Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος ΖήσηςὉμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

Παρερμηνεύουν τόν Χρυσόστομο τρεῖς ἐπίσκοποι καί Ἁγιορείτης ἡγούμενος.


Προλεγόμενα

Ἐδῶ καί ἀρκετό καιρό κυκλοφορεῖ στούς ἐκκλησιαστικούς καί θεολογικούς κύκλους μία ἐπικίνδυνη θέση γιά τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἄγνωστη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Πατερική Παράδοση. Δυσκολεύονται οἱ Οἰκουμενιστές καί Συγκρητιστές νά περάσουν στό πλήρωμα τίς Ἐκκλησίας τίς ἀντιευαγγελικές καί ἀντιπατερικές διδασκαλίες τους, μολονότι σέ ἐπίπεδο κορυφῆς ἔχουν ἀρκετές ἐπιτυχίες. Αὐτό φάνηκε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016), στό ψευδοαυτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας (2018) καί τώρα, μέ πρόσχημα τόν Κορωνοϊό, στό κλείσιμο τῶν ναῶν καί στήν κατασυκοφάντηση τοῦ ἁγιωτάτου καί ὑψίστου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας.


Ἡφαίστειο πού βράζει οἱ συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων πιστῶν, πού βλέπουν νά προδίδονται ἡ Πίστη καί τά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας ἀπό δειλούς καί ἀνάξιους ἱεράρχες.

Δύσκολα βρίσκουν οἱ τελευταῖοι πειστικά ἐπιχειρήματα.

Καταφεύγουν λοιπόν κάποιοι στό κῦρος τῶν Ἁγίων Πατέρων καί λέγουν στούς πιστούς: Μήν ἀντιδρᾶτε καί μήν σκανδαλίζεσθε. Μήν σκέφτεστε ἀποτειχίσεις καί διακοπή κοινωνίας μέ τούς ἐπισκόπους. Ἀκόμη καί ἄν εἶναι σωστά αὐτά πού λέτε, ἀκόμη καί ἐάν ἐσεῖς ὀρθοτομεῖτε τόν λόγο τῆς ἀληθείας, καί ἡ Ἐκκλησία πλανᾶται, εἶναι καλύτερα νά εἶσθε μαζί τήν πλανώμενη Ἐκκλησία, παρά νά ὀρθοτομεῖτε καί νά εἶσθε ἐκτός αὐτῆς. Ἀποδίδουν μάλιστα αὐτήν τήν γνώμη στόν Ἅγιο Ἰωάννη Χρυσόστομο, παρερμηνεύοντας ἀλλά καί διαστρέφοντας κάτι πού εἶχε πεῖ σέ ἄλλη συνάφεια.



Αὐτήν λοιπόν τήν παρερμηνεία ἀναιροῦμε μέ τό παρόν ἄρθρο, τό ὁποῖο ὅμως πῆρε μεγαλύτερη ἔκταση ἀπό ὅση περιμέναμε.Γιά τόν λόγο αὐτό καί γιά νά κρατηθεῖ τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀναγνωστῶν, γιά νά ἀντέξουν νά τό διαβάσουν μέχρι τέλους, παρουσιάζουμε τίς ἑνότητες πού περιέχει ἐδῶ στά Προλεγόμενα:

1. Ἁλυσίδα πλανῶν τῆς σύγχρονης Ἱεραρχίας.

2. Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή.

3. Ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν αἱρετιζόντων ἐπισκόπων εἶναι ἁγία ἀνυπακοή.

4. Ἐπικίνδυνη ἐκκλησιολογία καί σωτηριολογία

5. Οἱ μητροπολίτες Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Λεμεσοῦ Ἀθανάσιος, Γόρτυνος Ἰερεμίας καί ὁ ἡγούμενος τῆς Βατοπαιδίου Ἐφραίμ παρερμηνεύουν θέση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου.

6. Ἀνασκευή καί διόρθωση τῆς παρερμηνείας.

