Η Καινή Διαθήκη, μας πληροφορεί ότι δαιμονισμός είναι η κατάληψη ενός ανθρώπου από έναν ή περισσότερους δαίμονες.

Όταν ο άνθρωπος δαιμονιστεί, χάνει τον έλεγχο της προσωπικότητάς του.

Ο δαιμονισμός διακρίνεται σε εξωτερικό και εσωτερικό.

Όπως είναι γνωστό, η Ορθόδοξη Γνώση και η Ορθόδοξη Παράδοση, διευκρινίζουν ότι υπάρχουν «λεγεώνες» δαιμονίων. Πρώην αγγέλων που ακολούθησαν τον διάβολο στην πτώση του.

Γνωρίζουμε επίσης πως ο άνθρωπος στη μεταπτωτική του κατάσταση, μετά την απομάκρυνσή του από τον Παράδεισο, είναι εκτεθημένος σ” ένα πλήθος δαιμόνων και δαιμονικών επιδράσεων (όπως οι πειρασμοί μέσω των αισθήσεων, μέσω αισχρών, πονηρών και ματαίων λογισμών, μέσω άλλων ανθρώπων, μέσω ενεργειών πλάνης, μέσω αισθητών εμφανίσεων του διαβόλου κ.λ.π.).

Μέσω της αμαρτίας. Μέσω Δαιμονισμός της απομάκρυνσης από τον Τριαδικό Θεό.

Είναι το φαινόμενο, κατά το οποίο ένας δαίμονας η πλήθος δαιμόνων δεν πειράζει απλώς τον άνθρωπο (εξωτερικά η εσωτερικά), αλλά καταλαμβάνει το το σώμα του, σακατεύοντας την ανθρώπινης προσωπικότητα, με αποτέλεσμα ο δαιμονισμενος να έχει μια αλλόκοτη συμπεριφορά.

Η Ορθόδοξη Παράδοση, λοιπόν, αποδέχεται τον δαιμονισμό και την ύπαρξη δαιμονιζομένων, τόσο παλαιότερα, όσο και σήμερα. Κι αυτό είναι φυσικό, αφού υπάρχει η σαφής μαρτυρία της Παλαιάς αλλά και της Καινής Διαθήκης.

……………………………….

Αυτό που πολλοί δεν κατανοούν, είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει δαιμονισμός έτσι στα καλά καθούμενα. Το θύμα θα πρέπει να είναι αρκετά αδύναμο πνευματικά ώστε να μπορέσει ο δαίμονας να το καταλάβει.

Θα πρέπει να υπάρχει ένα έντονο συναίσθημα κατωτερότητας, ματαιότητας, εγκατάλειψης, κατάθλιψης κλπ. και συχνά, έχει παραδοθεί τόσο πολύ από την ζωή, που δεν κάνει καν τον κόπο να παλέψει τον δαίμονα που προσπαθεί να το καταλάβει.

Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έχει πνευματική ζωή.

Είναι πιθανόν, ο δαίμονας να εκμεταλλεύεται την πνευματική αδυναμία του θύματος για να μπορέσει να υπάρξει στην δική μας υλική διάσταση οικειοποιούμενος το σώμα του θύματος.

Πολύ ταλαιπωρούνται όσοι έχουν δαιμόνιο, γιατί καί εξευτελίζονται, άπό τόν διάβολο.

Σέ μερικούς μάλιστα, ο δαιμονας τούς λέει ότι δέν θά σωθούν καί τούς οδηγεί την αυτοκτονία.

Το σχέδιό του;, όπως το περιγράφουν οι άγιοί μας, είναι το εξής. Πρίν μας ρίξουν στήν αμαρτία, μάς βάζουν λογισμούς ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος. Δηλαδή μας λένε «κάνε την αμαρτία και μην φοβάσαι. Μετά ο Θεός θα σε συγχωρήσει».

Μόλις κάνουμε όμως, την αμαρτία έρχονται και μάς βομβαρδίζουν μέ σκέψεις όπως, ότι ο Θεός είναι σκληρός και αυστηρός. Ότι για εμάς δεν υπάρχει σωτηρία. Ότι δεν μας αγαπάει ο Θεός. Ότι όσο και να προσπαθήσουμε δεν θα τα καταφέρουμε.

Στόχος τους είναι νά μάς φέρουν σε αδιέξοδο. Απογοήτευση και απελπισία. Μάς βάζουν και λογισμούς βλασφημίας κατά τού Θεού.

