Μέρος δεύτερο

4. ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι ένα ακαθόριστο μόρφωμα, το οποίο ουδέποτε είχε στατική και μόνιμη μορφή. Από το απώτερο παρελθόν της προϊστορίας, όπως δείχνει η αρχαιολογική έρευνα και η μελέτη των πηγών, μέχρι τα πρώτα βυζαντινά χρόνια, βρισκόταν σε μια δαιδαλώδη ποικιλομορφία και συνεχή εξέλιξη. Στους προϊστορικούς χρόνους, όπως μαρτυρούν _αρχαιολογικά ευρήματα, η θρησκεία ήταν πρωτόγονη φυσιολατρική. Λατρεύονταν ποταμοί, βουνά, δένδρα, ζώα, πτηνά κλπ. Το ίδιο και στα Μυκηναϊκά χρόνια και στη Μινωική Κρήτη η θρησκεία είχε έντονο φετιχιστικό και τοτεμικό χαρακτήρα. Λατρεύονταν κατά κόρον, «οι πέτρες και τα ορυκτά, αδούλευτα από ανθρώπινο χέρι ή απλές γεωμετρικές μορφές» (περ. «Απολλώνειον Φως», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998, σελ. 5).

Η θεά Γη ήταν η κύρια θεότητα. Σε πάμπολλα ειδώλια εικονίζεται μια αλλόκοτη γυναικεία μορφή με φίδια στα χέρια. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης πίστευαν πως οι πρωτόγονες θεότητες ήταν εγκλωβισμένες σε υλικά αντικείμενα! Στους αρχαϊκούς χρόνους έχουμε λατρεία χθονίων θεοτήτων. Αργότερα άρχισε να διαμορφώνεται το δωδεκάθεο, ως αντικατοπτρισμός της απολυταρχικής και αριστοκρατικής εξουσίας των ελληνικών πόλεων. Παράλληλα η κάθε πόλη προέτασσε τη λατρεία τοπικών θεοτήτων και ηρώων.

Τον 6ο π.Χ. αιώνα άρχισε από την Ιωνία η αμφισβήτηση της ειδωλολατρικής πολυθεϊστικής θρησκείας και τα απαράδεκτα δρώμενά της.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι και επιστήμονες άσκησαν αυστηρή κριτική στην παχυλή ειδωλολατρική δομή της αρχαιοελληνικής θρησκείας και παράλληλα επιχείρησαν να διερευνήσουν δια του νου την ορθή έννοια του θείου, εγκαινιάζοντας έτσι την λεγόμενη ιδεατή ειδωλολατρία, η οποία θα κορυφωθεί στους κλασικούς χρόνους με το κίνημα των σοφιστών και των μεγάλων ιδεαλιστών φιλοσόφων.

Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους θα επέλθει ένας ανεπανάληπτος θρησκευτικός συγκρητισμός. Το δωδεκάθεο και οι τοπικές λατρείες όχι μόνο θα περιοριστούν, αλλά κυριολεκτικά θα εξαφανιστούν και τη θέση τους θα πάρουν ανατολικές θρησκείες και θεότητες όπως οι Αιγύπτιοι θεοί Ίσις και Όσιρις, η φρυγική Κυβέλη, ο σημιτικός Άδωνις, ο ιρανικός Μίθρας, καθώς και το ρωμαϊκό πάνθεο. Ταυτόχρονα έχουμε εισβολή παράλογων και νοσηρών «μυστηρίων», τα οποία θα αντικαταστήσουν ολοκληρωτικά την αρχαία λατρεία. Τέλος, όταν η αρχαία θρησκεία ψυχορραγούσε στα πρωτοβυζαντινά χρόνια, αυτή μεταμορφώθηκε σε πολύπλοκο συγκρητιστικό θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύστημα, το Νεοπλατωνισμό, με σκοπό να επιβιώσει μπροστά στην σαρωτική εξάπλωση του Χριστιανισμού, χωρίς φυσικά αποτελέσματα.

Η αρχαιοελληνική θρησκεία ουδέποτε, λοιπόν, είχε σταθερή μορφή, είτε στο χώρο, είτε στο χρόνο. Κατά συνέπεια, όπως θα αναφερθούμε στη συνέχεια λεπτομερώς, η επιμονή των «αρχαιολατρών» να αναβιώσουν την «πατρώα θρησκεία» κρίνεται αβάσιμη και ουτοπιστική, διότι δεν καθορίζεται ποιας μορφής της θρησκείας αυτής και ποιας εποχής, επιχειρείται αναβίωση, διότι όλες οι μορφές της σε όλες τις εποχές τριών και πλέον χιλιάδων ετών ήταν θρησκεία των προγόνων μας!

Η ειδωλολατρική αρχαιοελληνική θρησκεία όπως φαίνεται μέσα από τα έργα των ποιητών και των αρχαίων συγγραφέων, είχε ένα ασαφές και σκιώδες «θεολογικό «υπόβαθρο». Δημιουργοί της δεν υπήρξαν κάποια συλλογικά όργανα, αλλά διάφοροι ποιητές. Ο κάθε ένας από αυτούς, ποιητική αδεία και ανάλογα με την έμπνευσή του έκανε «θεολογία» (βλ. P. Decharme «Μυθολογία», τομ. 1, σελ._43). Αυτή είναι και η αιτία των τεραστίων διαφορών ανάμεσα στους συγγραφείς. Άλλη είναι η «θεογονία» του Ομήρου, άλλη του Ησιόδου άλλη του «Ορφέα», άλλη των νεοπλατωνικών και άλλη των ανωνύμων λαϊκών παραδόσεων (βλ. «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», τομ. 6, στ. 151-155). Μελετώντας όλες αυτές τις θεογονίες διαπιστώνουμε ζωηρά στοιχεία οργιώδους φαντασίας.

Διαβάζοντας τους πάμπολλους μύθους της αρχαιοελληνικής θρησκείας, πελαγώνουμε κυριολεκτικά από τις ποικίλες εκδοχές και τις αντικρουόμενες απόψεις για το ίδιο θέμα. Παράλληλα τρομάζουμε από την «πολιτεία» των ψευτοθεών, οι οποίοι είναι γεμάτοι από ανομολόγητα πάθη, καθότι «διέπρατταν» φοβερά εγκλήματα και ειδεχθείς ηθικές παρεκτροπές!

Οι θεοί και οι θεές της αρχαιοελληνικής θρησκείας δεν ήταν τίποτε άλλο παρά προβολή αρρωστημένων ανθρώπινων ψυχικών διαθέσεων. Είναι η «θεοποίηση» των ανθρωπίνων παθών των αρχόντων της εποχής εκείνης, η «νομιμοποίηση» των καταπιεστικών, ηθικών, και ποινικών τους ατοπημάτων. Άλλωστε οι βασιλείς κατά τον Όμηρο καλούνται «Διογενείς» δηλαδή γενιά του Δία και η εξουσία τους είναι απόρροια της εξουσίας εκείνου (R. Decharme «Μυθολογία», τομ. 1, σελ. 67).

Η δικτατορική αυθαιρεσία του Δία, για παράδειγμα, νομιμοποιούσε και τη δική τους τυραννική εξουσία, οι εξωσυζυγικές του δραστηριότητες επέτρεπαν και σ’ αυτούς να προδίδουν τη συζυγική τους πίστη.

Η συζυγική απιστία της Αφροδίτης με τον Άρη επέτρεπε στις κυρίες της αριστοκρατίας να είναι μοιχαλίδες, η λατρεία της πορνικής θεάς, δια της «ιερής πορνείας» νομιμοποιούσε την πορνεία, που κυριαρχούσε στην αρχαία εποχή (Παυσαν. Β’ 10,5).

Ο αρχικλέφτης του Ολύμπου Ερμής, ο προστάτης της κλοπής, ο οποίος λατρευόταν δια της κλοπής νομιμοποιούσε την κλοπή και την αδικία των πλουσίων εκμεταλλευτών (Ιλιάδα Β’ 103, Κ’ 267, Οδύσσεια Τ’ 364)!

Ο πολεμοχαρής Άρης, ο προστάτης του πολέμου και της καταστροφής και η προσωποποίηση της φρίκης και ο οποίος λατρευόταν δια της άσκησης βίας και αίματος και της ικανοποίησης άγριων ενστίκτων, νομιμοποιούσε τους άγριους πολέμους, την αυθαιρεσία και την καταστροφή.

Η Ήρα ήταν ο φορέας της πιο άγριας ζηλοφθονίας και της αμετάπειστης εκδίκησης και νομιμοποιούσε και αυτή το μίσος και την εκδίκηση.

Ο Βάκχος, προστάτης της μέθης, της κραιπάλης, και της ικανοποίησης των ταπεινών ορμεμφύτων, νομιμοποιούσε τα κατώτερα ανθρώπινα πάθη και ούτω καθ’ εξής.

Τα πάθη των ψευδοθεών δεν είχαν όριο.

Ο Ουρανός βύθιζε τα παιδιά του στα έγκατα της γης.

Ο Κρόνος προκειμένου να πάρει την εξουσία από τον πατέρα του Ουρανό, του έκοψε τα γεννητικά όργανα, καθιστώντας τον πια αδύναμο. Ο Κρόνος από φόβο μήπως τα παιδιά του, του πάρουν την εξουσία, τα έτρωγε! Η σύζυγός του Ρέα τον ξεγέλασε και του έδωσε να φάει μία… πέτρα αντί για τον Δία, για να του πάρει έτσι εκείνος την εξουσία (Ησιοδ. Θεογ. 133-138)!

Ο Δίας γκρέμισε από τον Όλυμπο το γιο του Ήφαιστο, επειδή εκείνος πήρε το μέρος της μητέρας του Ήρας, όταν αυτός την έδερνε ανηλεώς, καθιστώντας τον έτσι μονίμως… ανάπηρο! Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Ήφαιστος ήταν… αδελφός του, κλεψίγαμος γιος του πατέρα του Κρόνου, με την γυναίκα του Ήρα (ΘΗΕ τομ. 7, 1051)! Ο Δίας στα χέρια του κρατούσε τον κεραυνό για να κατακεραυνώνει όποιον αμφισβητούσε την εξουσία του! Τόσο πολύ…φιλάνθρωπος ήταν, που κάρφωσε στον Καύκασο τον ευεργέτη των ανθρώπων, τιτάνα Προμηθέα (Ησίοδ. Θεογ. 522)! Ο Δίας ως κοινός απατεώνας μεταμορφωνόταν και τρύπωνε στους κοιτώνες θνητών γυναικών και τις κακοποιούσε σεξουαλικά, σαν τους σύγχρονους διεστραμμένους βιαστές! Ο Ηρακλής για παράδειγμα υπήρξε ο καρπός μιας τέτοιας σχέσης. Ονομαζόταν «Τριέσπερος» γιατί τα σεξουαλικά όργια του Δία και της Αλκμήνης, μητέρας του Ηρακλή, κράτησαν τρεις νύχτες!

Ο Ποσειδών φλεγόταν από μεγάλο ερωτικό πόθο για την αδελφή του Δήμητρα, την οποία κυνηγούσε για να την βιάση (Παυσαν. Η’ 25,6,42). Εκείνη μεταμορφώθηκε σε φοράδα, για να ξεφύγει από την αηδιαστική αιμομιξία του αισχρού αδελφού της. Αυτός μεταμορφώθηκε τελικά σε ίππο και κάπου στην Αρκαδία πραγματοποίησε την απαίσια πράξη του!

Αυτά ως ελάχιστα παραδείγματα των ψευτοθεών της αρχαιοελληνικής θρησκείας!