7. Σέ ποιο γεγονός ἀναφέρεται ὁ Χρυσόστομος;

8. Ἐνδεικτικές θέσεις τοῦ Χρυσοστόμου γιά ὑπακοή ἤ ἀνυπακοή στήν Ἱεραρχία.

Ἐπίλογος


1. Ἁλυσίδα πλανῶν τῆς σύγχρονης ἹεραρχίαςΟἱ δογματικές καί ἱεροκανονικές ἐκτροπές τῆς Διοικούσας Ἐκκλησίας στήν Ἑλλάδα ἦσαν σπάνιες κατά τούς 19ο καί 20ό αἰῶνες, αὐξήθηκαν ὅμως καί τείνουν νά γίνουν καθεστώς κατά τόν τρέχοντα 21ο αἰώνα. Ἡ ἀρχή τοῦ κακοῦ ἔγινε μέ τήν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στήν Ἀθήνα τόν Μάϊο τοῦ 2001 καί συνεχίσθηκε μέ τήν ὑπογραφή ἀντορθοδόξων κειμένων στό Θεολογικό Διάλογο μέ τούς Προτεστάντες στό Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (2006) καί στό Πουσάν τῆς Ν. Κορέας (2013). Κορυφώθηκε στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης τόν Ἰούνιο τοῦ 2016, στήν ὁποία μία κολοβή καί ἀντικανονική σύναξη τῆς μειοψηφίας τῶν Ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἀνέτρεψε ὅλη τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία Συνόδων καί Πατέρων καί ἀναγνώρισε τίς αἱρέσεις ὡς ἐκκλησίες, ἐνισχύοντας τήν θέση αὐτή μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν, δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων.


Ἐλπίζαμε ὅτι ἡ ἱεροκανονική διακοπή μνημόνευσης ἐπισκόπων, πού συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις της ἐκ μέρους κάποιων κληρικῶν, θά ἀναχαίτιζε αὐτήν τήν ἀντορθόδοξη καί δαιμονοκίνητη πορεία, ἀλλά πρός τό παρόν αὐτό δέν συνέβη. Ἐπειδή δέν ὑπῆρξε ἰσχυρή ἀντίδραση κυρίως ἐκ μέρους τῶν ἐπισκόπων, τό ὀρθόδοξο μέτωπο ἐμφανίσθηκε ἀσθενές. Γι᾽ αὐτό προχώρησε ὁ Διάβολος μέ ἰσχυρότερες δυνάμεις στό ἐσωτερικό τῆς Ἐκκλησίας. Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ἡ πάλαι ποτέ πηγή τῶν ὀρθοδόξων δογμάτων, αἰχμάλωτο τώρα τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ὄργανο ἀντιεκκλησιαστικῶν καί διαιρετικῶν δυνάμεων καί γεωπολιτικῶν μή ἐκκλησιαστικῶν συμφερόντων, προχώρησε χωρίς τή σύμφωνη γνώμη τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, στήν ἀναγνώριση τῶν ἀχειροτόνητων σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας στούς ὁποίους παραχώρησε αὐτοκεφαλία, ἀγνοώντας καί τήν κανονική αὐτόνομη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν μητροπολίτη Ὀνούφριο, ἀλλά καί τήν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας, στήν δικαιοδοσία τῆς ὁποίας κατά κοινή καί σταθερή ἀποδοχή ὑπάγεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ὅπως δείξαμε μέ σειρά μελετῶν μας[1]. Ὁ αὐταρχισμός καί τό παπικῆς κατοχύρωσης πρωτεῖο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ὡς «πρωτεῖο ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), μετά τό Κολυμπάρι κυριάρχησε καί στό ψευδοαυτοκέφαλο τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας. Αἱρέσεις καί σχίσματα ὑπό τήν σκέπη τώρα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τῆς Ἁγίας Σοφίας, βεβηλούμενης γιά τίς ἁμαρτίες μας ἀπό τούς πιστούς τοῦ Ἰσλάμ. Ὑπάρχει ἰσχυρότερη ἀπόδειξη περί τοῦ ὅτι δέν μᾶς προστατεύει πλέον ὁ Θεός καί παραδίδει τά σεβάσματά μας εἰς τούς ἐχθρούς τῆς Πίστεως, τήν ὁποία τόσο συχνά προδίδουμε;

