– Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης: «Ἀφήσαμε τὸ ἐλαφρὺ φορτίο, δηλαδὴ τὸ νὰ μεμφόμαστε τὸν ἑαυτό μας καὶ κουβαλᾶμε τὸ βαρύ, δηλαδὴ τὸ νὰ δικαιώνουμε τὸν ἑαυτό μας».

– Ὁ ἴδιος ὁ ἀββᾶς ἦταν πάντοτε μὲ πολὺ ζῆλο πνευματικὸ καὶ ἐνθουσιασμό.

Κάποτε λοιπὸν τὸν ἐπισκέφθηκε κάποιος καὶ παίνεψε τὴ δουλειά του. Δούλευε δηλαδὴ τὴ σειρά καὶ δὲν μίλησε.

Σὲ λίγο ὁ ἐπισκέπτης ἄρχισε πάλι νὰ τοῦ μιλάει κι ἐκεῖνος πάλι δὲν ἔβγαλε μιλιά.

Ὅταν γιὰ τρίτη φορὰ ἐπανέλαβε, τοῦ εἶπε: «Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μπῆκες ἐδῶ μέσα μου ἀπομάκρυνες τὸν Θεό».


Ρώτησε ἀδελφὸς τὸν ἀββᾶ Κρόνιο: «Μὲ ποιὸν τρόπο φθάνει ὁ ἄνθρωπος στὴν
ταπεινοφροσύνη;»

«Μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ» ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας.

«Καὶ τί κάνοντας ρωτάει
πάλι ὁ ἀδελφὸς- φθάνει στὸν φόβο τοῦ Θεοῦ;»

«Ὅπως τὰ βλέπω ἐγὼ –λέει ὁ Γέροντας- μὲ τὸ νὰ περιμαζεύει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε τί καὶ νὰ τὸν δίνει σὲ κόπο σωματικὸ μὲ ὅση
δύναμη ἔχει, καὶ νὰ θυμᾶται τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ»
– – – – – – – – – – – – – – – – – – –

– Εἶπε ὁ ἀββᾶς Κρόνιος ὅτι ὁ ἀββᾶς Ἰωσὴφ ἀπὸ τὸ Πηλούσιο μᾶς διηγήθηκε τὸ ἑξῆς: «Ὅταν μόναζα στὸ Σινὰ βρισκόταν ἐκεῖ ἕνας καλὸς ἀδελφὸς καὶ ἀσκητικὸς ἀλλὰ καὶ στὴν ἐμφάνιση ὡραῖος.

Αὐτὸς λοιπὸν ἐρχόταν στὴ σύναξη τῆς ἐκκλησίας ντυμένος μ’ ἕνα
χιλιομπαλωμένο, κοντὸ καὶ παλιὸ μαφόρι. Καὶ βλέποντας τὸν νὰ ἔρχεται ἔτσι στὴ σύναξη πάντοτε, τοῦ εἶπα:

Ἀδελφέ, δὲν βλέπεις τοὺς ἀδελφοὺς πῶς εἶναι σὰν ἄγγελοι μέσα στὴν
ἐκκλησία; Πῶς ἐσὺ ἔρχεσαι ἐδῶ ἔτσι πάντοτε;”

Κι ἐκεῖνοςεἶπε: Συγχῶρεσὲ μέ, ἀββᾶ, δὲν ἔχω ἄλλα.

Τὸν πῆρα κατόπιν στὸ κελί μου καὶ τοῦ ἔδωσα ἕνα ἔνδυμα καὶ ὅ,τι ἄλλο
χρειαζόταν. Ἔτσι ἐρχόταν στὸ ἑξῆς ντυμένος ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ καὶ ἔμοιαζε σὰν ἄγγελος.

Μετὰ ἀπὸ καιρὸ παρουσιάσθηκε ἡ ἀνάγκη νὰ στείλουν οἱ Πατέρες δέκα ἀδελφοὺς στὸν βασιλιὰ γιὰ κάποιο θέμα. Καὶ ἀποφάσισαν νὰ συγκαταλεχθεῖ καὶ αὐτὸς στὴν ἀποστολή.

Ἀλλὰ αὐτὸς μόλις τὸ ἄκουσε ἔβαλε μετάνοια στοὺς Πατέρες καὶ εἶπε: “Γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου συγχωρῆστε μέ: εἶμαι δοῦλος κάποιου ἀξιωματούχου τοῦ παλατιοῦ καὶ ἐὰν μὲ γνωρίσει,
θὰ μὲ ἀποσχηματίσει καὶ θὰ μὲ πάρει πάλι στὴν ὑπηρεσία του”.

Όντως οἱ Πατέρες πείσθηκαν καὶ τὸν ἄφησαν.

Αργότερα ὅμως ἔμαθαν ἀπὸ κάποιον ποὺ τὸν γνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι, πρὶν γίνει μοναχός, ἦταν διοικητὴς τῶν ἀνακτόρων καὶ γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀντιληφθεῖ κανένας ἀπὸ
τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν γνώριζαν καὶ τοῦ δημιουργήσουν πρόβλημα, χρησιμοποίησε τὴν
πρόφαση ποὺ ἀνέφερε.

Μὲ τόσο μεγάλο ζῆλο οἱ Πατέρες ἀπέφευγαν τὴν δόξα καὶ τὴν καλοπέραση στὴ ζωὴ αὐτή».