Όμως ενταύθα οφείλομε να σημειώσωμε ότι κατά την παράδοσιν, εις την περίοδον της δοκιμασίας του ο υποψήφιος Μοναχός ώφειλε να φορή λαϊκά ενδύματα[11]. Επίσης ότι η ένδυσις του ράσου, ήτοι της μοναχικής ενδυμασίας υπό του δοκίμου, έστω και άνευ ευχής τινός, δημιουργεί υποχρέωσιν εις αυτόν και «μεγάλας υφέξει δίκας, ει αποδύσασθαι τούτο βουληθείη, ως παίζων άντικρυς εν ου παικτοίς και άκων γαρ τούτο περιβεβλήσθαι αναγκασθήσεται»[12].

Με τας ανωτέρω προϋποθέσεις η εις αρχάριον ρασοφορούντα ακολουθία σημαίνει την ένταξιν του υφισταμένου τας ευχάς εις αρχάριον ρασοφορούντα και ενδυομένου πλέον το μοναχικόν ένδυμα επισήμως, εις την τάξιν των μοναχών και άρα την απόκτησιν της Μοναχικής ιδιότητος. Μόνον αυτήν την ένοιαν δύνανται να έχουν και αι αναγινωσκόμεναι ευχαί: «Ευχαριστούμεν σοι, Κύριε ο Θεός ημών, ο κατά το πολύ έλεός σου ρυσάμενος τον δούλον σου (δείνα) εκ της ματαίας του κόσμου ζωής και καλέσας αυτόν εις το σεμνόν τούτο επάγγελμα…» και: «Εις τον ζυγόν σου, Δέσποτα, τον σωτήριον, πρόσδεξαι τον δούλον σου (δείνα) και καταξίωσον αυτόν εν τη ποίμνη συνταγήναι των εκλεκτών σου…» (Μέγα Ευχολόγιον, εκδ. «ΑΣΤΗΡ» Αθήνα 1986 σελ. 188). Πρόκειται περί σαφούς και καθαρωτάτης διατυπώσεως της συνειδήσεως της Εκκλησίας ότι ο προσερχόμενος εις την ακολουθίαν ταύτην (εφ’ όσον συντρέχουν φυσικά αι κανονικαί προϋποθέσεις της δοκιμής, της ηλικίας και της ελευθερίας) μετατίθεται εκ της κοσμικής ζωής εις την Μοναχικήν τοιαύτην και αναλαμβάνει όλας τας μοναχικάς υποχρεώσεις αλλά και δωρεάς, όπως περιληπτικώς και επιγραμματικώς αναφέρονται εις τας αναωτέρω ευχάς: «ένδυσον αυτόν αγιασμού στολήν· σωφροσύνη περίζωσον την οσφύν αυτού· πάσης αυτόν εγκρατείας ανάδειξον αγωνιστήν» και «των πνευματικών σου χαρισμάτων τελείαν δωρεάν εναπομένειν αξίωσον».

