Μία ηγουμένη ενός μοναστηριού, έγραψε στον Γέροντα Ιωσήφ τον ησυχαστή μία επιστολή. Ο πνευματικός της επρόκειτο να επισκεφθεί το Άγιον Όρος. Ήθελε να επισκεφθεί και τον π. Ιωσήφ. Αυτός της έγραψε την παρακάτω επιστολή, ως απάντηση.

Λέγεις δια τον Γέροντα ότι θέλει να έλθη να προσκυνήση εις το Άγιον Όρος. Καλόν και άγιον έργον θα κάμη. Πλην εμένα μόνον ας μη λάβη υπ’ όψιν του ότι γνωρίζει ή ότι υπάρχω εις αυτήν την ζωήν. Καθότι ζω εις απόλυτον ησυχίαν· με τάξιν ετέραν της συνηθισμένης, όπου δύσκολον να με συναντήση.
      Καθότι η θύρα είναι κλειστή και ωρισμένες ώρες ανοίγει.

Ο,τι μέν θέλει, συνεργεία των αδελφών, δύναμαι να τον βοηθήσω.   
   Το δε πέραν της τάξεως όπου έχω, να ανοίξω την θύραν, να ομιλήσω, να χάσω την προσευχή μου και ησυχίαν, αυτό ουδαμώς. Εκτός εξ’ ανάγκης την ώραν που ορίζω εγώ.
     Διότι αι ώρες μου είναι με μέτρον. Και πρέπει να παραδραμώ ολίγον, να χάσω, δια να ομιλήσω την νύκτα μίαν ώραν ή δύο.

Και ταύτα γράφω δια να εξηγηθώ, προτού παρεξηγηθώ. Εγώ εις όλες μου τες ενέργειες έτσι συνηθίζω να λέγω και να πράττω όλα καθαρά σαν καθρέπτης· λόγω και έργω, είτε κατά διάνοιαν, να μη δίδω υπόνοιαν σε κανένα.


Διότι ήλθον πολλοί από διάφορα μέρη, χωρίς να ζητήσουν να μάθουν την τάξιν που έχομεν. Και, επειδή δεν τους εδέχθην, εσκανδαλίσθησαν.
      Αλλά και εδώ όλοι οι γείτονες εναντίον μου έχουν, διότι δεν τους ανοίγω. Πλην εγώ δεν κλείνω δια να σκανδαλισθούν οι Πατέρες. Αλλά, γυμνασθείς τόσα έτη και ιδών ότι δεν ωφελούμαι από αυτές τες «αγάπες» -μόνον την ψυχή μου χαλώ χωρίς να ωφελούμαι- δι’ αυτό έκλεισα όλους διαπαντός και ησύχασα. Τώρα δεν ανοίγω κανέναν. Μήτε έχω δωμάτιον περισσόν δια έναν απ’ έξω. Και, αν έλθη κανείς μακρυνός, πρέπει να έλθει την ώραν που εργάζονται οι Πατέρες, πρωί. Και, αν είναι ανάγκη, στέκει εις το δωμάτιον του Παπά μου. Διότι εις όλα τα Σάββατα, Κυριακάς, και εορτάς έχομεν Λειτουργίαν. Έρχεται εδικός μας Παπάς και μας λειτουργεί και μεταλαμβάνομεν.

Ιδού λοιπόν είπον, ίνα μη γένηται σκάνδαλον.

  Δια Θεόν τρέχω· ου μέλλει μοι δια τους ανθρώπους.

    Καν υβρίσουν, καν ονειδίσουν, καν συκοφαντήσουν, καν το όνομά μου ατιμάσουν, καν όλη η κτίσις ασχοληθή να λέγη εναντίον μου.

Είδον γαρ και πολυειδώς εδοκίμασα ότι, αν η χάρις του Θεού δεν φωτίση τον άνθρωπον, τα λόγια όσα και αν ομιλήσης δεν βγάνεις ωφέλειαν. Προς στιγμήν τα ακούει και την άλλην στρέφει πάλιν αιχμάλωτος εις τα ιδία.

     Εάν όμως ευθύς με τον λόγον ενεργήση η χάρις, τότε γίνεται κατ’ εκείνην των ώρα αλλοίωσις με την αγαθήν του ανθρώπου προαίρεσιν. Και αλλάσσει θαυμαστώς η ζωή του εκ’ της ώρας εκείνης. Όμως αυτό συμβαίνει εις όσους δεν εσκλήρυναν από μέσα τους ακοήν και συνείδησιν.
     Εις δε τους ακούοντας και εν παρακοή παραμένοντας εις τα κακά των θελήματα· εις αυτούς καν ημερονύκτια ομιλής καν την σοφίαν των Πατέρων εις τας ακοάς των κενώσης, καν θαύματα προ οφθαλμών των ποιήσης, καν το ρεύμα του Νείλου επάνω των γυρίσης, αυτοί δεν λαμβάνουν μήτε ρανίδα ωφέλειαν. Μόνον θέλουν να έρχωνται, να ομιλούν, να περάση η ώρα των, χάριν της ακηδίας.
   Δι’ αυτό λοιπόν κλείω και εγώ την θύραν και ωφελούμαι τουλάχιστον εγώ δια της ευχής και της ησυχίας. Καθότι την ευχήν υπέρ πάντων ο Θεός πάντοτε την ακούει, ενώ την αργολογίαν πάντοτε αποστρέφεται, ας φαίνεται και πνευματική ότι είναι.

Επειδή κατά τους Πατέρας, αργολογία είναι κυρίως να περνάς τον καιρό σου με λόγια, χωρίς να κάμης τους λόγους σου πράξεις.

Λοιπόν μην ακούτε τι λέγουν, όταν άνθρωποι άγευστοι ομιλούν τα τοιαύτα.

Όποιος δεν εδοκίμασε ανάγκη είναι να δοκιμάση· και με την πείρα θα μάθη και θα βρη ότι του λείπει. Η πείρα δεν αγοράζεται. Είναι εκάστου απόκτημα, κατά τον κόπον του και το αίμα του που θα δώση μόνος του να την αποκτήση.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Εκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας» – Γέρων Ιωσήφ, Ι.Μ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ (ΚΑΡΥΑΙ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ)