικά ἄν βασανίσει κανείς τό κείμενο τοῦ Ἁγίου Χρυσοστόμου, ἀντιλαμβάνεται τήν λανθασμένη ἑρμηνεία του. Γνωρίζουμε ὅλοι μας, ὅπως διδασκόμαστε στά σχολεῖα, ὅτι μέ τόν ὑποθετικό σύνδεσμο «εἰ» καί τό ἐπιδοτικό «καί», δηλαδή μέ τό «εἰ καί», «ἄν καί», εἰσάγονται οἱ λεγόμενες παραχωρητικές ἤ ἐνδοτικές ἤ ἐναντιωματικές προτάσεις, μέ τίς ὁποῖες ὁ λέγων «παραχωρεῖ», ὑποχωρεῖ «ἐνδίδει» καί διατυπώνει κάτι τό ὁποῖο εἶναι ἀδύνατο ἤ ἀπίθανο, καί ἀντίθετο, «ἐναντιώνεται» πρός τήν πραγματικότητα, γι᾽ αὐτό καί ὀνομάζονται οἱ προτάσεις παραχωρητικές, ἐνδοτικές καί ἐναντιωματικές[24]. Οὐσιαστικῶς οἱ προτάσεις εἶναι ὑποθετικές. Ὁ λέγων διατυπώνει μία ὑπόθεση, δέν παρουσιάζει ἕνα πραγματικό γεγονός. Ἑπομένως τό «εἰ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία» τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου δέν μᾶς λέγει ὅτι «ἡ Ἐκκλησία σφάλλεται», ἀλλά «ἄν ἡ Ἐκκλησία ἐσφάλλετο». Μέ τήν προσθήκη δέ καί τοῦ συνδέσμου «καί» ἐνισχύεται ἡ ὑπόθεση καί τήν καθιστᾶ ἀδύνατη καί ἀπίθανη τήν ὑπόθεση, δηλαδή τό νά σφάλλει, νά κάνει λάθος ἡ Ἐκκλησία. Εἶναι δηλαδή σάν νά λέγει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀδύνατο νά κάνει λάθος· ἄς ὑποχωρήσω ὅμως καί ἄς δεχθῶ τό ἀντίθετο ὅτι μπορεῖ νά κάνει λάθος, δηλαδή: «Ἀκόμη καί ἄν ἔκανε λάθος ἡ Ἐκκλησία». Εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια παραχώρηση πού κάνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Γαλάτες, ὅταν τούς λέγει: «ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾽ ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[25]. Δηλαδή, «ἀλλά καί ἄν ἐμεῖς ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό, σᾶς κηρύττει εὐαγγέλιο διαφορετικό ἀπό αὐτό πού σᾶς κηρύξαμε, νά εἶναι ἀναθεματισμένος». Ἦταν ποτέ δυνατόν ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό νά ἀλλάξουν τό Εὐαγγέλιο, νά κηρύξουν «ἕτερον Εὐαγγέλιον»; Κάνει ὅμως αὐτή τήν ἀπίθανη ὑπόθεση ὁ μέγας Ἀπόστολος, γιά νά δείξει τήν ἀνάγκη νά τηρηθεῖ τό Εὐαγγέλιο ἀναλλοίωτο ἀκόμη, καί ἄν ὁ ἴδιος ἤ ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό ἐπιχειροῦσαν νά τό ἀλλάξουν. Δέν μπορεῖ κανείς ἑπομένως νά συμπεράνει, ἀπό αὐτό καί νά πεῖ ὅτι «κρεῖττον μετά τοῦ Παύλου πλανώμενος, παρά ὀρθοτομῶν χωρίς αὐτοῦ».

Δυστυχῶς ὁ μητροπολίτης Λεμεσοῦ καί ὁ ἡγούμενος τῆς Βατοπαιδίου ἀφαιροῦν ἀπό τό νόημα τόν ὑποθετικό χαρακτήρα τῆς φράσης καί θεωροῦν ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἠμπορεῖ νά πλανηθεῖ. Στήν περίπτωση αὐτή, πού τήν θεωροῦν δυνατή καί πιθανή, «καλύτερα νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία παρά νά κάνεις τό σωστό καί νἆσαι ἐκτός Ἐκκλησίας» (Λεμεσοῦ), ἤ ἐπί τό ἀρχαϊκώτερον «κρεῖττον πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας, παρά ὀρθοτομῶν ἐκτός Ἐκκλησίας» (ἡγούμενος Βατοπαιδίου). Τόν ὑποθετικό χαρακτήρα τῆς φράσης μειώνει καί ὁ μητροπολίτης Γόρτυνος, ἀφαιρώντας τό ὑποθετικό «εἰ» ἀπό τήν ἀπόδοση τοῦ νοήματος, χωρίς πάντως τό «κρεῖσσον» καί «καλύτερα» καί τό «νά πλανᾶσαι μαζί μέ τήν Ἐκκλησία» καί «πλανώμενος μετά τῆς Ἐκκλησίας». ΟΧΙ! Ἡ Ἐκκλησία δέν πλανᾶται ποτέ, ὥστε δέν ὑπάρχει ἡ πιθανότητα νά πλανηθεῖ κανείς μαζί της. Μπορεῖ νά πλανηθοῦν πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοί, λαϊκοί, νά πλανηθεῖ ὅλη ἡ Ἱεραρχία, νά πλανηθοῦν σύνοδοι, ἀλλά ὄχι ἡ Ἐκκλησία. Στήν περίπτωση αὐτή «μαζί μέ τήν Ἐκκλησία», «μετά τῆς Ἐκκλησίας», μένει αὐτός πού δέν ἀκολουθεῖ τούς πλανώμενους πατριάρχες, ἐπισκόπους καί ἱερεῖς.

(αύριο το τελευταίο μέρος)