Ουδέ ο δίγαμος. Ουδέ ο ανθρωποκτονήσας ή εαυτόν ακρωτηριάσας. Ουδέ ο τυφλός ή κωφός. Ουδέ ο μήπω την κανονικήν ηλικίαν κεκτημένος. Ουδέ ο νεοφώτιστος ή ο των κλινικών δεχθείς βάπτισμα. Ουδέ ο ψευδορκήσας και μάλιστα επί δημοσίου δικαστηρίου. Ουδέ ο οπωσδήποτε την υπόληψιν αυτού χράνας και τας συνειδήσεις των χριστιανών σκανδαλίσας. Ουδέ ο αναλφάβητος και αθεολόγητος, ίνα μη ο τυφλός γίνη των τυφλών οδηγός.

Ουδέ τέλος ο κατά το σώμα ή το ήθος ή την υπόληψιν ή διάνοιαν μη τετράγωνος και ολόκληρος. Αλλά τις λοιπόν δικαιούται εις τας ιερατικάς να συγκαταριθμηθεί τάξεις; Ο αρτιμελής. Ο τας φρένας και το ήθος πλήρης. Ο τουλάχιστον κατά την φρόνησιν, εάν μη την τρίχα, πολιός. Ο παρά των έξωθεν έχων μαρτυρίαν αγαθήν. Ο μονόγαμος, και τούτο μόνο επί πρεσβυτέρου, διακόνου και των επιλοίπων, διότι ο επισκοπής ορεγόμενος ανάγκη, κατά την κρατήσασαν τάξιν, να λαμβάνηται ή εκ των παρθένων ή εκ των σωφρόνων. Ο κατά το παράδειγμα των μαθητών του Χριστού καταλλήλως επί χρόνον προπαιδευθείς, δια να είναι ικανός και το ποίμνιον να φωτίζη και τους αντιλέγοντας να αποστομώνη.

Ο υψηλότερα των άλλων κατά την ηθικήν ιστάμενος και αγνότητα βίου εγκεκομβωμένος και θείου ζήλου εμπεφορημένος και χρημάτων κρείττων και κοινωνικών ψευδών υπέρτερος. Ο τας Γραφάς και του Πατέρας μελετών και δι’ ενδελεχούς προσευχής μετά του θείου επικοινωνών.

Ο όχι σιμωνιακώς ή τη ευνοία κοσμικών αρχόντων συλήσας την χάριν και εισπηδήσας από το παράθυρον, αλλ’ ο δυνάμει των οικείων προσόντων εισελθών δια της θύρας». (Ο Χριστιαν. ναός … σ. 445-6).