Η ψυχή κάνει δικό της το Άγιο Πνεύμα όχι με το να προσεγγίσει αυτό τοπικά (διότι πώς μπορείς να πλησιάσεις με το σώμα σου το ασώματο;) αλλά με το να απομακρύνει τα πάθη, τα οποία αφού προσκολλήθηκαν στην ψυχή αργότερα, λόγω της αγάπης προς την σάρκα, την απομάκρυναν από την εγγύτητα προς τον Θεό.


Όταν λοιπόν καθαριστεί κανείς από την αισχρότητα, την οποία ντύθηκε με την κακία και επιστρέψει στην φυσική ωραιότητα, και αποδώσει σαν σε εικόνα βασιλική, την αρχαία μορφή με τον καθαρισμό της, μόνο έτσι μπορεί να πλησιάσει τον Παράκλητο.

Αυτός λοιπόν, σαν ήλιος, αφού παραλάβει καθαρισμένα μάτια, θα σου δείξει στον εαυτό του την εικόνα του αόρατου. Στο μακάριο λοιπόν θέαμα της εικόνας θα δεις το ανέκφραστο κάλλος του πρωτοτύπου.

Με το Άγιο Πνεύμα ανυψώνονται οι καρδιές, χειραγωγούνται οι ασθενείς, τελειοποιούνται όσοι προκόβουν. Αυτό, αφού φωτίσει αυτούς που έχουν καθαριστεί από κάθε κηλίδα, τούς καθιστά πνευματικούς, λόγω της κοινωνίας τους με Αυτό.

Και όπως τα λαμπερά και διαφανή σώματα, όταν πέσει πάνω τους κάποια ακτίνα, και τα ίδια λάμπουν περισσότερο και αντανακλούν μόνα τους και άλλη λάμψη, έτσι και οι πνευματοφόρες ψυχές, όταν καταυγαστούν από το Άγιο Πνεύμα, και οι ίδιες γίνονται πνευματικές και σε άλλους στέλνουν τη χάρη.

Εδώ οφείλεται η πρόγνωση των μελλόντων, η κατανόηση των μυστηρίων, η γνώση των απόκρυφων, η διανομή των χαρισμάτων, η ουράνια ζωή, η μαζί με τους αγγέλους συμβίωση, η ατέλειωτη ευφροσύνη, η διαμονή με το Θεό, ή ομοίωση με το Θεό, και το ανώτερο από όσα μπορεί κανείς να επιθυμήσει, το να γίνει θεός.

(Περί Αγίου Πνεύματος,κεφ. Θ, εκδ ΕΠΕ, τόμος 10 σελ. 339-341)