• Τί εἶναι οἱ μικτοί γάμοι;

Μικτοί γάμοι καλοῦνται ἐκεῖνοι, πού τελοῦνται ἀνάμεσα σέ Ὀρθοδόξους καί αἱρετικούς (δηλ. Παπικούς, Προτεστάντες, Διαμαρτυρομένους, Λουθηρανούς, Καλβινιστές, Ἀγγλικανούς, Πεντηκοστιανούς, Μεθοδιστές, Βαπτιστές, Εὐαγγελιστές, Πρεσβυτεριανούς, Μονοφυσίτες – Ἀντιχαλκηδονίους, Αἰθίοπες, Ἀρμενίους, Ἰακωβῖτες, Κόπτες κ.ἄ.).

Μικτοί γάμοι λεγονται και αυτοί αναμεσα σε ορθοδόξους με ἀλλοθρήσκους (δηλ. Μωαμεθανούς, Ἰουδαίους, Βουδιστές κ.ἄ.) ἤ ἀπίστους (ἀποκρυφιστές, νεοεποχίτες, μασόνους κ.ἄ.).

Οἱ μικτοί γάμοι εἶναι ἕνα ἀπό τά μέσα, μέ τά ὁποῖα προσπαθεῖ ἡ ἀντίχριστη λεγομένη «Νέα Ἐποχή», ἡ «Νέα Τάξη Πραγμάτων» καί ἡ παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νά νοθεύσει καί νά ἀλλοιώσει τήν πίστη τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.

Μέ τούς μικτούς γάμους προωθεῖται καί ἐφαρμόζεται ὁ λαϊκός Οἰκουμενισμός. Ἡ τέλεση μικτῶν γάμων σημαίνει ἀναγνώριση των αιρετικών, αυτών δηλαδή που αρνουνται τον Τριαδικό Θεό.

Οι αιρετικοί ομως δεν εχουν μυστήρια. Κι οτι εχουν σαν μυστήριο, ειναι στην ραγματικοτητα γελοιοποίηση καί άρνηση αυτων που μας παρεδωσε ο Χριστός. Με απλά λόγια εἶναι ἀβάπτιστοι κι οπως λέει ο Απόστολος Παύλος, λατρεύουν δαιμόνια.

++++++++++++++++++++++++++++++

Ένας ἀβάπτιστος καί μή μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δεν επθτρέπεται να μπαίνει στόν Ὀρθόδοξο Ναό.

Σύμφωνα μέ τόν ιδ΄ Ἱερό Κανόνα τῆς Δ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δέν ἐπιτρέπεται ὁ Ἀναγνώστης καί ὁ Ψάλτης νά λαμβάνει γυναίκα ἑτερόδοξη – αἱρετική. Ὅσοι γέννησαν παιδιά ἀπό τέτοιο παράνομο γάμο, ὀφείλουν νά τα φέρνουν στήν Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἄν τά βάπτισαν μέ τό βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, πρέπει νά βαπτίζονται, ἐπειδή ὅλων των αἱρετικῶν τό βάπτισμα εἶναι μόλυσμα καί ὄχι βάπτισμα, σύμφωνα μέ τους μστ΄, μζ΄ καί ξη΄ Ἀποστολικούς Κανόνες).

Ἄν ὁ αἱρετικός ὑπόσχεται νά γίνει Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ἄς γίνει πρῶτα κατά τήν ὑπόσχεσή του καί τότε νά τελειώνεται ὁ γάμος. Ὅποιος παραβεῖ τά ἀνωτέρω, νά εἶναι ὑποκείμενος στά ἐπιτίμια τῶν παραπάνω Ἀποστολικῶν Κανόνων.

Ὁ οβ΄ Ἱερός Κανών τῆς ΣΤ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου διορίζει ὅτι δέν εἶναι συγχωρημένο νά παίρνει Ὀρθόδοξος ἄνδρας αἱρετική γυναίκα ἤ Ὀρθόδοξη γυναίκα αἱρετικό ἄνδρα. Ἄν κάποιος τό κάνει αὐτό, νά εἶναι ὁ γάμος ἄκυρος καί τό παράνομο αὐτό συνοικέσιο νά χωρίζεται, διότι δέν πρέπει νά ἑνώνεται ποτέ ὁ λύκος μέ τό πρόβατο καί ὁ κλῆρος τῶν ἁμαρτωλῶν καί αἱρετικῶν μέ τήν μερίδα τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅποιος παραβεῖ τόν παρόντα κανόνα, νά ἀφορίζεται. Ἐάν, ὅμως, καί τά δύο μέρη, ἐνῶ εἶναι ἄπιστα καί συζεύχθηκαν στήν ἀπιστία καί ὁμοθρησκεία, ἔπειτα τό ἕνα μέρος πίστεψε στόν Χριστό, τό ἄλλο ἔμεινε στό σκότος τῆς ἀπιστίας, ἄν τό ἄπιστο μέρος εὐχαριστεῖται νά συγκατοικεῖ μέ τό πιστό, ἄς μή χωρίζεται, καθώς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ θ΄ Ἱερός Κανών τοῦ Μ. Βασιλείου, πρῶτον γιατί ἁγιάσθηκε ὁ ἄπιστος ἄνδρας, συγκατοικῶντας μέ τήν πιστή γυναίκα καί ἁγιάσθηκε ἡ ἄπιστη γυναίκα, συγκατοικῶντας μέ τόν πιστό ἄνδρα, καί δεύτερον γιατί ἴσως ἀπό αὐτή τήν συγκατοίκηση ὁδηγηθεῖ καί τό ἄλλο μέρος πρός τήν εὐσέβεια. Γιατί, ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιφέρει: «Τί γάρ οἶδας, γύναι, εἰ τόν ἄνδρα σώσεις; Καί τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τήν γυναίκα σώσεις»;

«Ἐνῶ ὁ 72ος Κανόνας τῆς Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέτει τίς ἐκκλησιολογικές–δογματικές προϋποθέσεις. Δηλαδή ο 72ος Κανόνας ιριζει την ἀκύρωση καί διάλυση αὐτοῦ τοῦ γάμου, ὡς παράνομη ἐκκλησιολογικῶς συμβίωση.

Ἡ περαιτέρω μάλιστα θεολογική τεκμηρίωση τοῦ Κανόνα, δέν ἀφήνει καθόλου περιθώρια γιά ὁποιαδήποτε οἰκονομία. «Οὐ γάρ χρή τά ἄμικτα μιγνῦναι», σημειώνει ὁ Κανόνας, «οὐδέ τῷ προβάτῳ τόν λύκον συμπλέκεσθαι, καί τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τόν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον· εἰ δε παραβῇ τις τά παρ’ ἡμῶν ὁρισθέντα, ἀφοριζέσθω». Δέν εἰσηγεῖται, δηλαδή, ὁ 72ος Κανόνας οἰκονομία, ἀλλά ἐφιστᾶ τήν προσοχή γιά τήν σοβαρότατη παρανομία. Ἡ παρέκκλιση ἀπό τόν συγκεκριμένο Κανόνα συνιστᾶ σοβαρότατη Κανονική παρανομία καί «παραοικονομία», πού ἔχει, ἐπίσης, σοβαρότατες ἐκκλησιολογικές συνέπειες, ἀφοῦ ἀναμειγνύει τά ἄμικτα σέ «ἄμικτη μίξη», «συμπλέκει» ἐκκλησιολογικῶς τό «πρόβατο» μέ τόν «λύκο» καί τήν «μερίδα» τοῦ Χριστοῦ μέ τόν «κλῆρο» τῶν ἁμαρτωλῶν. Τέτοια, ὅμως, μίξη εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ἀδιανόητη καί θεολογικῶς καί πνευματικῶς ἀπαράδεκτη».

Ὁ ι΄ Ἱερός Κανών τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου ὁρίζει ὅτι δέν πρέπει οἱ τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τόσο οἱ Κληρικοί, ὅσο καί οἱ λαϊκοί Ὀρθόδοξοι νά παντρεύουν τά παιδιά τους μέ αἱρετικούς, χωρίς νά κάνουν καμμία διαφορά Ὀρθοδόξου ἀπό αἱρετικό.

Ὁ λα΄ Ἱερός Κανών τῆς ἰδίας Συνόδου λέγει ὅτι δέν πρέπει οἱ Χριστιανοί νά δίδουν σέ κανένα αἱρετικό τούς υἱούς καί τίς θυγατέρες τους πρός γάμου κοινωνία, γιά νά μήν τούς μεταστρέψουν ἀπό τήν ὀρθή πίστη στά κακόδοξα δόγματά τους, ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνουν αὐτοί ἀπό τούς αἱρετικούς, ἐάν, ὅμως, αὐτοί ὑποσχεθοῦν καί μετατεθοῦν πρῶτα ἀπό τήν αἵρεση στήν Ὀρθοδοξία.

Ὁ κθ΄ Ἱερός Κανών τῆς ἐν Καρθαγένῃ Τοπικῆς Συνόδου, προστάζει τά τέκνα τῶν Ἱερωμένων καί Κληρικῶν νά μήν παντρεύονται μέ γυναῖκες, τόσο τῶν ἀπίστων, ὅσο καί τῶν αἱρετικῶν.

Σύμφωνα μέ τό Κανονικό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, πού βρίσκεται στόν παλαιό χειρόγραφο Κώδικα, «ἐάν τινάς πέσῃ μέ ἐθνικήν γυναίκα, ἤγουν Ἑβραίαν, ἤ Τούρκισσαν, ἤ καί Αἱρετικήν˙ ἐάν μέν δέν εἶχε γυναίκα νόμιμον, τρεῖς χρόνους κανονίζεται νά ἀπέχει τῆς Κοινωνίας, ξηροφαγῶν μετά τήν ἐννάτην, καί ποιῶν καθ’ἑκάστην μετανοίας διακοσίας. Παρομοίως νά ἐπιτιμᾶται, καί ἐάν γυνή, ἡ μή ἔχουσα ἄνδρα νόμιμον, πέσῃ μέ Ἑβραῖον, ἤ Τοῦρκον, ἤ καί Αἱρετικόν. Ἐάν δέ ὁ ἄνδρας εἶχε γυναίκα, καί ἡ γυνή εἶχεν ἄνδρα, ἔπειτα ἔπεσαν μέ τά τοιαῦτα ἐθνικά πρόσωπα καί αἱρετικά, τέσσαρας, ἤ πέντε χρόνους κανονίζονται, ξηροφαγοῦντες καθ’ἑκάστην, καί ποιοῦντες μετανοίας διακοσίας πεντήκοντα».