Θέλουν μέ τόν τρόπο αυτό ν’ αποκτήσουν δύναμη υπερφυσική καί νά προκαλέσουν τό θαυμασμό καί τό δέος τών συνανθρώπων τους. Πάσχουν, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό από τά πάθη τ ή ς φιλαρχίας, της ματαιοδοξίας καί της οίήσεως. Επιθυμούν υλικές καί σωματικές απολαύσεις. «Ετσι, ό διάβολος τους μεταχειρίζεται ώς οργανά του. Δια μέσου αυτών ενεργεΐ «σημεία καί τέρατα», μέ τη δύναμη πού, ώς πνεύμα, έχει από τή φύση του.
Αυτοί είναι οι μάγοι, οι σατανιστές, οι πνευματιστές, οι υπνωτιστές, τά μέντιουμ καί πολλοί άλλοι ομοιοί τους, πού αποκτοΰν υπερφυσικές σωματικές καί πνευματικές δυνάμεις. Σπάζουν χοντρές τριχιές σάν λεπτό σπάγγο. Θρυμματίζουν βράχους. Τσακίζουν σάν καλάμια θεόρατα δέντρα. Σηκώνονται ψηλά στον αέρα ή μετακινούν άντικείμενα, δίχως νά τ’ αγγίζουν. Εμφανίζουν σε απελπισμένους καί απαρηγόρητους συγγενείς «πνεύματα» τάχα προσφιλών τους νεκρών, πού συνομιλούν μαζί τους ή τους δίνουν μηνύματα μέ τή μέθοδο της «αυτόματης γραφής». Κάνουν Τον «προφήτη» ή φανερώνουν μή εξομολογημένες άμαρτίες, ώστε νά εκπλήσσουν καί νά φοβίζουν τά υποψήφια θύματα τους. Κάνουν τόν «θεραπευτή» σέ αρρώστιες πού, βέβαια, οι δαίμονες έχουν προκαλέσει. Τρομοκρατούν τους απλοϊκούς ανθρώπους, δημιουργώντας τους οικογενειακά καί κοινωνικά προβλήματα ή έπιβουλευόμενοι την ψυχοσωματική τους υγεία καί αναγκάζοντας τους έτσι ν’ αναζητούν στους ίδιους τις «λύσεις» ή τις «θεραπείες».


Η μαγεία χωρίζεται σέ λευκή καί σέ μαύρη. Ή αλήθεια είναι ότι καί στίς δυό περιπτώσεις, γίνονται επικλήσεις τοϋ σατανά καί ενεργούνται πράξεις, μπροστά στίς όποιες κάθε λογικός άνθρωπος φρίττει.


Είναι πολύ επικίνδυνη ή ενασχόληση μέ οποιοδήποτε είδος μαγείας, έστω καί από απλή περιέργεια. Ή παρακολούθηση λ.χ. μιας τηλεοπτικής εκπομπής πού προβάλλει διάφορους εκπροσώπους

τοΰ αποκρυφισμού νά επιδεικνύουν τις ικανότητες τους, ή η ανάγνωση βιβλίων πού εισάγουν στό χώρο της μαγείας, ή τό άκουσμα μουσικής με σατανιστικό περιεχόμενο, οσο αθώα κι αν φαίνονται, μποροϋν νά σύρουν τόν απρόσεκτο καί επιπόλαιο άνθρωπο σέ ακούσια καί παθητική εμπλοκή στά δίχτυα τοΰ διαβόλου. Γιατί ή χρήση καί μόνο τοΰ ονόματος τοΰ σατανά ή κάποιων συμβόλων του ενεργεί καί επηρεάζει άμεσα οσους ασχολούνται μ’ αυτά, ανεξάρτητα άν παραδέχονται ή όχι τίς δαιμονικές δυνάμεις.
«Αν, βέβαια, σέ μερικούς ή προσφυγή στή μαγεία φαίνεται ακίνδυνη ή καί ωφέλιμη ακόμα, ας έχουν υπόψη τους οτι ό διάβολος ενεργεί σάν ένας απατεώνας, πού προσφέρει λίγα δώρα καί υποσχέσεις, μέ σκοπό νά πιάσει στό «αγκίστρι» του τό θύμα: Δίνει, δηλαδή, βραχυπρόθεσμες ανταμοιβές, αλλά μακροπρόθεσμα κάνει τόν άνθρωπο υποχείριο του.
Σήμερα, δυστυχώς, υπάρχει αναβίωση της μαγείας καί τοϋ σατανισμοΰ. Καί τό χειρότερο είναι ότι τά πλοκάμια τους έχουν εισχωρήσει στό χώρο της παιδικής καί εφηβικής λογοτεχνίας καί τοΰ παιχνιδιού. «Ετσι, τό παιδί εξοικειώνεται μέ φρικιαστικές σατανικές μορφές, μέ τή βία καί τό σαδισμό, ενώ μαθαίνει πώς τά προβλήματα καί οι δυσκολίες της ζωής λύνονται ανώδυνα μέ τρόπους μαγικούς. Σχηματίζει τήν εντύπωση πώς ή μαγεία είναι γοητευτική καί ωφέλιμη, καί πώς μέ απλές διαδικασίες μπορεί νά πετύχει τά πάντα, αρκεί νά καλλιεργήσει τίς κρυμμένες τάχα δυνάμεις πού υπάρχουν μέσα του καί νά γίνει ένας μικρός θεός.


