Ποτέ, στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας, τα έθνη και οι λαοί δεν σεβάστηκαν τους δειλούς και τους προδότες.

Αντιθέτως, σεβάστηκαν τον Παπαφλέσσα ακόμη κι όταν ηττήθηκε. Αλλά τον Παπαφλέσσα σήμερα δεν τον γνωρίζουν και δεν τον τιμούν οι απόγονοί του.

Αντιθέτως, «διαπρέπουν» δειλοί «εθνάρχες» μετά από μια πλήση εγκεφάλου από τους γνωστούς-αγνώστους και φυσικά μετά την ηθική, πολιτιστική, πνευματική εξαθλίωση των πολιτών που δεν έχουν πλέον, αντίληψη και αυτοσεβασμό.

Σαν σήμερα στις 29 Οκτωβρίου του 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπέγραψε το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας, Ουδετερότητας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας, με τον τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού στην Άγκυρα, παρουσία του Κεμάλ Ατατούρκ.

Έλεγε ο Βενιζέλος ότι με τον τρόπο αυτό θα επιλύονταν όλες οι διαφωνίες με την Τουρκία. Ήταν βέβαιος οτι θα μπορούσε η Ελλάς να γυρίσει σελίδα. Οι μνήμες από τις σφαγές στην Μικρά Ασία, ήταν ακόμη νωπές και πλήγωναν τον ελληνισμό, αλλά αυτός έλεγε ότι η Ελλάδα έπρεπε να «προχωρήσει».

Ο ίδιος επέλεξε τον τρόπο.

Αυτή η συμφωνία δημιουργούσε κάποιες αμοιβαίες «υποχρεώσεις» που θα έπρεπε να τηρούν με πολλή προσοχή και αυστηρότητα Ελλάδα και Τουρκία.

Δεν είχε καταλάβει ούτε από την εμπειρία του, ούτε από τα γεγονότα ότι δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να εμπιστευτεί ποτέ και με τίποτα τους Τούρκους.

Το πιό σημαντικό: δεν αφουγκράστηκε τον Ελληνικό λαό. Εξεφτελίστηκε ο ίδιος και πίκρανε τον Ελληνισμό.

Η συμφωνία έλεγε, μεταξύ άλλων, να μην υπογράψουν κανένα σύμφωνο με άλλη χώρα που θα στρεφόταν κατά της Ελλάδας ή της Τουρκίας αντίστοιχα, κι ότι για επίλυση των νέων, πιθανών διαφορών τους, σε περίπτωση αποτυχίας με απευθείας συνομιλίες, να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Ίσχυε για πέντε χρόνια και μπορούσε να ανανεωθεί εάν το ήθελαν οι αρχηγοί των δυο κρατών.

Οι επιπτώσεις αυτής της «φιλίας» ήταν φαινομενικά καλές. Αλλά ήταν μια πράξη δειλίας και οι Τούρκοι με τους τότε συμμάχους τους, πανηγύριζαν.

Αλλά ο Βενιζέλος προχώρησε τις προδοτικές και αντεθνικές του πράξεις ακόμη παραπέρα, δείχνοντας το ήθος του, την δειλία του, την συνολική ανικανότητά του.

Πρότεινε επίσημα για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης τον Κεμάλ Ατατούρκ, τονίζοντας μέσα από την επιστολή του στον πρόεδρο της επιτροπής Βραβείου Νόμπελ τα ακόλουθα:

«Έχοντας, από την επαύριο της καταστροφής στη Μικρά Ασία, διακρίνει την πιθανότητα μιας συνεννόησης με την αναγεννημένη Τουρκία, η οποία βγήκε από τον πόλεμο ως εθνικό κράτος, της τείναμε το χέρι, το οποίο εκείνη δέχθηκε και έσφιξε με ειλικρίνεια. Από την προσέγγιση αυτή, η οποία μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα των δυνατοτήτων συνεννόησης ανάμεσα σε δύο λαούς τους οποίους έχουν διαιρέσει οι πλέον σοβαρές διαφορές, έφ” όσον αφεθούν να διαποτιστούν από την ειλικρινή επιθυμία τής ειρήνης, δεν προέκυψαν παρά μόνο ευεργετήματα τόσο για τις δύο χώρες όσο και για την ειρηνική τάξη στην Εγγύς Ανατολή.

Ο άνθρωπος στον όποιο οφείλεται η πολύτιμη αυτή συμβολή στην υπόθεση τής ειρήνης είναι ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Μουσταφά Κεμάλ Πασάς.

Έχω λοιπόν την τιμή, με την ιδιότητα μου ως αρχηγού της ελληνικής κυβέρνησης το 1930, όταν η υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου σημάδεψε μια νέα εποχή στην πορεία της Εγγύς Ανατολής προς την ειρήνη, να θέσω προ των εξεχόντων μελών της επιτροπής του βραβείου Νόμπελ για την ειρήνη την υποψηφιότητα του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, ως άξιου αυτής τής επιφανούς τιμής».

Η πρόταση προκάλεσε σάλο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλο τον κόσμο.

Τα επόμενα δυο χρόνια κύλησαν με αμοιβαίες ενδείξεις φιλίας και από τις δυο πλευρές.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 1931, στην τελετή έναρξης των Β΄ Βαλκανικών Αγώνων Στίβου, που έγινε στο Παναθηναϊκό Στάδιο της Αθήνας προσκλήθηκε ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού, που είδε τους αγώνες από κοντά και ειδικά τις προσπάθειες των Τούρκων αθλητών.

Η υποδοχή που του επιφύλαξε ο Έλληνας πρωθυπουργός ήταν θερμότατη. Σαν να επρόκειτο για κάποιον σωτήρα του Ελληνισμού.

Η Αθήνα ήταν σημαιοστολισμένη με τις ελληνικές και τουρκικές σημαίες από το κέντρο μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, από όπου αποβιβάστηκε.

Μάλιστα βγήκαν και πολίτες στον δρόμο για να τους χαιρετήσουν. Αντί να διαμαρτυρηθούν.

Οι πρωθυπουργοί των δυο κρατών εισήλθαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο χαιρετώντας τα συγκεντρωμένα πλήθη.

Ο Τύπος (όπως πάντα πάρα κινούμενος από τους γνωστούς κύκλους και πάντως χωρίς αξιοπρέπεια) αφιέρωσε πολλά άρθρα στην άφιξη του Τούρκου πρωθυπουργού και έδωσε έμφαση στην προετοιμασία που είχε γίνει από την ελληνική πλευρά και στον ενθουσιασμό του κόσμου(!).

Το χειρότερο είναι ότι βρέθηκαν πολλοί ειδήμονες που μίλησαν και έγραψαν για ρεαλιστική πολιτική από τον Βενιζέλο.

Όμως οι έχοντες φιλότιμο Έλληνες και ειδικά οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, την Θράκη και τον Πόντο, ένιωσαν προδομένος και η υπερηφάνεια τους προσβλήθηκε.

Έπαψαν να τον σέβονται ως πολιτικό, και ως άνθρωπο και τον «εξαφάνισαν» από την πολιτική.