Οι ψευτοθεοί αυτοί «απαιτούσαν» παράλογα πράγματα από τους πιστούς τους. «Ζητούσαν» θυσίες ζώων για να «απολαύσουν» τη μυρωδιά του ψητού! Χιλιάδες άμοιρα ζώα θυσιάστηκαν στους ψευτοθεούς.

Σε πολλές περιπτώσεις οι ανήθικοι θεοί «απαιτούσαν» θυσίες ανθρώπων! Αναφέρεται ότι ο Τάνταλος θυσίασε τον γιο του Πέλοπα, τον κομμάτιασε και τον έδωσε στους θεούς να τον φάνε! Δυστυχώς οι ανθρωποθυσίες ήταν πραγματικότητα και ιερός θεσμός στην αρχαία Ελλάδα. Έχουμε ανθρωποθυσίες καθ’ όλη την διάρκεια της αρχαιότητας, μέχρι και τους ελληνιστικούς χρόνους!

Στην εορτή των «Κρονίων» στην Αθήνα θυσιάζονταν κάθε χρόνο και ένας άνδρας. Το ίδιο και στην Ρόδο θυσιαζόταν ένας κατάδικος. Ανθρωποθυσίες γίνονταν και στην Κρήτη, όπως και στην Αλεξάνδρεια μέχρι την εποχή των Πτολεμαίων, όπου θυσιάζονταν αιχμάλωτοι πολέμου στον αιμοδιψή ψευτοθεό Κρόνο (Παυσανίου, Ελλ. Περιηγ. Ι 18,7)! Επίσης στην ετήσια εορτή των «Θαργηλίων» προς τιμήν του Απόλλωνα θυσιαζόταν ανδρόγυνο εκλεγμένο από τους εγκληματίες του έτους (P. Decharme «Μυθολογία» τομ. 1, σελ. 167). Στην Λευκάδα ακόμη γκρέμιζαν κάθε χρόνο έναν άνδρα από ένα βράχο προκειμένου να εξευμενίσουν τον Απόλλωνα (Στραβ. Ι 2, 452)!

Η Άρτεμις «απαιτούσε» από τους Σπαρτιάτες νέους, στην ετήσια εορτή της, φοβερό μαστίγωμα, μέχρι αίματος λιποθυμίας ακόμα και θανάτου. Ενώ στο ναό της στην Έφεσο γίνονταν κατ’ έτος πολυπληθείς φρικτοί αιματηροί ευνουχισμοί νέων (P. Dech., όπου π., σελ. 195). Αξίζει να αναφέρουμε ακόμα και την περίπτωση των περιβόητων κανιβάλων μαινάδων, τις εκστασιασμένες λάτρισσες του μέθυσου ψευτοθεού Διονύσου, οι οποίες έτρεχαν τις νύχτες στις ερημιές ουρλιάζοντας, καταβρόχθιζαν ωμά τα άτυχα ζώα που έβρισκαν μπροστά τους, αλλά και τους άνδρες που τύχαινε να συναντήσουν! Αναφέρεται, μυθολογικά ότι κατασπάραξαν και έφαγαν τον Ορφέα!

Οι «κατώτεροι» θεοί της φύσεως, τα φοβερά δαιμονικά όντα, όπως o τραγόμορφος και απαισιόμορφος Πάνας και οι αποκρουστικοί τερατόμορφοι Σάτυροι, ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων, διακατέχονταν από κτηνώδη σεξουαλικά πάθη και προσωποποιούσαν τα πιο ταπεινά ένστικτα!

Η ιερή πορνεία ήταν επίσης λατρευτική «απαίτηση» των ψευτοθεών. Χιλιάδες άμοιρα κορίτσια κλείνονταν χωρίς την θέλησή τους, στους ναούς της Αφροδίτης και «ιερουργούσαν» την διεφθαρμένη θεά με το σώμα τους, επιφέροντας τεράστια κέρδη στους ιερείς-προαγωγούς της θεάς. Αυτό γινόταν καθ’ όλη την αρχαιότητα με αποκορύφωμα στους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την ιερή πορνεία στην αρχαία Ελλάδα (Ιστορ. Ι, 199).Επίσης ο Στράβων διασώζει την εξής χαρακτηριστική πληροφορία για την ιερή πορνεία στην Κόρινθο: Το ιερό της Αφροδίτης «ούτω πλούσιον υπήρξεν, ώστε πλείους η χιλίας ιεροδούλους εκέκτητο εταίρας» (Στραβ. 378)!

Επίσης οι λάτρεις του Διονύσου ήταν υποχρεωμένοι να παίρνουν μέρος στις διονυσιακές εορτές και να πράττουν ανείπωτες ηθικές αθλιότητες. Η κάθε γυναίκα έγγαμη ή μη, ήταν υποχρεωμένη στο όνομα του Θεού, να ανεχτεί τις σεξουαλικές ορέξεις του κάθε τυχόντα! Οι βιασμοί των γυναικών και η άσκηση κάθε είδους βίας κατά την διάρκεια των εορτών όχι μόνο δεν εθεωρείτο έγκλημα αλλά τρόπος λατρείας του ψευτοθεού!

Η αρχαιοελληνική θρησκεία όχι μόνο δεν απέτρεπε τους Έλληνες να καθιερώνουν και να καλλιεργούν απάνθρωπους θεσμούς, αλλά αντίθετα τους παρότρυνε. Η δουλεία για παράδειγμα ήταν θεσμός στην αρχαία Ελλάδα. Είχε μάλιστα και κληρονομικό χαρακτήρα. Η δουλεία εθεωρείτο κατά κάποιον τρόπο ιερή υπόθεση και γι’ αυτό το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο της Ελλάδος βρισκόταν στην Δήλο, στον ναό του Απόλλωνα! Δε χρειάζεται να αναφέρουμε εδώ τη γνώμη είχαν οι αρχαίοι προγονοί μας για την δουλεία, ακόμα και ο Αριστοτέλης!