Καί τό χείριστο ὅλων, τό ὁποῖο πλέον δέν ἀφήνει καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἰσῆλθαν πολλά δαιμόνια μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ ἐχθρός εἶναι ἐντός τῶν τειχῶν, εἶναι ὅσα ζήσαμε ἀπό τήν περασμένη ἄνοιξη καί ἐξακολουθοῦμε νά ζοῦμε, ποιός ξέρει μέχρι πότε, μέ πρόφαση καί πρόσχημα τήν λοίμωξη τοῦ Κορωνοϊοῦ: Κλείσιμο τῶν ναῶν, δυσφήμηση τῆς Θείας Κοινωνίας, ἀποφυγή ἀσπασμοῦ εἰκόνων καί λειψάνων, ἀπολύμανση τῶν ναῶν, μασκοφορία ἐντός τῶν ναῶν, ἐπίσκοποι καί ἱερεῖς μασκοφορεμένοι, χρήση πολλῶν λαβίδων καί ἀπολύμανση ὅσων χρησιμοποιήθηκαν, ἀντίδωρο περιτυλιγμένο ἤ διανεμημένο ἀπό ἱερεῖς μέ γάντια, τό χέρι τοῦ ἱερέων δέν τό ἀσπαζόμαστε καί τόσα ἄλλα ἀδιανόητα καί βλάσφημα, ὅπως ἐπίσης προσπαθήσαμε νά δείξουμε ἀκολουθώντας τούς Αγίους (2).

2. Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή.

Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα μέ πολλή συντομία ἀναφερθήκαμε συνετέλεσαν στήν ἀφύπνιση τοῦ ὑγιοῦς πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο παραπονούμενο δικαιολογημένα γιά τήν ἀδράνεια καί ἀδιαφορία τῆς πλειονότητας τῶν ἐπισκόπων ἀμφιβάλλει καί δυσπιστεῖ γιά τήν ποιμαντική τους μέριμνα καί ἐπιστασία καί προβληματίζεται πλέον γιά τό ἄν πρέπει νά ὑπακούει στίς συστάσεις καί νουθεσίες τους ἤ νά τούς θεωρήσει ὡς λυκοποιμένες καί ὁδηγούς στήν ἀπώλεια καί ὄχι στήν σωτηρία.Δέν χρειάζεται τώρα νά ἀναπτύξουμε τήν βεβαιωμένη στούς αἰῶνες ἀλήθεια ὅτι ὅλων σχεδόν τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων πρωτοστάτες καί ἀρχηγοί ἦσαν πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μερικές φορές καί σύνοδοι ἐπισκόπων.____________________Ἄν οἱ πιστοί ἀκολουθοῦσαν ὅλους αὐτούς, θά εἶχε καταλυθῆ καί δέν θά ὑπῆρχε σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Αὐτό πού θέλουμε νά ἐπισημάνουμε εἶναι ὅτι πολλές φορές ὅσοι προχωροῦν σέ δογματικές παρεκκλίσεις καί διαιρετικές ἐνέργειες ἀντιλαμβάνονται ὅτι τό κακό ἔχει παραγίνει, καί δέν θά μποροῦν πλέον νά σταθοῦν σέ ὀρθόδοξο ἔδαφος οὔτε νά ἀπολαύουν σεβασμοῦ καί τιμῆς, γι᾽ αὐτό καί ἐπιχειροῦν νά δημιουργήσουν θεολογική σύγχυση διαστρέφοντας τήν Ἁγιογραφική καί Πατερική διδασκαλία καί παρερμηνεύοντας γνῶμες Ἁγίων Πατέρων, ὥστε ὅσοι δέν μποροῦν νά ἐξακριβώσουν τήν ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν τους νά τούς ἐμπιστεύονται καί νά τούς ἀκολουθοῦν.Τό πιό ἐπίμαχο θέμα καί πολύ παρεξηγημένο εἶναι ἡ ὑποχρέωση ὑπακοῆς στούς ἐπισκόπους καί στούς πνευματικούς, εἰς ὅ,τι αὐτοί λέγουν καί πράττουν. Οὔτε αὐτό τό σημαντικό θέμα μποροῦμε ἐδῶ νά τό ἀναπτύξουμε ἐπαρκῶς. Πρίν ἀπό δεκαπέντε χρόνια γράψαμε βιβλίο μέ τίτλο «Κακή ὑπακοή καί ἁγία ἀνυπακοή»[3], στό ὁποῖο βρίσκει κανείς ἀρκετό ὑλικό γιά νά ἀποφασίσει ἄν θά ἀκολουθήσει τήν κακή ὑπακοή ἤ θά συνταχθεῖ μέ τήν ἁγία ἀνυπακοή. Δέν εἶναι πάντοτε καλή ἡ ὑπακοή· πολλές φορές ἡ ὑπακοή μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό, ὅταν ὑπακούουμε σέ ἐπισκόπους πού δέν ὀρθοτομοῦν τόν λόγο τῆς ἀληθείας καί ἐνισχύουν αἱρέσεις καί σχίσματα.Μέ τήν ὑπακοή ἰσχύει ὅτι καί μέ τήν μεγάλη ἀρετή τῆς εἰρήνης. Οὔτε ἡ εἰρήνη καί ἡ ὁμόνοια εἶναι πάντοτε καλά καί ἀγαθά, ὅταν μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό. Εἶναι ἀποφθεγματική καί παναληθής ἡ διδασκαλία δύο μεγάλων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι προτιμοῦν τόν πόλεμο καί τήν διάσταση, ὅταν ἡ εἰρήνη καί ἡ ὁμόνοια μᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος λέγει ὅτι «κρείττων γάρ ἐπαινετός πόλεμος εἰρήνης χωριζούσης Θεοῦ»[4]. Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ καί τήν διαφωνία πού ὑπῆρξε μεταξύ τῶν Ἰουδαίων περί τοῦ ἄν ὁ Χριστός ἦταν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἤ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, καί ἰδιαίτερα αὐτό πού λέγει ὁ εὐαγγελιστής ὅτι «σχίσμα οὖν ἦν αὐτοῖς», λέγει ὅτι μακάρι νά εἶχαν ἀποσχισθῆ τελείως ἀπό τούς Φαρισαίους πού διέβαλλαν τόν Χριστό· ἄν εἶχαν ἀποσχισθῆ τελείως, γρήγορα θά ἐγνώριζαν τήν ἀλήθεια. Γιατί ὑπάρχει καί καλό σχίσμα, ὑπάρχει κακή ὁμόνοια καί καλή διαφωνία: «Ὡς εἴ γε τέλεον ἀπεσχίσθησαν, ταχέως ἄν τήν ἀλήθειαν ἐπέγνωσαν. Ἔστι γάρ σχισθῆναι καλῶς. Διό καί αὐτός ἔλεγεν· “Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπί τήν γῆν, ἀλλά μάχαιραν”. Ἔστι γάρ καί κακή ὁμόνοια, ἔστι καί καλή διαφωνία. Καί γάρ οἱ τόν πύργον οἰκοδομοῦντες, ὡμονόησαν ἐπί κακῷ τῷ ἑαυτῶν· καί οἱ αὐτοί οὗτοι πάλιν, ἄκοντες μέν, ἐπί συμφέροντι ὅμως ἐσχίσθησαν…καί Ἰούδας ὡμονόησε μετά τῶν Ἰουδαίων κακῶς. Ἔστιν οὖν σχισθῆναι καλῶς καί ἔστιν ὁμονοῆσαι κακῶς… Ὥστε οὐ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν, ὥσπερ οὖν οὐδέ πανταχοῦ ἡ διάστασις κακόν»[5].

