οι 52 δαίμονες της χαρτοπαιξίας (δ)

Posted: 01/05/2012 in χαρτοπαιξία, Αιρέσεις, μάγια

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

• Η υποδιαίρεση της χαρτοπαιξίας εις κατηγορίας!
• Πώς το κράτος ανέλαβε υπό την προστασίαν του την χαρτοπαιξίαν και τα τυχερά παιχνίδια εν γένει!
• Νόμοι και διατάξεις περί χαρτοπαιξίας και τυχερών παιγνιδιών!
Η χαρτοπαιξία διαιρείται εις 3 κατηγορίας δηλ. εις ΤΕΧΝΙΚΑ, ΜΙΚΤΑ και ΤΥΧΕΡΑ παιγνίδια.
(Α) ΤΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΙΝΑΙ
1) Μπριτζ
2) Γούϊστ
3) Πρέφα
4)Πικέτο
5)Μπεζίκι
6) Σκαμπίλι
7) Τριόμφο
8) Κοντσίνα
9) Ξερή
10) Πάστρα
11) Κιάμο
12) Σόλιο
13) Τριτσέτι
14) Πινάκι.
15) Κοΰπες
16) Τσιγκουέντο ή Ντόμινο
17) Εξήντα εξ ή είκοσάρι
18 Κιντίλιο
19) Αβησυνία
20) Ευρώπη
21) 21) Πινάκλ
Σύνολον 21 (είκοσι ένα).
(Β) ΤΑ ΜΙΚΤΑ είναι:
1) Πόκερ
2) Πόκα μέχρις επτά μετεχόντων προσώπων
3) Τουμπουκτου μέχρις επτά μετεχόντων προσ.
4) Χαρακίρι μέχρις επτά μετεχόντων προσ.
5) Μάους
6) Έκοφτε
7) Τριάντα ένα κλειστό ή ανοικτό
8) Ραμί δια δύο δεσμίδων παιγνιόχαρτων και ες τζοκευ
9) Κούμ -Καν
10) Ρώμα
11) Ρώμι
12) Πινάκλ
13) Μπάτσικα Αμερικανική
14) Τσογολί
15) Πινικάλι
17) Πινάκι δια μιας δεσμίδος παιγνιόχαρτων και δύο τζόκεϋ
18) Επτάρα
19 Ραμί δια μιας δεσμίδος παιγνιόχαρτων και δύο τζόκεϋ (Σύνολον (19) δεκαεννέα).

(Γ) ΤΑ ΤΥΧΕΡΑ παιγνίδια είναι:
1) Μπακαράς με εν ή δύο ταμπλώ
2) Σεμέν – ντε φέρ
3) Φαραώ
4) Λασκενέ
5) Τράντ -ε – Καράντ
6) Φράμπουλα ή Φραμπουαζ
7) Είκοσι ενα
8) Κιλίντζι
9) Χιλιάρα ή Καλκούτα
10) Είκοσι εξ
11) Ντούμ – ντούμ
12) Πασσέτα
13) Παπάς
Σύνολον (13) Δεκατρία).

Εν Ελλάδι παρ’ όλον, ότι η Νομοθεσία δεν επέτρεπε την χαρτοπαιξία και τα διάφορα άλλα τυχερά παιχνίδια, το Κράτος απεφάσισε δια του Νόμου 3717/1928 να κάνη μοναδική εξαίρεσιν του γενικού απαγορευτικού μέτρου και να επιτρέψει την ίδρυσιν του ΑΟΣΚ δηλ. «Αυτονόμου Οργανισμού προς αποκατάστασιν των σεισμοπαθών της επαρχίας Κορινθίας».
Έκτοτε δημοσιεύθηκαν πάμπολλες διαταγές, γνωματεύσεις, διατάξεις και άλλοι νόμοι, οι οποίοι εδημιούργησαν ένα σωρό «παράθυρα» δια την επέκτασιν της χαρτοπαιξίας και τυχερών παιχνιδιών στον τόπον μας. Ως αποτέλεσμα της «μοναδικής εξαιρέσεως» του 1928, σήμερα λειτουργούν διάφορα Καζίνα από την Πάρνηθα μέχρι Ρόδο και από την Κέρκυρα μέχρι Β. Ελλάδα κ.λ.π. κ.λ.π. Τα κέρδη, τα οποία θα προήρχοντο από την είσπραξη φόρων των χαρτοπαικτικών λεσχών, αντί να επουλώσουν τις πληγές του σεισμού, έφεραν νέον και χειρότερον ΣΕΙΣΜΟΝ, του οποίου οι ζημίες είναι απρόβλεπτες.
Δια να πεισθούν οι αναγνώστες μας ότι όλες οι κατά καιρούς διατάξεις κ.λ.π. περί περιορισμού της χαρτοπαιξίας αποτελούν απλώς φιλολογίαν, παραθέτουμε κατωτέρω μερικά μόνον δείγματα αυτής, παρά το γεγονός, ότι όλοι παραδέχονται τη μεγάλη ζημία και τις καταστροφές, τις όποιες προξενεί ή χαρτοπαιξία στον Λαό μας.