Μεταξύ των θεών όχι μόνο δεν κυριαρχούσε σεβασμός, όπως θα ταίριαζε σε θείες οντότητες, αλλά αντιθέτως υπήρχε μίσος, αντιζηλία, τάση κυριαρχίας πόλεμοι, δολοφονίες, απάτες, δόλοι και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ο Ηρόδοτος χαρακτήρισε το θείον της αρχαιοελληνικής θρησκείας «φθονερόν καί ταραχώδες» (Ιστορ. Ι. 32, ΙΙΙ. 40, 2)! Οι άνθρωποι ζούσαν συνεχώς κάτω από το φόβο μιας αναίτιας και παράλογης θεϊκής εκδίκησης. Στα έργα του Ομήρου για παράδειγμα βλέπουμε οι ψευτοθεοί να παίρνουν συχνά το μέρος τον αδίκων. Η Αφροδίτη προστάτευε τον Πάρη, τον άρπαγα της συζύγου του Μενελάου.

Ο… φιλάνθρωπος Ποσειδώνας επίσης εξαιτίας του παραμικρού του θυμού, προκαλούσε τρικυμίες και έπνιγε τους θαλασσινούς. Ταλαιπώρησε, χωρίς έλεος και μέχρι τελικής εξοντώσεως τον θρυλικό Οδυσσέα! Τα έργα του Ομήρου είναι γεμάτα από τέτοιες αποκρουστικές διηγήσεις. Και όμως, για τους νεοπαγανιστές «η αρχαία ελληνική θρησκεία απετέλεσε από τις πλέον φωτισμένες που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα» (περ. «Απολλώνιο Φως» Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998, σελ. 4)!

Στους μετακλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η αρχαιοελληνική θρησκεία είχε φτάσει στο έσχατο σημείο της κατάπτωσής της, οι πρόγονοί μας κατάντησαν ακόμη και στην ανθρωπολατρεία. Λάτρεψαν ως θεούς ζώντες ανθρώπους! Οι Αθηναίοι για παράδειγμα ανέδειξαν σε θεό τον εκπορθητή της Αθήνας σπαρτιάτη ναύαρχο Λύσανδρο. Του έστησαν παντού βωμούς και τον λάτρευαν (Πλουτ., Λύσανδ. 18)! Επίσης, θεοποίησαν τον Δημήτριο Φαληρέα. Προς τιμήν του άλλαξαν το όνομα του μήνα Μουνιχίωνα σε Δημητρίωνα και των Διονυσίων εορτών σε Δημήτρια (Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ. Φοίνιξ, τομ. Θ’ 117)! Το ίδιο έκαναν και για τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, του έστησαν 360 ανδριάντες μέσα σε έναν μήνα, γέμισαν την πόλη βωμούς και του πρόσφεραν θυσίες (οπ.π., σελ. 121). Αργότερα το ίδιο έκαναν για τον παρανοϊκό Νέρωνα και τους άλλους Ρωμαίους αυτοκράτορες! Αυτή ήταν «η πιο ευγενική θρησκεία της ιστορίας»!

5. ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΥΣ

Αυτά βλέποντας οι μεγάλοι σοφοί της αρχαιότητας απέρριψαν επιδεικτικά την αρχαιοελληνική θρησκεία, την οποία χαρακτήρισαν απαράδεκτη, παράλογη και εν πολλοίς επικίνδυνη για την ανθρώπινη κοινωνία! Όλα σχεδόν τα μεγάλα πνεύματα της αρχαιότητας άσκησαν κριτική και αρνήθηκαν την αρχαιοελληνική ειδωλολατρία. «Κατά τους εξ π.Χ. αιώνας προσεπάθησαν να υπερβούν την πολυθεΐαν, να διαμορφώσουν μίαν υψηλοτέραν ιδέαν περί πνευματικού Θεού, να καθάρουν την έννοιαν του θείου από όλα εκείνα τα στοιχεία τα οποία είχαν επισωρεύσει η μυθολογία, η δεισιδαιμονία και η πρωτόγονος μαγική σκέψις των μαζών» (Κ. Σπετσιέρη, «Εικόνες Ελλήνων Φιλοσόφων», Αθήνα 1964, σελ. 75). «Οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι αντιτάχθησαν στην ειδωλολατρική πολυθεΐα και ηγωνίσθησαν, ώστε να καθαρθεί η έννοια του θείου από το μη θεοπρεπές στοιχείον» (Ν. Βασιλειάδη «Ο ανθρωπισμός του Χριστιανισμού» Αθήναι 1986, σελ. 48).

Πρώτος ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) τόλμησε να αρνηθεί την κρατούσα ειδωλολατρική θρησκεία της εποχής του και να διακηρύξει επίσημα: «Είς Θεός, εν τε θεοίσι καί ανθρώποισι μέγιστος ούτε δέμας θνητοίσι όμοιος ουδέ νόημα». Όμως «πάντα θεοίσ’ ανέθηκαν Όμηρος θ’ Ησίοδος τε… όσσα παρ’ ανθρώποισιν ονείδεα και ψόγος εστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τε και αλλήλους απατεύειν» (Ξενοφ. Απ.,11)! Τους θεούς θεωρούσε εξ ολοκλήρου αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας, ανάρμοστα για τη θεία φύση. Υποστήριζε μάλιστα πως όσοι πιστεύουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν, ασεβούν το ίδιοι με όσους λένε πως οι θεοί πεθαίνουν!

