Περισσότερο ἀπὸ ἑξακόσια χρόνια οἱ πρόγονοί μας ἀγωνίστηκαν νὰ διώξουν τὸν μουσουλμανισμὸ καὶ νὰ διώξουν τὰ τζαμιά. Καὶ σήμερα πλησιάζει ὁ καιρὸς ποῦ θὰ εἶναι περισσότεροι οἱ μουσουλμάνοι στὴν χώρα μας ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς.

Ἀπὸ αἰῶνες ὁ Θεὸς μοίρασε τὰ ἔθνη καὶ στὸ καθένα ἔδωσε τὸ κομμάτι του. Δὲν πάω στὴν πατρίδα τους νὰ τοὺς πολεμήσω, ἀλλὰ δὲν τοὺς θέλω στὴν χώρα μου. Δὲν εἶναι σωβινισμὸς αὐτό.

Οἱ καμπάνες κάνουν ἠχορρύπανση· ὁ χότζας ποῦ σὲ λίγο θὰ φωνάζη στὰ τζαμιὰ τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα δὲν θὰ ἐνοχλῆ; Μισοῦν τὴν πίστη μας, μισοῦν τὸν Σταυρό, τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Καὶ δυστυχῶς κινοῦνται ἐπίσκοποι καὶ ἀρχιεπίσκοποι πρὸς τὶς σκηνές τους, βγάζοντας τὸ ἐγκόλπιο καὶ τὸν Σταυρό, γιὰ νὰ μὴν ἐρεθίζουν τὰ τέκνα τοῦ Μωάμεθ! Καὶ σιγὰ-σιγά, οἱ σκηνὲς γίνονται πελώρια ξενοδοχεῖα καὶ οἰκοδομὲς ποῦ ἁρπάζουν οἱ τράπεζες ἀπὸ τοὺς δύστυχους Ἕλληνες.

Αὐτοὶ ποῦ κυβερνοῦν καὶ τοὺς κουβάλησαν ἐδῶ μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ σκότους δὲν ρίχνουν μιὰ ματιὰ στὰ συσσίτια καὶ στὰ ἄστεγα καὶ ταλαίπωρα παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος; Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο ἀπ’ ὅλα, στὰ ἄνεργα παιδιά, ποῦ τὰ πιὸ γερὰ μυαλὰ φεύγουν πρὸς δυσμᾶς, γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν; Εἶπε ὁ Χριστὸς ἀγάπη, ἀλλὰ εἶπε καὶ τὸ κάθε ἔθνος στὰ ὅριά του καὶ νὰ μὴν εἰσέρχεται στὸ ἄλλο ἔθνος. Ἡ μίξη τῶν Ἑλλήνων μὲ τοὺς μουσουλμάνους, ποῦ δὲν ἔχουν ἱερὸ καὶ ὅσιο, ποῦ δὲν ἔχουν καμμιὰ ἠθική, ἀλλὰ ὅλα εἶναι ἀπόλαυση, δὲν θὰ τοῦ ἀλλάξη τὸ ἦθος καὶ τὸ ὕφος καὶ τὴν ταυτότητα αὐτοῦ του ἁγίου τόπου;

Βρέ, δὲν ἀκοῦτε ποῦ τρίζουν τὰ κόκκαλα τῶν προγόνων μας; Δὲν φτάνουν στὰ αὐτιὰ σᾶς τὰ βογγητὰ καὶ οἱ καημοὶ τῶν προγόνων μας στὸ παιδομάζωμα; Αὐτὸ εἶναι ἕνας καινούργιος τρόπος παιδομαζώματος, μίξεως καὶ συγχύσεως. Ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του Ἰσλὰμ καταστράφηκε ὅλη ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ ἡ Ρωμιοσύνη ἀφανίστηκε. Δυὸ μεγάλους ἐχθροὺς συνάντησε στὸν δρόμο της ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὸν παπισμὸ καὶ τὸν ἰσλαμισμό. Καὶ αὐτοὶ σήμερα σφιχταγκαλιάζονται γιὰ νὰ κατασβέσουν τὴν λαμπάδα τοῦ κόσμου, ποῦ εἶναι ἡ Ἑλλάδα. Ἀφῆστε τὶς «φιλανθρωπίες» καὶ ἐλᾶτε στὰ συγκαλά σας. Ἐὰν τοὺς προγόνους μᾶς ἔκαψαν, ἔσφαξαν, τηγάνισαν, ἐμᾶς γιατί θὰ μᾶς φερθοῦν καλύτερα; Ἐπειδὴ τοὺς δεχθήκαμε στὴν χώρα μας;

Φαινόμενο μεγάλης παράνοιας ὑπάρχει σ’ αὐτὴν τὴν μικρὴ χώρα. Χρόνια τώρα δεχόμαστε ἀπειλὲς ἀπ’ τὸ Ἰσλάμ.

Ποῦ θὰ πᾶς; Ποῦ θὰ περπατήσης καὶ δὲν θὰ κλάψης;

Οἱ πρόσφυγες ποῦ ἦρθαν ἀπ’ τὴν Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Πόντο ἦρθαν ξυπόλητοι, γυμνοί, πεινασμένοι, ἀκρωτηριασμένοι.

Αὐτοὶ δὲν εἶναι πρόσφυγες, εἶναι κατακτητές, εἶναι οἱ ρώθωνες τοῦ διαβόλου.

«Θεέ μου, Θεέ μου, ἰνατὶ ἐγκατέλιπές μας;»

Ξωμάντρι τοῦ διαβόλου κατήντησε ἡ Ἑλλάδα καὶ κάθε ἄθεος καὶ ἀντίχριστος καὶ διεφθαρμένος βρίσκει καταφύγιο στὴν χώρα αὐτὴ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν Ἁγίων. Ὑπάρχει λύσσα καταστροφῆς αὐτοῦ του πανάρχαιου λαοῦ ποῦ λέγεται Ἑλληνισμὸς καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ποιὸς θὰ ἀπαντήξη τὸ κακό; Οἱ ἄθεοι κρατοῦντες ἢ ὁ πάπας ποῦ ἔχει γίνει -ἀλλοίμονο- τὸ μεγάλο προσκύνημα τῶν ὀρθοδόξων; Δυστυχῶς ὅπως καταντήσαμε καὶ ὄστια θὰ φᾶμε καὶ κοράνι θὰ κρατᾶμε.

  • Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης