– Ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος βυθίζοντας κάποια φορᾷ βαθιὰ τὴ σκέψη του στοῦ Θεοῦ τὰ κρίματα
ζήτησε νὰ μάθει: «Κύριε, εἶπε, πὼς μερικοὶ ζοῦν λίγα χρόνια καὶ πεθαίνουν, ἐνῷ ἄλλοι φτάνουν στὰ βαθιὰ γεράματα; Γιατί κάποιοι ζοῦν μέσα στὴ φτώχεια καὶ ἄλλοι πλουτίζουν;
Καὶ πῶς συμβαίνει ἄδικοι νὰ πλουτίζουν καὶ δίκαιοι ἄνθρωποι νὰ ‘ναι φτωχοί;»

Ακουσε τότε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ἀντώνιε, τὸν ἑαυτό σου πρόσεχε. Αὐτὰ εἶναι κρίματα Θεοῦ καὶ δὲν σε ωφελεί νὰ τα μάθεις».

=================

– Εἶπε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος στὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅτι ἡ σπουδαιότερη ἐργασία ποὺ ἔχει νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι νὰ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνη τῶν σφαλμάτων τοῦ ἐνώπιόν του Θεοῦ καὶ νὰ ἀναμένει πειρασμὸ μέχρι την τελευταία του πνοῆ.


– Ρωτήθηκε ὁ ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς τί εἶναι ἡ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὀδός”. Καὶ ἀποκρίθηκε:
«Ἡ στενὴ καὶ τεθλιμμένη ὁδὸς εἶναι νὰ πολεμάει ὁ ἄνθρωπος τοὺς λογισμούς του καὶ νὰ κόβει τὰ δικά του θελήματα ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό. Καὶ αὐτὸ σημαίνει τὸ ρητό: Ἐγκαταλείψαμε ἐμεῖς τὰ πάντα καὶ σὲ ἀκολουθήσαμε».


– Εἶπε ὁ ἀββᾶς Εὐάγριος: Ἀρχὴ σωτηρίας εἶναι το νὰ καταδικάζεις τὸν ἑαυτό σου.

______________________

– Εἶπε ο αββάς Ησαΐας ὅτι αὐτὸς ποὺ ἔχει ταπείνωση δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ πεῖ σὲ κάποιον ὅτι εἶναι ἀμελὴς ἢ νὰ ἀντιμιλήσει σ’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν ταλαιπωρεῖ, οὔτε ἔχει μάτια νὰ δεῖ ἢ νὰ ἀντιληφθεῖ ἄλλου ἀνθρώπου ἐλαττώματα, οὔτε αὐτιὰ ν’ ἀκούσει πράγματα ποῦ δὲν ὠφελοῦν τὴν ψυχή του.

Στόμα δὲν ἔχει νὰ φανερώσει ἐλαττώματα κάποιου ἢ νὰ θλίψει κάποιον μὲ τὰ λόγια του οὔτε ἔχει ἐνδιαφέροντα μὲ κάποιον ἐκτός των δικῶν τοῦ ἁμαρτημάτων. Ἀντίθετα, εἶναι εἰρηνικὸς πρὸς ὅλους τους ἀνθρώπους, γιατί αὐτὸ εἶναι ἐντολὴ τοῦ Κυρίου καὶ ὄχι γιατί χαρίζεται σὲ κάποια ἄλλη ἀδυναμία.

Γιατί κι ἂν νηστεύει κανεὶς ὅλη τὴν ἑβδομάδα καὶ κάνει πολλοὺς κόπους ἔξω ἀπὸ τὴν
πορεία αὐτή, πᾶνε χαμένοι ὅλοι οἱ κόποι του.