Ο Ηράκλειτος (540-480 π.Χ.) επιζητούσε «εξαγνισμόν από τα είδωλα» και πνευματική λατρεία του θείου (Αποστ. 5, Diels). Συνέλαβε την έννοια του ενός Θεού υποστηρίζοντας πως «Έν πάντα… εκ πάντων έν καί εξ ενός πάντα…ταυτό τε ζών καί τεθνηκός καί εγρήγορος καί καθεύδον καί νέον και γηραιόν… αγαθόν και κακόν -εν καί ταυτόν-» (Β΄ 50, 10, 88, 58). Καθιέρωσε την πνευματική έννοια του Λόγου ως την υπέρτατη αιτία των πάντων και ως τον πάνσοφο νου που συγκροτεί τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν (Α 16). Υποστήριζε πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος, αποδίδοντας στους θεούς κακίες και ανηθικότητες είχαν ολέθρια επίδρασή στα ήθη των ανθρώπων. Ακόμη στηλίτευσε τον ανόητο ανθρωπομορφισμό, τόνισε την απόλυτη διαφορά ανθρώπου και Θεού (Αποσπ. 88) και απειλούσε όσους έκαναν ανίερες τελετές (Βακχισμός, ιερά όργια, ιερή πορνεία κ.λπ.).

Ο Αναξίμανδρος (610-564 π.Χ.) αποφάνθηκε πως το θείον είναι «αθάνατον καί ανόλεθρον», «περιέχει δε άπαντα καί πάντα κυβερνά» (Αριστ., Μεταφ. 203Β).

Ο Εμπεδοκλής (493-433 π.Χ.) καταδίκασε έντονα τον ανθρωπομορφισμό της αρχαιοελληνικής θρησκείας και όρισε ότι το θείον είναι πνεύμα (Β΄ 134)

Ο Παρμενίδης (5ος αιών π.Χ.) αρνήθηκε μετά βδελυγμίας τις απαράδεκτες αντιλήψεις της εποχής του για το θείο και αποφάνθηκε πως αυτό είναι πέρα από κάθε φυσικό φαινόμενο και ανθρώπινη σύλληψη. Το θείον είναι «ατεμές» και «ακίνητον» (Β΄ 23, 24, 26)

Ο Αναξαγόρας (490-427 π.Χ.) απεφάνθη ότι ο ήλιος, η σελήνη και τα αστέρια, δεν είναι θεοί, όπως πρέσβευε η ειδωλολατρική θρησκεία και η οποία απαιτούσε λατρεία γι’ αυτά, αλλά πύρινες μάζες. Το ίδιο είχαν υποστηρίξει και ο Αναξίμανδρος, ο Αναξιμένης, ο Θαλής, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος.

Ο Μητρόδωρος (5ος αιών π.Χ.), μαθητής του Αναξαγόρα, διακήρυξε πως «οι θεοί δεν είναι εκείνο που νόμιζαν όσοι τους έχτιζαν ναούς και τους προσκυνούσαν» (P. Decharme, «Ελληνική Μυθολογία» τομ. Α’, σελ. 286).

Ο Πρωταγόρας (480-411 π.Χ.) θεμελίωσε την έννοια της απόλυτης υπερβατικότητας του θείου και σατίρισε την παιδαριώδη θρησκευτικότητα της εποχής του, γι’ αυτό οι φανατικοί ειδωλολάτρες αποφάσισαν να τον σκοτώσουν (Θ.Η.Ε., τομ. 10,692).

Ο Ηρόδοτος (480-421 π.Χ.) δεν δίστασε να ασκήσει κριτική στο Μαντείο των Δελφών για ψεύτικους χρησμούς και στηλίτευσε την απαράδεκτη ιερή πορνεία (Ιστ. Ι. 199). Ο Αριστόδημος και ο Δημοσθένης περιγελούσαν επίσης τις ανόητες μαντείες του δελφικού μαντείου (P. Dech., ό.π.). Επίσης ο Επίχαρμος (530-440 π.Χ.) λοιδορούσε την αρχαία ειδωλολατρία, διότι αυτή θεωρούσε «τούς θεούς είναι ανέμους, ύδωρ, γήν, ήλιον, πύρ, αστέρες» (Στοβ. Ανθ. 91,92).

Ο Πίνδαρος (522-446π.Χ.) στα περίφημα ποιήματά του απογύμνωσε τους θεούς από τις μυθολογικές γελοιότητες που προσβάλουν το θείο, (Πινδ. Ολυμ. Θ΄35) και (P. Dech., ό.π., σελ. 7) και δεν έκρυβε τις μονοθεΐζουσες ιδέες του (Θ.Η.Ε., τόμ. 10, 393).

Ο Πρόδικος (5ος αιών π.Χ.) υποστήριξε με πάθος πως οι άνθρωποι της αρχαιότητας, λόγω πλάνης, θεωρούσαν ως θεούς ό,τι ήταν χρήσιμο για τη ζωή τους, όπως ο ήλιος, η σελήνη, τα ποτάμια οι πηγές, τα ζώα, κ.λπ. (Ξενοφ. Απομν. 11,3)

Ο Αντισθένης (414-365 π.Χ.) διακήρυξε πως ο Θεός είναι ένας και απόλυτα υπερβατικός για τον ανθρώπινο νου. Αποκήρυξε την θρησκεία της εποχής του γιατί οι θεοί της ήταν θεοποιηθέντες άνθρωποι! (Cicero de Nat. Deor. I,II, 13).

Ο Θεόφραστος (372-287 π.Χ.) ζήτησε να πάψουν οι ανόητες ζωοθυσίες, αφενός μεν από σεβασμό προς τα ζώα και αφετέρου, επειδή ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιες ταπεινές πράξεις (Θ.Η.Ε., τόμ. 6,415).

Ο Ευριπίδης (480-406 π.Χ.) χαρακτήρισε τις γελοίες για τους θεούς διηγήσεις των ποιητών «αοιδών δυστήνους λόγους» (Ευρ., Ηρακλ. Μαιν. 1346) και υποστήριξε πως «εί οι θεοί εισί κακοί ουκ εισί θεοί» (Ευρ., Βαλλεροφ. 23) με αποτέλεσμα να γίνει στόχος του φανατικού ειδωλολατρικού όχλου και να καταφύγει στη Μακεδονία!