*********************************

Δεν είναι δυνατόν δε να κρίνη κανείς την αξίαν των ανωτέρω ευχών εκ του μεγέθους αυτών, και να παραβλέπη το περιεχόμενον και την σημασίαν την οποίαν κέκτηνται αύται, μεθ’ όλης της τελετής, διά τον προσερχόμενον αλλά και διά την συνείδησιν της μοναχικής αδελφότητος.
Η άποψις λοιπόν ότι οι έχοντες «μόνον την ευχήν της ρασοφορίας» δεν πρέπει να εγγράφωνται εις τα Μοναχολόγια των Ι. Μονών, όπως διατυπώνεται εις την υπ’ αριθμ. 96/71/8-2-1945 εγκύκλιον της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν δύνανται να γίνη κατανοητή, διότι ουδεμίαν υποστήριξιν της θέσεως ταύτης παρέχει, καθώς και ουδεμίαν βοήθειαν εις το να εννοήσωμεν τους λόγους οι οποίοι ωδήγησαν την Ι. Σύνοδον εις μίαν τοιαύτην σοβαράν αντίθεσιν προς την ευχήν της ρασοευχής, χαρακτηρίζοντας αυτήν «άτοπον» και τα αποτελέσματα αυτής «ήκιστα συντελεστικά του σεβασμού και εκτιμήσεως προς τα θέσμια της μοναχικής πολιτείας»[13].
Μίαν εξ ίσου εσφαλμένην και παράξενον επεξεργασίαν του θέματος, τουλάχιστον από λογικής σκοπιάς, ευρίσκομεν εις το έργον του κανονολόγου Νικοδήμου Μίλας Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, το οποίον και έχει επηρεάσει αρνητικά αρκετούς συγχρόνους. Αναφέρει λοιπόν ότι ο ρασοφόρος «υπόκειται ηθικώς εις τα εκ της ιεράς υποσχέσεως καθήκοντα» και «απαγορεύεται δ’ ωσαύτως να αποβάλη το μοναχικόν σχήμα», πλην όμως επειδή ταύτα έχουν ηθικήν μόνον αξίαν ο επιμένων δύναται «να επιστρέψη εις τα του κόσμου» και «δύναται να συνάψη γάμον»[14].
Εις ταύτα παρατηρούμεν ότι η μοναχική ζωή έχει κυρίως ή καλλίτερον αποκλειστικώς ηθικόν χαρακτήρα και περιεχόμενον, άτινα και καθορίζουν την βιοτήν του Μοναχού. Οποιαδήποτε νομική ιδιότης, δικαίωμα και υποχρέωσις απορρέουν και προσδιορίζονται εκ του ηθικού περιεχομένου της Μοναχικής ιδιότητος. Όθεν η αποδοχή υπό του Ν. Μίλας ότι «Η απαγόρευσις (επανόδου εις την κοσμικήν ζωήν του ρασοφορούντος) όμως έχει ηθικόν μάλλον χαρακτήρα» σημαίνει ότι η ηθική υποχρέωσις του μοναχού ενώπιον του εαυτού του, του Θεού και της Εκκλησίας είναι η υψίστη και δεν δύναται ουδεμία άλλη νομική αιτίασις ή ετέρα τις δικαιολογία να υπερισχύση αυτής. Όθεν τα παρ’ αυτού αντιθέτως λεγόμενα παραμένουν παντελώς μετέωρα και αυτοαναιρούνται.

Επίσης ο ισχυρισμός ότι, εφ’ όσον δεν υφίσταται υπόσχεσις, δεν υπάρχει και υποχρέωσις, δεν ευσταθεί και εκ του ότι ο προσερχόμενος έρχεται εν μέσω επισήμου τελευτής, ενσυνειδήτως, μετά τουλάχιστον ενιαύσιον δοκιμασίαν, ίνα μεταβή εκ της τάξεως των λαϊκών εις την τάξιν των Μοναχών, και εκ του ότι οι παρομοίως προσερχόμενοι εις τα Ιερά Μυστήρια της τε Ιερωσύνης και του Γάμου αναλαμβάνουν τεραστίας ευθύνας εφ’ όρου ζωής χωρίς ουδεμίαν να δίδουν υπόσχεσιν παρά μόνον αυτήν την διά της παρουσίας των σημαινομένην.
Είναι τουλάχιστον λυπηρόν ότι ο αγαπητός πρωτοπρεσβύτερος π. Ευάγγελος Μαντζουνέας εις το πόνημά του, Η ιδιότης του ρασοφόρου Μοναχού, Αθήνα 1979, ασπάζεται και δέχεται ως ορθάς τα αντιτιθεμένας προς εαυτάς γνώμας του Ν. Μίλας και απορρίπτει ως απαραδέκτους τας εμπεριστατωμένας και εφ’ όλης της πνευματικής ημών παραδόσεως ερειδομένας, μετά πλήθους παραπομπών, ορθάς απόψεις του καθηγητού Παναγιωτάκου. Τα όσα άλλα αναφέρει ανασκευάζονται εκ των όσων ήδη έχουν λεχθή.

