ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΑΡΧΑΡΙΟΝ ΡΑΣΟΦΟΡΟΥΝΤΑ Ή ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Ο ΕΧΩΝ ΥΠΟΣΤΗ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΝ ΕΙΣ ΑΡΧΑΡΙΟΝ ΡΑΣΟΦΟΡΟΥΝΤΑ ΜΕΤΕΧΕΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΙΔΙΟΤΗΤΟΣ

Όπως όλες οι ακολουθίες και τα τυπικά δεν αποτελούν δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης στιγμής αλλά καταστάλαγμα και κατάληξη πολλών και ποικίλων διεργασιών εντός της μακραιώνος Εκκλησιαστικής ζωής και Παραδόσεως, επιστατούσης της Θείας Χάριτος, έτσι και η «Ακολουθία εις Αρχάριον Ρασοφορούντα» αποτελεί κατάληξιν μακράς εξελίξεως αρχομένης από τον 8ο αιώνα και εξής[1].

Κατά τον 12ον αιώνα εγένετο, ως φαίνεται εκ της επιστολής του Αγιωτάτου Πατριάρχου Αντιοχείας Θεοδώρου Βαλσαμώνος[2], ευρεία συζήτησις περί της αξίας της εν τω ρασοφώρω υπαρχούσης Μοναχικής ιδιότητος[3]. Ο Βαλσαμών αφού εκθέσει τας διαφόρους περί του θέματος απόψεις δέχεται τας κανονικάς συνεπείας της Μοναχικής ιδιότητος διά τον ρασοφόρον, όστις «ου δυνήσεται μετασχηματισθήναι και εις γάμον ελθείν»[4].

++++++++++++

Σαφεστέραν και πλέον απηρτισμένην αναφοράν-διδασκαλίαν περί του θέματος περιλαμβάνει ο Άγιος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης εις το έργον του Επίσκεψις Βίου Μοναχικού, PG 135, 729Α-909Α, όπου αναφέρει ότι η μοναχική πολιτεία διακρίνεται εις τρεις τάξεις, εις την των μεγαλοσχήμων, την των μέσων μανδυωτών και την των εισαγωγικών[5].

Θα αναφέρωμεν εκ του πλουσίου υλικού το οποίον μας παρέχει ο Άγιος δύο χωρία ενδεικτικά και καίρια περί της θέσεως του ρασοφόρου Μοναχού: «ουκ οίδας, ω εισαγωγικέ μοναχέ, ότι και συ μετά την επίσημον μεν, λεπτήν δε και απεριλάλητον κουράν αυτίκα τω Θεώ καθωσιώθης;»[6] και «μέγα και το σον αξίωμα, ω εισαγωγικέ. Ήδη γαρ εις βασιλικήν ενεγράφης υποταγήν»[7].

*********************

Ο καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης αναλύων την εν προκειμένω διδασκαλίαν του Αγίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης αναφέρει: «Ο Ευστάθιος δεν πληροφορεί περί του εάν ερασοφόρουν ή όχι οι δόκιμοι της εποχής του. Διακρίνει όμως σαφέστατα τον εισαγωγικόν μοναχόν του δοκίμου. Απευθυνόμενος εις τον εισαγωγικόν παρατηρεί ότι υπό των κανόνων έχει ορισθη χρόνος δοκιμασίας, κατά την διάρκειαν του οποίου ώφειλε να εξετάση, εάν ηδύνατο να ζήση ως μοναχός· «Εις τούτο γαρ και χρόνος κεκανόνισταί σοι σκέψεως, ίνα ή θαρρών παραμείνης ή μη πεποιθώς απέλθης». Μετά την πάροδον αυτού του χρόνου ωδηγήθη ενώπιον του ιερού βήματος, ηυλογήθη ιερώς και ενεδύθη την αποστολικήν στολήν. Οφείλει επομένως εις το εξής να ζη ως ευαγγελικός και αποστολικός μοναχός. Υπενθυμίζει εις αυτόν εν συνεχεία ότι υπέστη και αυτός κουράν επίσημον, η οποία μολονότι είναι «λεπτή και απεριλάλητος», εν τούτοις καθοσιώνει τον μοναχόν εις δούλον Θεού. Εσταυρώθη εις το μέτωπον διάτ ου σταυρού, τα εισαγωγικά δε αυτά μυστήρια γίνονται ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων. Διά της μικράς αυτής κουράς αφιερούται εις τον Θεόν ο μοναχός και εγκαταλείπει οριστικώς τον κόσμον. Αυτό φαίνεται και εκ του ότι δεν ημπορεί πλέον να αποβάλη το ράσον και να επιστρέψη εις τον κόσμον, διότι το απαγορεύει ο κανών[8], και «ούτως, ενώ οι της μικροτέρας τάξεως μοναχοί θα ημπορούσαν να ονομάζωνται μόνον ρασοφόροι, όπως αποκαλεί αυτούς το Ευχολόγιον, ονομάζονται και εισαγωγικοί ή αρχάριοι»»[9].

Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο έχων υποστή την «ακολουθίαν εις αρχάριον ρασοφορούντα» μετέχει της μοναχικής ιδιότητος ήδη προ του 12ου αιώνος.

Η συνείδησις αύτη και πράξις της Εκκλησίας φαίνεται συνεχιζομένη κατά τας αρχάς του 19ου αιώνος εξ όσων αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης εις το Πηδάλιον: «Ο δε Ιώβ, ο καλούμενος αμαρτωλός, εν τω περί Μυστηρίων (παρά τω Συνταγματίω του Χρυσάνθου Ιεροσολύμ.) και τρίτον σχήμα προσθέτει λέγων ούτω. Το μοναχικόν σχήμα από του ελάττονος επί το τελειότερον προχωρεί, από μικροσχήμου και ρασοφόρου καλουμένου, εις το της Κουράς άγιον σχήμα, και από τούτου πάλιν εις το αγγελικόν μέγα καλούμενον· παρομοίως δε και το Ευχολόγιον εις τρία διαιρεί τας ακολουθίας του σχήματος, εις ακολουθίαν ρασοφόρου, μικροσχήμου και μεγαλοσχήμου. Και μικρόσχημον μεν δεν ονομάζει τον ρασοφόρον, ως τον ονομάζει ο Ιώβ, αλλά κοινώς παρ’ ημών λεγόμενον σταυροφόρον, το οποίον Κουράς σχήμα ωνόμασεν ο Ιώβ ανωτέρω. Τούτων ούτως ειρημένων, όσοι μεν φθάσουν να γένουν ρασοφόροι, δεν δύνανται πλέον να ρίψουν τα ράσα και να υπανδρευθούν, άπαγε, πως γαρ τούτο θέλουν τολμήσουν, εις καιρόν οπού και τας τρίχας της κεφαλής των εκούρευσαν, το οποίον δηλοί πώς απέρριψαν από την κεφαλήν των κάθε φρόνημα κοσμικόν, και αφιέρωσαν την ζωήν των εις τον Θεόν; Πώς, οπού και ράσον μοναχικόν δι’ ευλογίας εφόρεσαν, και καλυμαύχιον, και το όνομά των άλλαξαν, και δύο ευχαί παρά του ιερέως ανεγνώσθησαν εις αυτούς, εις τας οποίας ο ιερεύς ευχαριστεί τον Θεόν, διατί τους ελύτρωσεν από την ματαίαν και κοσμικήν ζωήν, και τους εκάλεσεν εις το σεμνόν επάγγελμα των Μοναχών, και παρακαλεί αυτόν να τους δεχθή εις τον σωτήριόν του ζυγόν;[10