Ο Σωκράτης (469-399 π.Χ.) υπήρξε σαφώς μονοθεϊστής. Κατά κανόνα ομιλούσε για Θεό και σπανιότατα ομιλούσε για θεούς. Στους μαθητές του δίδασκε διαφορετική θρησκευτική πίστη, γι’ αυτό καταδικάστηκε σε θάνατο ως «έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων».

Ο Πλάτων (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικά τον Όμηρο από την «Πολιτεία» του, διότι θεώρησε ότι οι ανήθικοί μύθοι για τους θεούς αποτελούν επιζήμια πρότυπα για τους νέους. Τόνισε εμφατικά ότι ο Όμηρος και ο Ησίοδος έπλασαν ψευδείς και ανάξιους μύθους για τους θεούς (Πολιτ. 368Α-383C). Αρνήθηκε ουσιαστικά την πατρώα ειδωλολατρική θρησκεία και προσηλώθηκε στην δική του ιδεατή θεότητα, το «Όντως Όν». Χαρακτηριστικά είναι τα εξής αποφθέγματα του μεγάλου φιλοσόφου, τα οποία προδίδουν τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις του: «Ο δή Θεός ημίν πάντων χρημάτων μέτρον άν είη μάλιστα» (Νομ. IV 716e), «Ομοιούσθαι Θεώ» (Πολ. 613Β), «Ο Θεός έχει ταίς χερσίν αυτού τήν αρχήν, το μέσον και το πέρας πάντων των όντων» (Νομ. Δ’ 713e).

Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.) όρισε το θείον ως «τό πρώτον κινούν ακίνητον», ως «Νόησιν Νοήσεως» και ως «Ζώον αΐδιον άριστον» (Μεταφ. 1072, Β’ 29) ορίζοντας έτσι την πίστη του σε μία υπερβατική αρχή. Υπεράσπισε την ενότητα της θείας ουσίας ως εξής: «ουκ πολυκοιρανίη εις κοίρανος» (Μεταφ. 1076Α). Αρνήθηκε κατηγορηματικά τις ανόητες περί θεών πίστεις της αρχαιοελληνικής θρησκείας και γι’ αυτό κατηγορήθηκε για αθεϊσμό!

Οι Στωικοί, ακολουθώντας την διδασκαλία του Ζήνωνα καθιέρωσαν την πίστη στον ένα Θεό και ερμήνευσαν τους μύθους του Ομήρου αλληγορικά (P. Nilsson, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας, Αθήναι 1977, σελ 304).

Αρνητές της αρχαιοελληνικής ειδωλολατρικής θρησκείας υπήρξαν ακόμα ο Καρνεάδης, ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος και όλοι οι σοφιστές, οι κυνικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι.

Το τελειωτικό κτύπημα στην αρχαία θρησκεία, το έδωσε ο Ευήμερος ο Μεσσήνιος (317-297 π.Χ.) ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία η οποία έγινε τελικά ευρέως αποδεκτή, πως οι θεοί της αρχαιοελληνικής θρησκείας ήταν κάποιοι επιφανείς άνθρωποι της παλιάς αρχαιότητας, τους οποίους οι άνθρωποι λόγω αμάθειας θεοποίησαν!

Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν του ο Άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυρας († 165 μ.Χ.) έγραφε πως «Οι μετά λόγου βιώσαντες χριστιανοί εισί, κάν άθεοι ενομίσθησαν, οίον εν Έλλησι μέν Σωκράτης καί Ηράκλειτος καί οι όμοιοι αυτοίς» (Ιουστ. Α΄ Απολ. α΄ 46,3, ΒΕΠΕΣ 3,186) και «Ουχ αλλότρια εστί τά τού Πλάτωνος διδάγματα τού Χριστού, όσα ούν παρά πάσι καλώς είρηται ημών τών Χριστιανών εστί» (Ιουστ. Β’ Απολ. 13,2-4, ΒΕΠΕΣ 3,207)! Ο Κλήμης ο Αλαξανδρεύς επίσης μίλησε περί «ειδικής αποκαλύψεως» από το Θεό στους αρχαίους Έλληνες σοφούς (Προτρεπτ. VI, ΒΕΠΕΣ 7,52)!

Αργότερα, με το έπος και την σπουδή των κλασικών ο Βυζαντινός αναλαμβάνει την ελληνική του καταγωγή, χωρίς να αισθάνεται πως κάτι τέτοιο βλάπτει την Χριστιανικότητά του, συνδυάζοντας φιλοσοφία και θεολογία και ανακηρύσσοντας θαρραλέα τους σοφούς της αρχαιότητας χριστιανούς προ του γράμματος! Συναρμόζοντας τους αρχαίους με τους μέσους αιώνες στην ψυχή τους, οι άνθρωποι της εποχής εκείνης απεργάζονται δυναμικά την ιστορική του έθνους συνέχεια, το σε όραμά τους θα ζωντανέψει στους νάρθηκες των Εκκλησιών, όπου ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης και οι άλλοι μεγάλοι του προχριστιανικού ελληνισμού θα ιστορηθούν με αμφίεση προφητών. Ο νεώτερος ελληνισμός, όπως άλλωστε και ο βυζαντινός που τον γέννησε δεν συνιστούν παράλληλα ή προδρομικά φαινόμενα των νεοτέρων χρόνων της Ευρώπης, αλλά συνιστούν, και εδώ έγκειται η εθνική μας ιδιορρυθμία, ανάπλαση και μεταστοιχείωση ενός και του αυτού λαού, από εσωτερική περίσσια και όχι από εξάντληση.

6. ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΝΕΟΠΑΓΑΝΙΣΜΟΥ

Όσο και αν διατείνονται οι «αρχαιολάτρες» ότι θέλουν να «αναστήσουν» τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό και μαζί την «πατρώα θρησκεία», οι ηγέτες τους ψεύδονται και οι οπαδοί τους τρέφονται με αυταπάτες. Ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και ιδιαίτερα η ειδωλολατρία των προγόνων μας, όπως είδαμε, δεν είχε τίποτε το στατικό και μόνιμο. Άλλος ήταν ο αθηναϊκός πολιτισμός, άλλος ο σπαρτιατικός, άλλος ο ιωνικός, άλλος της Μεγάλης Ελλάδος, άλλος της Μακεδονίας και άλλος της Ηπείρου. Διαφορετική ήταν η βίωση της θρησκείας στην Αθήνα, διαφορετική στην Σπάρτη, διαφορετική στην Ήπειρο, διαφορετική στην Κρήτη, διαφορετική στην Αρκαδία και διαφορετική στη Θράκη. Σημαντικές θεότητες μιας πόλης ήταν άγνωστες σε άλλες.

Για όλα μιλάνε οι «αρχαιολάτρες» εκτός από τον πολιτισμό ποιας πόλης και ποιας χρονικής περιόδου προσπαθούν να αναβιώσουν. Επίσης δεν μας λένε ποια μορφή της αρχαίας θρησκείας, ποιας πόλης και ποιας εποχής θέλουν να αναστήσουν. Όταν λένε «πατρώα θρησκεία», τι εννοούν; Η θρησκεία των Ακαρνάνων ή των Δολόπων ή των Αγραίων, για παράδειγμα, δεν είναι «πατρώα θρησκεία»; Δεν ήταν πρόγονοί μας αυτοί; Η φανατική λατρεία της αιγυπτιακής θεότητας Ίσιδος από τους Έλληνες στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια δεν είναι και αυτή «πατρώα θρησκεία», αφού υπήρξε για αιώνες κυρίαρχη θρησκεία των προγόνων μας; Ο μιθραϊσμός, η ηλιολατρία του Ιουλιανού και των ομοίων του, στα πρώτα βυζαντινά χρόνια δεν ήταν και αυτή «πατρώα θρησκεία»; Ο νεοπλατωνισμός, ο οποίος θέλησε να αναγεννήσει και να μεταλλάξει προς το πνευματικότερο την αρχαιοελληνική θρησκεία δεν υπήρξε επίσης προγονική θρησκεία;

Οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» πολύ μικρή σχέση έχουν με την αρχαία Ελλάδα. Καπηλεύονται ορισμένα επιλεκτικά στοιχεία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, όσα εξυπηρετούν τους στόχους τους, δηλαδή την εδραίωση του νεοαποκρυφιστικού παγανισμού. Απόδειξη ότι ουδέποτε αυτοί αναφέρονται στην αντιρρητική γραμματεία των αρχαίων συγγραφέων κατά της ειδωλολατρικής θρησκείας. Οι μονοθεΐζοντες σοφοί συγγραφείς Ξενοφάνης, Ηράκλειτος, Ευριπίδης, Πρωταγόρας, Πλάτων, Αριστοτέλης είναι τα «μαύρα πρόβατα» για τους νεοπαγανιστές, διότι οι μονοθεϊστικές αντιλήψεις τους θεωρούνται σαφώς αιρετικές, σε σχέση με την ειδωλολατρία που πρεσβεύουν!

Η επίθεση κατά της χριστιανικής πίστης

Κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εμφανίστηκαν δεκάδες οργανώσεις νεοπαγανιστών με εμφατικά ονόματα. Κυκλοφορεί πληθώρα «αρχαιολατρικών» περιοδικών, τα οποία κατέκλυσαν την αγορά. Φανατικοί «ελληνολάτρες» αναπτύσσουν τις απόψεις τους στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, δαιδαλώδεις ιστοσελίδες παγανιστικού περιεχομένου κατακλύζουν το διαδίκτυο, αμέτρητες εκδόσεις σχετικών βιβλίων γέμισαν τα ράφια και τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Διάφορες «σχολές» και λέσχες «κατηχούν» και ενημερώνουν τους προσήλυτους στον παγανισμό. Οργανώνονται εκδρομές προσκυνηματικού χαρακτήρα σε τόπους ιερούς των αρχαίων και συμμετέχουν σε παγανιστικές εορτές. «Στολίζουμε» λένε, «τους βωμούς των προγόνων μας με άνθη και πύλινα γεμάτα προσφορές (όσπρια, γάλα, κρασί, μέλι) και αναθήματα» (περ. Διιπετές 13 4/95,18).

Έχουν φτιάξει και τελετουργικό για τις παγανιστικές τελετές τους. Πολλά δρώμενα είναι κακέκτυπα χριστιανικών τελετουργιών. Επίσης έχουν συνθέσει ύμνους στους ψευτοθεούς τους, όπως ο μονότονος ύμνος της εορτής των «Πυρφορείων» «Δεύτε λάβετε φως…», παρμένος από τον γνωστό αναστάσιμο ύμνο της Εκκλησίας μας!

Απαιτούν επίμονα να αναγνωρισθούν η θρησκεία τους και οι τελετές τους. Έχουν συγκροτήσει και την «εκκλησία» τους. Έχουν συγκροτήσει επίσης το «κοινό» (συνομοσπονδία) των διαφόρων αρχαιολατρικών παγανιστικών οργανώσεων, με παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Μέσω αυτού συμμετέχουν στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εθνικών Θρησκειών» το οποίο ιδρύθηκε στις 24-6-1998 στην Βίλνα της Λιθουανίας.