Μέσα στον ευρύτερο χώρο της μαγείας βρίσκεται καί ή μαντεία, ή όποια, μέ τή βοήθεια τών πονηρών πνευμάτων, προσπαθεί νά διασπάσει τόν μυστηριώδη χώρο τοΰ μέλλοντος ή τοΰ κρυμμένου καί νά διαγνώσει μελλοντικά γεγονότα ή νά βρει χαμένα αντικείμενα. «Υπάρχουν πολλές μέθοδοι μαντείας, όπως όνειρομαντεία, νεκρομαντεία, ραβδοσκοπία, αστρολογία, χειρομαντεία, πυροβασία, γητεία κ.π.ά. Έκτος από τους επαγγελματίες τοΰ είδους αύτου, κυκλοφοροΰν και πολλές άγύρτισσες μάγισσες (οραματίστριες, χαρτορίχτρες, καφετζοϋδες), γιατί, δυστυχώς, δεν λείπουν οι αφελείς καταναλωτές και αυτών των «μεταφυσικών» υποπροϊόντων.


Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει νά δοθεί στους καμουφλαρισμένους μάγους, τους γητευτές. Αυτοί, χρησιμοποιώντας διάφορα άγιωτικά (εικόνες, κεριά, λιβάνι κ. ά.), ξεγελοϋν τους ανυποψίαστους χριστιανούς μέ την εύσεβοφάνειά τους. Εκκλησιάζονται, κάνουν τό σημείο τοΰ σταυροϋ και στις δαιμονικές επικλήσεις τους ανακατεύουν ψαλμούς τοϋ Δαβίδ καί ονόματα άγιων, της Θεοτόκου, ακόμα καί της Άγιας Τριάδος. Οι επικλήσεις αυτές είναι τά γνωστά «ξόρκια«, πού συνοδεύονται συνήθως από μαγικές πράξεις ή χειρονομίες. Πολλοί πιστεύουν οτι τά «ξόρκια» είναι κάτι σάν τους εξορκισμούς, πού διαβάζουν οι ιερεΐς γιά την εκδίωξη των πονηρών πνευμάτων. Αυτό, είναι μεγάλο λάθος! Τά «ξόρκια» οχι μόνο δέν έχουν σχέση μέ τήν Εκκλησία, αλλά είναι παγίδες τοΰ σατανά. Δέν είναι δυνατό νά επικαλείται κανείς συγχρόνως τη χάρη τοΰ Χρίστου καί τή δύναμη τοΰ σατανά. «Ποια σχέση μπορεί νά έχει ή δικαιοσύνη μέ τήν ανομία; «Η τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στό φως καί στό σκοτάδι; Ποια συμφωνία μπορεί νά γίνει ανάμεσα στον Χριστό καί στό διάβολο;»(Β’Κορ. 6:14-15).


Κάθε «ξόρκι», λοιπόν, έχει δαιμονική προέλευση. Κι αυτό γίνεται φανερό όχι μόνο από τά μαγικά λόγια πού το συνθέτουν, αλλά κι από τά μαγικά υλικά πού τό συνοδεύουν: μαυρομάνικο μαχαίρι, κόκκινη κλωστή, πεντάλφα, σταγόνες λαδιοΰ, αναμμένα κάρβουνα, κόκκινο πανί κ.ά.

Ακόμα κι αυτό τό τόσο συνηθισμένο «φτύσιμο«, γιά την αποτροπή τοΰ ματιάσματος, έχει μαγική προέλευση.

Στο Βάπτισμα, ο μονός φτύνει τον Σατανά.
Πολλοί συνηθίζουν νά φτύνουν κάποιον άνθρωπο ή κάποιο αντικείμενο, γιά νά μήν τους πιάσει τό μάτι.

Ή επειδή κάποιος είναι όμορφος. Αυτό όμως είναι κάτι που κάνουν οι μάγοι. Πρόκειται γιά πράξη εξευτελισμού τοϋ ανθρώπου, πού προεκτείνεται σέ βλασφημία τοϋ ίδιου τοΰ Θεοΰ, άφοϋ ό άνθρωπος είναι εικόνα Του.