Ο διάβολος ξέρει πολύ καλά πόσο πολύ ωφελείται ο άνθρωπος με τήν προσευχή. Γθ’ αυτό την στιγμή της προσευχής βάζει έναν σωρό λογισμούς. Προσπαθεί να κάνει πιό αδύναμη την προσευχή.

Υπάρχουν δαίμονες πού μολύνουν τήν ψυχή μας μόλις πέσουμε γιά ύπνο καί υπάρχουν άλλοι πού μολύνουν τήν πρώτη μας σκέψη, μόλις, δηλαδή, σηκωθούμε από τόν ύπνο. Ο διάβολος δέν χάνει ευκαιρία νά μή μάς πολεμήσει.

Γι’ αυτόν τον λόγο, το πρωί μόλις ξυπνήσουμε κάνουμε προσευχή. Μεσονυκτικό, εξάψαλμο, όρθρο.

Το βράδυ, πριν κοιμηθούμε το απόδειπνο και τους χαιρετισμούς της Παναγίας. Αυτά όλα με την ευλογία του πνευματικού μας.

Σέ δυό περιπτώσεις ό διάβολος κυριεύει τον άνθρωπο. Είτε όταν τού το επιτρέψει θεληματικά ό ίδιος ό άνθρωπος, είτε όταν τού παραχωρήσει τό δικαίωμα αυτό ό Θεός.

Στήν πρώτη περίπτωση, ή είσοδος του πονηρου πνεύματος στον άνθρωπο συντελείται συνήθως σταδιακά. Σιγά σιγά. Με έξυπνο τρόπο για να μην γίνει αντιληπτό από το θύμα.

Τό θύμα είτε έχει επίγνωση τής καταστάσεως του (μάγοι, μέντιουμ κ.ά.) είτε όχι (πλανεμένοι, αμετανόητοι κ.ά.).

Αυτό έκανε ο διάβολος στήν περίπτωση του Ιούδα. Ο Ιούδας άνοιξε τήν είσοδο στόν σατανά με τό πάθος τής φιλοχρηματίας (Τω. 12:6). Από απροσεξία.

Στήν συνέχεια, μπαίνοντας ό σατανάς μέσα του, αιχμαλώτισε τόν νου του καί τόν έσπρωξε στήν προδοσία (Ίω. 13:2). Τέλος, τόν κυρίεψε ολοκληρωτικά (Ίω. 13:27). Γι’ αυτό , άν καί κατάλαβε το λάθος του, δεν μετανόησε. Πνιγμένος από τον εγωϊσμός του, αυτοκτόνησε. Αρνήθηκε το δώρο της ζωής επειδή ό εχθρός, του σκότισε τό λογικό και τον πλημμύρισε με στενοχώρια, απελπισία, απογοήτευση και λύπη.

Σε κάποιες περιπτώσεις, ο δαιμονισμός συμβαίνει μέ παραχώρηση του Θεού. Τότε οδηγεί στην ψυχική σωτηρία του ανθρώπου. Πολλές φορές και της οικογένειάς του.

Αυτού τού είδους ή δαιμονική κατοχή χρησιμοποιήθηκε ακόμα και άπό τήν Εκκλησία ώς παιδαγωγικό μέσο. Όπως στην περίπτωση του αιμομίκτη της Κορίνθου. Τότε ο απόστολος Παύλος προέτρεψε τήν τοπική Εκκλησία νά τόν παραδώσει στόν σατανά «είς όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα τού Κυρίου Ιησού» (Α’ Κορ. 5:5).

Ό Ίδιος απόστολος, σέ άλλη περίπτωση, παρέδωσε στήν εξουσία του σατανά τόν Ύμέναιο και τόν Αλέξανδρο, «ίνα παιδευθώσι μη βλασφημεΐν» (Α’ Τιμ. 1:20).

Στήν κατηγορία αυτή ανήκουν οι καθαυτό δαιμονισμένοι, όπως λ.χ. εκείνοι πού αναφέρονται στά Ευαγγέλια. Σ’ αυτούς ή κυριαρχία τών δαιμόνων είναι φανερή: Κυλιούνται στή γη, βγάζουν αφρούς άπό τό στόμα, τρίζουν τά δόντια, αισχρολογοϋν και βλασφημούν, χωρίς νά ουνειδητοποιούν τί κάνουν και τί λένε. Εχει αλλοιωθεί ή φυσική τους κατάσταση. Και μάλιστα σέ τέτοιον βαθμό, πού λόγια, κινήσεις και θελήματα δέν είναι πιά δικά τους, αλλά τών πονηρών πνευμάτων πού τους κατέχουν.