Τά ἴδια ἐπαναλαμβάνει ἑρμηνεύοντας τό μνημονευθέν χωρίο τοῦ Κατά Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν»[6]. Ἡ εἰρήνη ἐπιτυγχάνεται, ὅταν ἀποκόπτεται τό ἄρρωστο, ὅταν χωρίζεται αὐτό πού στασιάζει. Ὁ γιατρός σώζει τό ὐπόλοιπο σῶμα, ὅταν ἀποκόψει τό ἀνίατο μέρος, καί ὁ στρατηγός, ὅταν προκαλέσει διάσταση σέ κακό συνασπισμό ἀνταρσίας.Ἔτσι ἔγινε καί στόν πύργο τῆς Βαβέλ· «τήν γάρ κακήν εἰρήνην ἡ καλή διαφωνία ἔλυσε, καί ἐποίησεν εἰρήνην». Δέν εἶναι πάντοτε ἡ ὁμόνοια καλή, γιατί καί οἱ ληστές συμφωνοῦν, ὅταν διαπράττουν ληστεῖες· «οὐ γάρ πανταχοῦ ὁμόνοια καλόν· ἐπεί καί λησταί συμφωνοῦσιν». Ὁ Χριστός θέλει νά συμφωνοῦν ὅλοι στήν εὐσέβεια· ὅταν διαφωνοῦν μέ τά εὐσεβῆ δόγματα προκαλεῖται πόλεμος· «Αὐτός μέν γάρ ἐβούλετο πάντας ὁμονοεῖν εἰς τόν τῆς εὐσεβείας λόγον· ἐπειδή δέ ἐκεῖνοι διεστασίαζον, πόλεμος γίνεται»[7].


3. Tήν ἁγία ἀνυπακοή ἐφαρμόζουν ὅσοι διακόπτουν τήν μνημόνευση αἱρετιζόντων ἐπισκόπων.Ὅταν ἑπομένως προσβάλλεται ἡ εὐσέβεια, προσβάλλονται ἡ Πίστη καί τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἀδιανόητο καί ἀσεβές νά ὑπακούουμε εἰς ὅσους τά προσβάλλουν, μέ τήν δικαιολογία πώς δέν πρέπει νά προκαλέσουμε διαιρέσεις καί σχίσματα. Τίς διαιρέσεις καί τά σχίσματα τά προκαλοῦν ὅσοι διδάσκουν αἱρέσεις ἤ ἀποδέχονται αἱρέσεις, καί ὄχι ὅσοι διαφωνοῦν καί διακόπτουν τήν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες.

Τήν ὁλοφάνερη αὐτή ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία τήν ἐξέφρασε ἀξιωματικά καί ἀναντίρρητα ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινούπολης ἐπί Μ. Φωτίου (861), ὁ ὁποῖος ἁπλᾶ καί καθαρά λέγει ὅτι, ὅταν κάποιος πατριάρχης, μητροπολίτης ἤ ἐπίσκοπος κηρύσσει φανερά, «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», αἵρεση, καταδικασμένη ἀπό Πατέρες καί Συνόδους, τότε διακόπτεται ἡ μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη, μητροπολίτη ἤ ἐπισκόπου μέσα στή θεία Λατρεία.