Εκ των συγχρόνων ο έχων την πλέον εμπεριστατωμένην αναφοράν επί του θέματος με πλήρη γνώσιν των πηγών και της βιβλιογραφίας αλλά και με πλήρη συνείδησιν της σοβαρότητος του θέματος και γνώσιν της ζώσης εμπειρίας του συγχρόνου Μοναχισμού, είναι ο καθηγητής Παναγιώτης Ι. Παναγιωτάκος όστις εις το αναφερθέν (υποσημ. 3) σύγγραμμά του διαλαμβάνει τα εξής περιεκτικά: «Τούτο, διότι και ώδε πρόκειται περί προσκτήσεως της Μοναχικής Ιδιότητος κανονικώς και τελείως, δοθέντος ότι ο ρασοφόρος ή αρχάριος Μοναχός κατά την λαμβάνουσαν χώραν, κατά τον χρόνον της χειροθεσίας αυτού, εκκλησιαστικήν τελετήν, εις ην προσέρχεται μετά πλήρη και κανονικήν δοκιμασίαν υπό τα Μοναχικά καθεστώτα, σιωπηρώς παρέχει την συγκατάθεσιν αυτού εις το περιεχόμενον της Μοναχικής Ομολογίας, περί της οποίας, ει και συνοπτικώςμ διαλαμβάνει η αναγινωσκομένη χάριν αυτού ευχή (τρισάγιον, ευλογία, ρασοευχή), και υφίσταται, ως και οι των ετέρων δύο τύπων Μοναχοί, ήτοι ο Μεγαλόσχημος και ο Μικρόσχημος, κανονικήν Μοναχικήν Κουράν. Η κατά καιρούς διατυπωθείσα αντίθετος γνώμη, άγουσα μέχρι του απαραδέκτου συμπεράσματος, ότι ο ρασοφόρος δικαιούται οποτεδήποτε να εγκαταλείψη την άσκησιν και να επανέλθη εις τον κόσμον, ακωλύτως συνάπτων και γάμον, ως μη παρέχων την υπόσχεσιν περί της τηρήσεως της ιεράς επαγγελίας της παρθενίας, είναι ου μη μόνον έωλος και εσφαλμένη, αλλ’ αυτόχρημα νομικώς και κανονικώς αστήρικτος, καιρίως τραυματίζουσα την κανονικήν τάξιν της Εκκλησίας και θίγουσα εκ θεμελίων την επί του θέματος ακρίβειαν, την οποίαν άλλωστε η μακραίων επί τούτου εφαρμοσθείσα παράδοσις εν τω Μοναχικώ Πολιτεύματι σταθερώς ηδραίωσε και εφήρμοσε, ως και εφαρμόζει αμεταβλήτως, μέχρι σήμερον». Και βεβαίως είναι αρκετά ταύτα προς διαφώτισιν και κατανόησιν. Πλην όμως επειδή εν τη Εκκλησία της Ελλάδος έχουν εκφρασθή και εν πολλοίς έχουν επικρατήσει απόψεις αντίθετοι, θεωρούμε σκόπιμον όπως επιμείνωμεν επί του θέματος προς διευκόλυνσιν των ειλικρινώς ζητούντων την αλήθειαν. Η ακολουθία εις αρχάριον ρασοφορούντα (τρισάγιον, ευχαί, τριχοκουρία) τελείται εις πρόσωπα τα οποία έχουν τουλάχιστον ενιαύσιον κανονικήν δοκιμασίαν και πλήρη συνείδησιν ότι μεταπηδούν, όπως αναφέρουν και αι αναγινωσκόμεναι ευχαί, εκ της ιδιότητος των λαϊκών εις την τάξιν των Μοναχών.

____________________

Την αυτήν συνείδησιν έχουν και αι Μοναστηριακαί αρχαί καθώς και ολόκληρος η Μοναχική αδελφότης. Αυτή είναι και η πραγματικότηςκαι σήμερον εν Αγίω Όρει. Συνέπεια δε αυτής είναι η εγγραφή του αρχαρίου Μοναχού εις το Μοναχολόγιον της Ι. Μονής και η ένταξις αυτού εις την αδελφότητα της Ι. Μονής με πλήρη δικαιώματα και υποχρεώσεις. Υπάρχουν Μοναχοί οίτινες, αν και έχουν υποστή την ακολουθίαν εις αρχάριον ρασοφορούντα μόνον, έχουν εκλεγή και συμμετέχουν εις τα ηγουμενοσυμβούλια (Γεροντία) των Ι. Μονών, έτσι δε και εκπροσωπούν Αυτάς εις την Ι. Κοινότητα του Αγίου Όρους, χωρίς να έχη προκύψει ουδέν πρόβλημα, καθόσον τούτο θεωρείται απολύτως φυσιολογικόν και σύμφωνον προς την κανονικήν τάξιν και παράδοσιν. Οι εξ αυτών δε μη υπηρετήσαντες την στρατιωτικήν των θητείαν απαλλάσσονται εξ αυτής διά της κουράς ταύτης της ρασοευχής. Η άγνοια υπό των πολλών αυτής της πραγματικότητος καθώς και η σύγχυσις η οποία έχει επέλθει εκ της χρησιμοποιήσεως του όρου «ρασοφόρος» εις άτομα τα οποία διανύουν το στάδιον της δοκιμασίας άνευ των ευχών, αποτελεί την αιτίαν εις την διατύπωσιν εκ διαμέτρου αντιθέτων απόψεων.