Οι «αρχαιολάτρες» αυτοαποκαλούνται «έλληνες». Μονοπωλούν δηλαδή την εθνική μας ταυτότητα, την οποία επιχειρούν να αποστερήσουν από όλους τους μη παγανιστές. Τους χριστιανούς τους αποκαλούν ειρωνικά «ιουδαιοχριστιανούς», «εβραιογενείς εξουσιαστές» και «παραμυθολόγους του αποσυντεθέντος βυζαντινισμού». Τους προσάπτουν την κατηγορία ότι «οι αντιλήψεις των θρησκευτικών καθεστώτων των Ταλιμπάν, των Μουτζαχεντίν και του Ιράν δεν διαφέρουν από τις χριστιανικές ιδέες» (περ. Δαυλός, τ. 240/2001). Επίσης τόσο τους χριστιανούς όσο και όλους τους μονοθεϊστές τους αποκαλούν «γουρούνια» που κυλιούνται «πάνω στους ίδιους βόθρους με τα ίδια πάντοτε κόπρανα» (Διάλογος 16/99,11)! Τους κληρικούς τους αποκαλούν «εβραιόδουλους ρασοφόρους», «προσκυνημένους της Σιών» (περ. «Απολλώνειον Φως» Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998, σελ. 36), «εβραιόδουλους παυλιϊστές» («Ελευθεροτυπία» 26-10-1986), «στυγερούς πρωτογενίτσαρους ρασοφόρους» (Διιπετές. 13/95,15). Όταν αναφέρονται στο θεό των Χριστιανών τον αποκαλούν «εβραίο ζηλότυπο τιμωρό Ιεχωβά», «βλοσυρό Θεό» και το Χριστό, σκωπτικά, «σχισματικό εβραίο ραβίνο Γιεσουά», «σημιτικής καταγωγής δικτατορίσκο του ουρανού» (Διιπετές. 4/93,6) και ότι αυτός «αποτελεί την πιο τραγική μορφή της ειδωλολατρίας, αφού ως άνθρωπος κατέληξε να λατρευτεί ως θεός». (Ε. Αταβύριος, Μεγαρ. Τύπος 1-10-95)! Με ανάλογα επίθετα χαρακτηρίζουν τον απόστολο Παύλο και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Τους αποκαλούν «αποστεωμένα καχεκτικά μοντέλα», «εξ ανατολών ύαινες», «άγια ρεμάλια», «μελανειμονούντες» και «κοπρόψυχους» (Μεγαρ. Τύπος 17-9-95 και 8-10-95)! Την Εκκλησία μας αποκαλούν «Γιαχβική θεοκρατία» (περ. Δαυλός, τ. 240/2001) και «αδίστακτη πολιτική και οικονομική συντεχνία» (Ελλ. Φλόγα, 1/94,6). Το πιο αστείο από όλα είναι ότι αποκαλούν τους χριστιανούς, ούτε λίγο ούτε πολύ… ειδωλολάτρες, «λειψανολάτρες» και «οπαδούς» του πιο «χονδροειδούς φετιχισμού» (περ. Διιπετές, ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο)!!!

Οι νεοπαγανιστές, ακόμη, απειλούν και φοβερίζουν την Εκκλησία μας ότι «σύντομα θα υπάρξει ξεκαθάρισμα λογαριασμών» για την μακραίωνη «τυραννική δουλεία που ασκεί στον ελληνισμό»! Δεν δέχονται κανενός είδους πολύτιμη υπηρεσία της Εκκλησία μας προς το Γένος και τη χαρακτηρίζουν ως το «σάβανο του Ελληνισμού» (Μεγαρικός Τύπος 30-4-87)!

Κάθε τι το χριστιανικό τους ερεθίζει επικίνδυνα και προσπαθούν να το γκρεμίσουν (περ. Δαυλός τ. 239/2001). Απαιτούν κατεδάφιση των χριστιανικών ναών σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από τα ερείπια των αρχαιοελληνικών ιερών. Επιδιώκουν αλλαγή του συστήματος χρονολόγησης, επειδή έχει ως βάση το έτος γέννηση του Χριστού. Ήδη στα περιοδικά τους χρονολογούν από την πρώτη Ολυμπιάδα και από την γέννηση του Απολλωνίου Τυανέα! Ζητούν επίσης αλλαγή ονομασίας των μηνών και των ημερών της εβδομάδας. Ζητούν το χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας, κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας, κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών ως χριστιανική κατήχηση και την αντικατάστασή του με την κατήχηση της «πατρώας θρησκείας», απαγόρευση στους κρατικούς λειτουργούς να συμμετέχουν σε θρησκευτικές τελετές της Εκκλησίας, διακοπή μισθοδοσίας του ορθόδοξου κλήρου από το κράτος και άλλα πολλά. Τέλος θέλουν να ζητήσει η Εκκλησία δημόσια συγνώμη για τα… «ανείπωτα εγκλήματά της» κατά του Ελληνισμού! Ακόμα και τα χριστιανικά ονόματά τους αλλάζουν με αρχαιοελληνικά. Δεν θέλουν τίποτε να τους θυμίζει την πίστη του Χριστού!

Το Βυζάντιο είναι γι’ αυτούς «η πιο σκοτεινή και εφιαλτική περίοδος της ιστορίας» και δεν αναγνωρίζουν σε αυτό κανενός είδους πολιτισμικό επίτευγμα. Τονίζουν εμφαντικά πως «στην πνευματική παρακμή συντέλεσε καίρια η κυριαρχία της εβραϊκής αντιλήψεως της ζωής» (περ. «Απολλώνειον Φως» Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1998, σελ. 35). Ολόκληρη η χριστιανική τέχνη (ποίηση, λογοτεχνία, αρχιτεκτονική, ζωγραφική, μουσική, γλυπτική κ.λπ.) θεωρείται ως «έκτρωμα» και «πολιτισμική παρακμή» δίχως καμία αξία! Αποκαλούν δε τους σύγχρονους Έλληνες Χριστιανούς ως «βυζαντινόπληκτους ρωμιούς» (περ. Διιπετές, ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο)! Θέλουν όμως να αγνοούν εσκεμμένα (έχοντας το σκοπό τους), πως χάρη στο Βυζάντιο και το μεγάλο πολιτισμό του, διασώθηκε η αρχαιοελληνική μας κληρονομιά!

________________

συνεχίζεται

________________

Πηγή: φυλλάδιο της Αποστολικής Διακονίας