Αὐτοί δέ πού μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποτειχίζονται, ὑψώνουν δηλαδή ἕνα τεῖχος προστασίας ἀπό τόν αἱρετικό ἤ αἱρετίζοντα προεστῶτα, πρέπει ὄχι μόνο νά μή τιμωροῦνται, ἀλλά νά ἐπαινοῦνται, διότι προφυλάσσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς αἱρέσεις καί τά σχίσματα[8].Ἡ διακοπή ἑπομένως μνημόνευσης τοῦ ὀνόματος αἱρετικοῦ ἤ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου, καί μάλιστα «πρό συνοδικῆς διαγνώσεως», δηλαδή πρίν νά καταδικασθεῖ ὡς αἱρετικός ἀπό σύνοδο, εἶναι τό μόνο ἱεροκανονικό μέσο πού διαθέτουμε οἱ Ὀρθόδοξοι, γιά νά σταματήσουμε τήν ἐξάπλωση καί διάδοση τῆς αἵρεσης στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.Αὐτήν τήν συνοδική, κανονική καί ὀρθόδοξη στάση κράτησαν ἀπέναντι στούς αἱρετίζοντες ἐπισκόπους διαχρονικά ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, στούς σύγχρονους δέ καιρούς τρεῖς ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀείμνηστοι Φλωρίνης Αὐγουστῖνος, Παραμυθίας Παῦλος καί Ἐλευθερουπόλεως Ἀμβρόσιος καί ὅλο σχεδόν τό Ἅγιο Ὄρος, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ Ἁγίου τώρα Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτη. Κατά τά ἔτη 1969-1972 διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα, λόγῳ τῆς φανερῆς ὑποστήριξης τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ πλῆθος πλανεμένων γνωμῶν καί πράξεων. Ὁ σημερινός πατριάρχης Βαρθολομαῖος ξεπέρασε τόν Ἀθηναγόρα σέ αἱρετικές ἀποκλίσεις καί πράξεις, χωρίς ἀνάλογη ὀφειλόμενη ἀντίδραση ἐκ μέρους τοῦ ἐπισκοπάτου καί τοῦ ἱερατείου.Προσέδωσε συνοδικό κῦρος στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016) μέ τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων πού παρήγαγαν οἱ Θεολογικοί Διάλογοι μέ τούς ἑτεροδόξους αἱρετικούς.


Ὁ Οἰκουμενισμός πρίν ἀπό τήν ψευδοσύνοδο ὑποστηριζόταν ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα, ἦταν πλάνη καί αἵρεση κάποιων προσώπων, τήν ὁποία ἀπέρριπταν καί καταδίκαζαν ἡ πλειονότητα τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων καί τῶν πιστῶν. Τώρα ὅμως γαυριᾶ καί ὑψώνει κεφάλι, διότι διαθέτει συνοδική ἀποδοχή, τήν ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις κατέστησαν συνένοχοι καί συνυπεύθυνοι, ὑποκείμενοι γι᾽ αὐτό εἰς ὅσα προβλέπουν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες. Αὐτός ἦταν καί ὁ λόγος τῆς ἐκ μέρους ἀρκετῶν κληρικῶν καί μοναχῶν διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκείων ἐπισκόπων. Οἱ Οἰκουμενιστές ἀντέδρασαν, ἐκήρυξαν διωγμούς, ἐχάλκευσαν συκοφαντίες καί ἔστησαν δικαστήρια. Ἀπό ὅσους ἐδειλίασαν νά ὁμολογήσουν, ἄλλοι ἐσιώπησαν αἰδημόνως ἀναγνωρίζοντας σιωπηλά ἤ καί ἐπαινώντας τούς τολμηρούς, ἄλλοι ὅμως βρῆκαν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί μάλιστα θεολογικές, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δειλία τους καί τήν ἔλλειψη παρρησίας καί ἑτοιμότητας νά ὑποστοῦν τήν κοσμική ἀπομόνωση, τό ξεβόλεμα, τήν κακοπάθεια. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, δηλαδή ἡ ἀποτείχιση, προκαλεῖ σχίσμα, σέ θέτει ἐκτός Ἐκκλησίας, ὡσάν νά εἶναι τόσο ἀμαθεῖς καί ἀθεολόγητοι, ὥστε νά μή σκεφθοῦν ὅτι τόσοι Ἅγιοι καί σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καί Γέροντες πού διέκοψαν τήν μνημόνευσητοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα, λόγῳ τῆς φανερῆς ὑποστήριξης τῆς παναίρεσης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μέ πλῆθος πλανεμένων γνωμῶν καί πράξεων. Ὁ σημερινός πατριάρχης Βαρθολομαῖος ξεπέρασε τόν Ἀθηναγόρα σέ αἱρετικές ἀποκλίσεις καί πράξεις, χωρίς ἀνάλογη ὀφειλόμενη ἀντίδραση ἐκ μέρους τοῦ ἐπισκοπάτου καί τοῦ ἱερατείου. Προσέδωσε συνοδικό κῦρος στήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης (2016) μέ τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν, μέ τήν ἔγκριση τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐκκλησίας στό λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, καί μέ τήν ἐπαινετική ἀποδοχή τῶν αἱρετιζόντων κειμένων πού παρήγαγαν οἱ Θεολογικοί Διάλογοι μέ τούς ἑτεροδόξους αἱρετικούς.