Η εν Ελλάδι πλήρης σχεδόν καταστροφή του μοναχικού βίου υπό των Βαυαρών και η εκ τούτου έλλειψις έστω και στοιχειώδους πείρας της ζώσης και μακραίωνος μοναστικής παραδόσεως, επέφερον ενίοτε και πλήρη σύγχυσιν εις την σημασίαν της εις αρχάριον ρασοφορούντα ευχής[15].

___________________________

Πολλά θα ηδυνάμεθα να συζητήσωμεν εισέτι περί της προελεύσεως της ρασοευχής, των ιστορικών και πνευματικών αιτίων αυτής, αλλά και περί των διαφόρων διακυμάνσεων του θεσμού εις την μακραίωνα ιστορικήν του διαδρομήν. Όμως ενταύθα περιοριζόμεθα εις την προβολήν της συνειδήσεως την οποίαν κέκτηται η Εκκλησία περί της ρασοευχής και της θέσεως την οποίαν έχει εν τη σημερινή πράξει της Αγιορειτικής ζωής.
Περαίνοντες θεωρούμεν παράλειψιν να μην αναφέρωμεν τα κατωτέρω Πατερικά χωρία:
Αγ. Ευσταθίου Θεσσαλονίκης: «Τριών γαρ πεφασμένων σχημάτων τοις αποδεικνύειν προτιθεμένοις φιλοσόφως τα λογικά, και του εν αυτοίς τεθεωρημένου πρώτου σεμνομένου επί τοις μετ’ αυτό τα τε άλλα, και ότι δι’ αυτού εκείνα τελειούνται, το δεύτερον δηλαδή και το τρίτον, ως και αυτό αποδεικνύουσιν οι σοφοί, ταχ’ αν εκείθεν και ο μεγαλοσχήμων είη λαχών τούνομα. Πρωτεύει γουν και αυτός εν τοις μετ’ αυτόν. Οι δέ εισιν· ο (ως ειπείν) δευτεροσχήμων μανδυώτης, και ο υστερών εκείνου εισαγωγικός»[16].
«Τριχώς προβαίνειν, ότι από του ελάττονος επί το τελεώτερον προχωρεί, από Μικροσχήμου και Ρασοφόρου καλουμένου, εις το της κουράς Άγιον Σχήμα, και από τούτου πάλιν εις το Αγγελικόν μέγα καλούμενον Σχήμα, το τελειώτερον»[17].
Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος εις όσους χωρίζουν το Μοναχικόν σχήμα λέγει: «αλλ’ ουδ’ αυτοί διείλον ως αληθώς. Τας αυτάς γαρ αποταγάς τε και συνταγάς ευρήσεις επ’ αμφοτέρων σκοπήσας»[18].
Και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αναφέρει: «Ου δοίης όπερ λέγουσι μικρόν σχήμα έπειτα ως μέγα· εν γαρ το σχήμα, ώσπερ και το Βάπτισμα, καθώς οι Άγιοι Πατέρες εχρήσαντο»[19].
Υφίσταται λοιπόν ένα σχήμα και αι υπό των Αγίων Πατέρων αναφερόμεναι διακρίσεις αποτελούν πνευματικάς μεθηλικιώσεις εντός αυτού, εικονίζουσαι τας τρεις τάξεις της πνευματικής ζωής, την των ατελών, των μέσων και των τελείων[20].

++++++++++++++++++++

Η από του ρασοφόρου εις τον μικρόσχημον και τον μεγαλόσχημον μετάβασις αποτελεί επαύξησιν, πρόοδον και τελείωσιν εντός του ενός και του αυτού Μοναχικού Σχήματος.
Επόμενοι ούτω τοις Αγίοις Πατράσι ομολογούμεν ότι η εις «αρχάριον ρασοφορούντα ευχή» ως έχει εν τω Ιερώ Μεγάλω Ευχολογίω της Αγιωτάτης ημών Εκκλησίας, ήτοι η ρασοευχή (τρισάγιον-ευχαί-τριχοκουρία) αποτελεί πλήρη εισαγωγήν και ένταξιν εν τη Μοναχική ιδιότητι δηλαδή κανονικήν κουράν, ήτις συνεπάγεται όλας τας νομοκανονικάς υποχρεώσεις και δικαιώματα του νέου πλέον Μοναχού.
_______________________________

Περιοδικό Θεοδρομία : Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2008

_______________________________

Παραπομπές:

[1] Orientalia Christiana Analecta. 180. MICHAEL WAWRYK, Initiatio Monastica in Litourgia Byzantina, Roma 1968, Caput 1, Art 1.

