Επειδή είναι της μόδας πιά, δηλαδή έχει γίνει αποδεκτό από κλήρο και ποίμνιο το να προσεύχονται μαζί ορθόδοξοι με αιρετικούς.
   Εμείς θα καταφύγουμε στους κανόνες της Αγίας μας Ορθοδόξου Εκκλησίας.


     

       Ο με΄ κανόνας των Αγίων Αποστόλων αναφέρει: «Επίσκοπος,ή πρεσβύτερος, ή διάκονος, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω·῝ εί δέ επέτρεψεν αυτοίς, ώς κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» (Ράλλη – Πότλη, Σύνταγμα Θείων και Ιερών Κανόνων…., τ. 2, σελ. 60).

   Ο κανόνας αυτός  απερίφραστα, ξεκάθαρα και με ακρίβεια τονίζει ότι η συμπροσευχή απαγορεύεται και ορίζει να αφορίζεται – αποκόπτεται απο το σώμα της Εκκλησίας ο κληρικός όλων των βαθμίδων, ο οποίος θα συμπροσευχηθή μετά αιρετικών, χωρίς να καθαιρήται.

     Εάν, όμως, επιτρέψει στους αιρετικούς να ενεργοποιήσουν την »ιερατική» τους ιδιότητα, τότε πρέπει να υφίσταται την καθαίρεση (Βλ. Ιερόν Πηδάλιον, σσ 50-51).

…………………………………………………..

Η συμπροσευχή του κληρικού μετά αιρετικού επιφέρει τον αφορισμό, ακόμη κι αν συμβή εκτός ιερού Ναού και ιεράς Ακολουθίας, βάσει του Ι΄ Αποστολικού κανόνον «Εί τις ακοινωνήτω, κάν έν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω».

   Εάν, όμως, διενεργηθή συμπροσευχή έν τώ Ναώ, τότε επιβάλλεται η καθαίρεση του δράστου, κατά τον προαναφερθέντα με΄ κανόνα των Αγίων Αποστόλων.

    Ο Βαλσάμων στην ερμηνεία του διευκρινίζει «Ενταύθα μή είπεις έν ναώ τον επίσκοπον και τους λοιπούς συνεύξασθαι μετά αιρετικών· οι τοιούτοι γάρ καθαιρεθήσονται κατά τον μστ΄ κανόνα, καθώς και ο επιτρέψας αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι».


Με απλά λόγια, ο Ορθόδοξος κληρικός, παντός βαθμού, αν  συμπροσευχηθή με αιρετικό, τότε αφορίζεται.

     Εάν η συμπροσευχή συμβή σε χώρο λατρείας (ιερό ναό, ιερά μονή) τότε ο κληρικός καθαιρείται, όπως, επίσης, εάν επιτρέψη στον αιρετικό να λάβη ενεργό μέρος στην λατρεία· «εί δέ επέτρεψεν αυτοίς (τοίς αιρετικοίς) ώς κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρείσθω» .

+++++++++++++++++++++++++++++++
+++++++++++++++++++++++++++++++

  Οι  Ρωμαιοκαθολικοί, οι  Διαμαρτυρόμενοι και οι άλλες αιρέσεις δεν πιστεύουν ότι το Άγιο Πνεύμα κατέρχεται κατά τρόπο τέλειο στα Μυστήρια.

   Με την θεολογική αυτή τοποθέτησή  τους  ουσιαστικά, θέτουν τον κλήρο αλλά και τον λαό του Θεού, το εκκλησίασμα, εκτός των ακτίστων ενεργειών του Παναγίου Πνεύματος.

     Άρα, δεν υπάρχει δυνατότητα συμπροσευχής;

   Σε ποιόν Θεό απευθύνονται οι συμπροσευχόμενοι;
   
Ο μστ΄ Αποστολικός Κανόνας, αποδεικνύει μέσω του περιεχομένου του την θεολογική αλήθεια περί της μή εγκυρότητος των μυστηρίων των αιρετικών «Επίσκοπον ή πρεσβύτερον, αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα, ή θυσίαν, καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γάρ συμφώνησις Χριστώ πρός Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;».

Ο προαναφερθείς Αποστολικός κανόνας ρητώς απαγορεύει την αποδοχή των απο αιρετικούς τελεσθέντων μυστηρίων του Βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας ως κανονικών μυστηρίων. Εκείνος ο Επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, ο οποίος ήθελε αποδεχθή τα μυστήρια αυτά ώς έγκυρα και κανονικά, να καθαιρήται.

=============================

   Ο Ζωναράς γράφει: «Τούς αιρετικούς, και τάς εκείνων τελετάς υπό των Ορθοδόξων βδελύττεσθαι χρή… Εί δέ τις Επίσκοπος, ή πρεσβύτερος, τον υπ΄ εκείνων (των αιρετικών) βαπτισθέντα δέξοιτο, ή προσαγωγήν τινα παρ΄ εκείνων εις θυσίαν προσαγομένην λάβοι, καθαιρεθήσεται» ( Βλ. Οσίου Νικοδήμου, Ιερόν Πηδάλιον, σελ. 51).

 
Κι αυτό επειδή η αποδοχή των «μυστηρίων», των αιρετικών εξαντλεί την αλήθεια στην στατικότητα της υποκειμενικής αγάπης και δεν περνά στην αντικειμενικότητα,. Δηλαδή εκεί όπου υπάρχει η αγάπη «έν αληθεία».
     Έτσι με την στάση αποδοχής υπονοείται ότι γίνεται δεκτή η αίρεση, δηλαδή η καθυπόταξη της Βιβλικής και Πατερικής αληθείας στην υποκειμενική και άρα στην αποσπασματική κατανόηση και βίωσή της.
      Ακόμη, καθίσταται φανερή η προσωπική εκτίμηση των ούτως φρονούντων κληρικών ότι δεν είναι απαραίτητο να αγωνισθούν για την διόρθωση των κακοδοξιών των αιρετικών.
  
  Χαρακτηριστικά εξηγεί ο Ζωναράς «ώς υπόνοιαν διδούς, ή τα όμοια εκείνοις φρονείν,