Ὁ Οἰκουμενισμός πρίν ἀπό τήν ψευδοσύνοδο ὑποστηριζόταν ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα, ἦταν πλάνη καί αἵρεση κάποιων προσώπων, τήν ὁποία ἀπέρριπταν καί καταδίκαζαν ἡ πλειονότητα τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων καί τῶν πιστῶν. Τώρα ὅμως γαυριᾶ καί ὑψώνει κεφάλι, διότι διαθέτει συνοδική ἀποδοχή, τήν ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιβάλει στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἔλαβαν μέρος στήν ψευδοσύνοδο ἤ ὑποστήριξαν τίς ἀποφάσεις κατέστησαν συνένοχοι καί συνυπεύθυνοι, ὑποκείμενοι γι᾽ αὐτό εἰς ὅσα προβλέπουν οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας γιά τούς αἱρετικούς καί αἱρετίζοντες. Αὐτός ἦταν καί ὁ λόγος τῆς ἐκ μέρους ἀρκετῶν κληρικῶν καί μοναχῶν διακοπῆς τῆς μνημόνευσης τῶν ὀνομάτων τῶν οἰκείων ἐπισκόπων. Οἱ Οἰκουμενιστές ἀντέδρασαν, ἐκήρυξαν διωγμούς, ἐχάλκευσαν συκοφαντίες καί ἔστησαν δικαστήρια. Ἀπό ὅσους ἐδειλίασαν νά ὁμολογήσουν, ἄλλοι ἐσιώπησαν αἰδημόνως ἀναγνωρίζοντας σιωπηλά ἤ καί ἐπαινώντας τούς τολμηρούς, ἄλλοι ὅμως βρῆκαν προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις καί μάλιστα θεολογικές, γιά νά δικαιολογήσουν τήν δειλία τους καί τήν ἔλλειψη παρρησίας καί ἑτοιμότητας νά ὑποστοῦν τήν κοσμική ἀπομόνωση, τό ξεβόλεμα, τήν κακοπάθεια. Ὑποστήριξαν ὅτι ἡ διακοπή μνημόνευσης τῶν ἐπισκόπων, δηλαδή ἡ ἀποτείχιση, προκαλεῖ σχίσμα, σέ θέτει ἐκτός Ἐκκλησίας, ὡσάν νά εἶναι τόσο ἀμαθεῖς καί ἀθεολόγητοι, ὥστε νά μή σκεφθοῦν ὅτι τόσοι Ἅγιοι καί σύγχρονοι Ἐπίσκοποι καί Γέροντες πού διέκοψαν τήν μνημόνευση αἱρετικῶν καί αἱρετιζόντων δέν ἦσαν ἀσφαλῶς σχισματικοί, οὔτε βρέθηκαν ἐκτός ἐκκλησίας. Ἦσαν λοιπόν σχισματικοί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὅλοι οἱ ἐπιφανεῖς Πατέρες πού ἀγωνίσθηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί δέν εἶχαν κοινωνία μέ τούς αἱρετικούς, ὁ Μ. Ἀθανάσιος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνός, ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Στουδίτης καί τό σύνολο τῶν ὁμολογητῶν Ἁγίων; Ἦταν ποτέ δυνατόν μία ἀναγνωρισμένη καί ἔγκυρη σύνοδος, ὅπως ἡ Πρωτοδευτέρα τοῦ Μ. Φωτίου πού μνημονεύσαμε τοῦ 861, νά συμβουλεύει διακοπή μνημοσύνου, δηλαδή ἀποτείχιση, καί νά σέ καθιστᾶ σχισματικό καί ἐκτός Ἐκκλησίας; Ἦσαν λοιπόν σχισματικοί καί ἐκτός Ἐκκλησίας οἱ τρεῖς ἐπίσκοποι τῶν καιρῶν μας πού μνημονεύσαμε, μαζί τους ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, ἐπειδή διέκοψαν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ πατριάρχη Ἀθηναγόρα;Ταυτίζουμε τήν διακοπή μνημόνευσης μέ τήν ἀποτείχιση, διότι ὑπάρχουν καί κάποιοι ἀπρόσεκτοι, οἱ ὁποῖοι βρίσκουν ἄλλη, πιό φθηνή, δικαιολογία γιά νά καλύψουν τήν ἀτολμία τους. Αὐτοί λοιπόν ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ τρεῖς ἀναφερθέντες ἐπίσκοποι, τό Ἅγιον Ὄρος καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος, δέν ἀποτειχίσθηκαν, ἀλλά ἔκαναν διακοπή μνημοσύνου, καί ἑπομένως ὅσοι ἀποτειχισθήκαμε δέν πρέπει νά ἐπικαλούμαστε τό παράδειγμά τους, διότι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ διακοπή μνημοσύνου καί ἄλλο ἡ ἀποτείχιση. Ἡ ἀποτείχιση, λένε, εἶναι κάτι βαρύ καί φρικτό, σέ ἀποτειχίζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, σέ καθιστᾶ σχισματικό, ἐνῶ ἡ διακοπή μνημοσύνου ὄχι. Ἐδῶ πραγματικά σηκώνεις τά χέρια γιά τήν εὑρηματικότητα πρός τό κακό! Τί νά πεῖς στούς πολλούς, στούς ἁπλούς Χριστιανούς, πού δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἐλέγξουν οἱ ἴδιοι τά κείμενα καί τό ἐννοιολογικό περιεχόμενο τῶν λέξεων, ἀλλά περιμένουν ἀπό ἐμᾶς, τούς ποιμένες καί διδασκάλους, νά τούς διαφωτίσουμε, ὅταν ἀντίθετα τούς τά συγχέουμε καί τά συσκοτίζουμε; Ὄχι, ἡ ἀποτείχιση δέν σέ ἀποτειχίζει ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ἀπό τήν αἵρεση. Ὁ ἀποτειχιζόμενος ὑψώνει μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τεῖχος γιά νά προφυλάξει καί τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους ἀπό τήν αἵρεση, καί μέσα ἀπό αὐτό τό τεῖχος νά διώξει τήν αἵρεση ἀπό τό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Τά ἐξηγήσαμε ὅλα αὐτά σέ ἰδιαίτερη μελέτη πού ἐγράψαμε πρίν μερικά χρόνια μέ τίτλο «Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις», πού κυκλοφορήθηκε καί σέ ἰδιαίτερο τευχίδιο[9]. Ὅσοι νομίζουν ὅτι εἶναι ἄλλο πρᾶγμα ἡ διακοπή μνημόνευση τῶν ἐπισκόπων καί ἄλλο ἡ ἀποτείχιση, ἄς προσέξουν καλύτερα τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ὅπου ἐκεῖ συναντοῦμε τόν ὅρο ἀποτείχιση ὑπό τήν γραμματική μορφή μετοχῆς «ἀποτειχίζοντες», ὡς ἐπεξήγηση τῆς διακοπῆς τῆς μνημόνευσης: «Οἱ τοιοῦτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[10]. Δέν ἀνακαλύψαμε ἐμεῖς τόν ὅρο ἀποτείχιση· προκύπτει ἀπό τόν 15ο κανόνα τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου καί εἶναι ταυτόσημος μέ τήν διακοπή μνημόνευσης. Εἶναι ὀρθός καί κανονικός, δημιουργεῖ ὅμως παρεξηγήσεις στούς ἀπρόσεκτους καί ἀδιάβαστους, πού τοῦ δίνουν ἐννοιολογικές προεκτάσεις πού δέν ἔχει.


(αύριο η συνέχεια)