[2] Του Αγιωτάτου Πατριάρχου Αντιοχείας Θεοδώρου του Βαλσαμών, Επιστολή προς τον μοναχόν κυρόν Θεοδόσιον χάριν των ρασοφόρων, Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων, ΡΑΛΛΗ και ΠΟΤΛΗ, Αθήνησι 1854 τόμ. Δ’ σελ. 497.

[3] Π. Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΥ, Σύστημα του Εκκλησιαστικού Δικαίου, τόμ. Δ’. Το Δίκαιον των Μοναχών, εν Αθήναις 1957, σελ. 100, υπος. 3.

[4] Ένθ’ ανωτ. και σελ. 97 κ.εξ.

[5] Γ. Π. ΘΕΟΔΩΡΟΥΔΗ, Ο Μοναχισμός κατά τον Ευστάθιον Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 43.

[6] Επίσκεψις 170, P.G. 135, 869D. Γ. ΘΕΟΔΩΡΟΥΔΗ, ό.π., σελ. 51.

[7] Επίσκεψις 171, P.G. 135, 872B. Γ. ΘΕΟΔΩΡΟΥΔΗ, ό.π., σελ. 52.

[8] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, «Αι μοναχικαί τάξεις και αι βαθμίδες της τελειώσεως κατά τον Ευστάθιον Θεσσαλονίκης», Κληρονομία τόμ. 7, τεύχος Α’ Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 78

[9] Ένθ. ανωτ., σελ. 85.

[10] ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Πηδάλιον εκδ. Αστήρ 1970, σελ. 259, υποσ. 1.

[11] ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΑΛΣΑΜΩΝΟΣ, Περί ρασοφόρων, ΡΑΛΛΗ-ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα, τόμ. Δ’. σελ. 497 κ.ε.

[12] Ματθαίου Βλάσταρη, εν ΡΑΛΛΗ-ΠΟΤΛΗ, Σύνταγμα, τόμ. ΣΤ’. σελ. 383, ΘΕΟΔ. ΒΑΛΣΑΜΩΝΟΣ, ένθ’ ανωτ. σελ. 506.

[13] Εγκύκλιοι Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τομ. Β’ σελ. 377 (αριθμ. 405α).

[14] ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΜΙΛΑΣ, επισκόπου Ζάρας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1906, σελ. 935.

[15] Παράδειγμα τα αναφερόμενα εις την Θρησκευτικήν και Ηθικήν Εγκυκλοπαιδείαν εις τα θέματα «Ρασοφορία-Ρασοφόρος», σελ. 774, 775.

[16] ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, P.G. 135, 737 Α.Β.

[17] ΙΩΒ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ, Περί των επτά Μυστηρίων, εις ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Συνταγμάτιον, σ. 144, Ενετίησι 1778.

[18] ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: Επιστολή προς Παύλον Ασάνην, 4, Συγγράμματα τ. Ε΄. σελ. 248.

[19] ΑΓ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ, Διαθήκη P.G. 99 1820 C, ιβ’ και 1816C και βιβλίον 1ον, Επιστολή 10η, PG 99, 941C.

[20] Επίσκεψις 195 P.G. 135, 900D. Ο Άγιος Ευστάθιος καλύπτει θεολογικώς πλήρως το θέμα. Παρουσίασιν και ανάλυσιν του έργου του Αγίου βλέπε εις αναφερθέντα έργα των καθηγητών π. ΘΕΟΔ. ΖΗΣΗ και Γ. Π. ΘΕΟΔΩΡΟΥΔΗ.