«Η ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΡΑ»

Και τώρα κρίνω καλόν να παραθέσω μια συζήτηση που είχα στο σπίτι μιας χαρτοπαίχτρας και την οποίαν δημοσίευσα τότε στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος». Έγραφα:
«Επισκέφθην γνωστήν μου, από παλαιότερα, οικογένεια, μήπως την ωφελήσω ψυχικά. Νέοι το ανδρόγυνο τότε, ηλικιωμένοι τώρα. Πτωχοί τότε, παραλήδες νυν. Στην επαρχία τότε, στο Κολωνάκι σήμερα. Η Κατοχή τους έφερε στην Αθήνα και η Μαύρη αγορά με τις κομπίνες και τις μπίζνες τους έφερε χρήμα με ουρά.
Ο σύζυγος πλεονέκτης, ζει για να δουλεύει. Η σύζυγος ματαιόδοξη, ζει για να ξοδεύει. Πασχίζει να φαίνεται αριστοκράτισσα, χωρίς και να τα καταφέρνη η πρώην χωριάτισσα.
—  Με κατέστρεψε, πάτερ, με τα χαρτιά της, είπεν ο σύζυγος. Θα είχα πέντε πολυκατοικίες. Χθες χαρτιά. Προψές χαρτιά. Απόψε χαρτιά. Μαζεύει τα βράδυα εδώ τους αλήτες και ξενυχτούν στην τράπουλα.
—  Ας λέγει, πάτερ, είπεν η σύζυγος. Είναι καθυστερημένος. Σήμερα ζούμε στην Αθήνα. Όλος «ο καλός» κόσμος και σ’ όλα «τα καλά» σπίτια παίζουν.
— Ποιος καλός κόσμος; Αυτοί οι αλήτες, που μου τους κουβαλάς εδώ και έκαμαν το σαλόνι χαρτοπαικτική λέσχη;
—  Καλέ! Αλήτες είναι ο Τοτός, που ήταν ανθυπασπιστής, η Νόλλη που εργάζεται σε Τράπεζα, η Πόπη, που έχει άνδρα στο εξωτερικό, και ο Λάκης που είναι βιομήχανος και βγάζει τούβλα; Άλλωστε εμείς παίζουμε για κέρδος; Απλώς για να σκοτώνουμε τον καιρό.
—  Είναι, παιδί μου, είπα, θηρίο ο καιρός και τον σκοτώνετε; Δεν έχετε ανώτερη απασχόληση να κάνετε και να τον χρησιμοποιήσετε για την ψυχή σας; Άκουσε. Από την καλή χρησιμοποίηση του χρόνου εξαρτάται η ευτυχία του παρόντος και του αιωνίου μέλλοντος.
— Ναι, πάτερ. Εγώ αν δεν έκανα την νύχτα μέρα, δεν θα έκανα λεφτά, είπεν ο κύριος. Ο χρόνος είναι χρήμα! «Φείδου χρόνου» δεν λέγει και το Ευαγγέλιο;
—Πρέπει, είπα, να φείδεται κανείς του χρόνου και να τον χρησιμοποιή για θεάρεστα έργα. Αν έκαναν οι μεγαλοκυρίες νυχτέρια όχι για πινάκλ, για πόκα και μπακαρά, αλλά για να πλέκουν φανέλες για το στρατό μας, πουλόβερ για τους τρεμάμενους γέροντας, να ράβουν επίσης ποδίτσες για τα ορφανά, να κεντούν προίκες για απροστάτευτες κοπέλλες, να επισκέπτονται ιδρύματα, να διαδίδουν, βιβλία και έντυπα Θρησκευτικά, θα πήγαιναν στην καρδιά του Παραδείσου.

—  Να ράψουν είπες και να πλέξουν; Είναι αχαΐρευτες. Ούτε ένα κουμπί δεν θέλει να ράψη η δική μου. Χαρτιά και μόνον χαρτιά. Και να κέρδιζε τουλάχιστον τίποτε! Είναι κουτουρνίθι και όλο χάνει. Την κλέβουν οι λωποδύτες στα χαρτιά.
—  Αλήθεια είναι αυτό, της είπα. Στο χαρτοπαίγνιον γίνεται κλοπή, κατόπιν κοινής συμφωνίας. Στα τυχερά παιγνίδια ο ένας είναι βλάκας και ο άλλος κλέφτης. Γι’ αυτό δε και ο αρχαίος Αριστοτέλης τους χαρτοπαίκτες τους αριθμούσε με τους ληστάς και τους κλέφτες.
«Ο κυβευτής (χαρτοπαίκτης), ο λωποδύτης και ο ληστής των ανελεύθερων εισί», λέγει. Μήπως δεν είχε ο συγχωρημένος δίκιο; είπε ο σύζυγος. Ξέρεις τι γίνεται με τον «καλόν» κόσμον , όπως τον λέγει η Κατίνα;
Στα «καλά» σπίτια του Κολωνακίου χώνονται μέσα και ύποπτα πρόσωπα. Είναι ολόκληρες παρέες, οργανωμένες συμμορίες, που μαδούν τα κοροΐδα. Προετοιμάζουν πρωτύτερα καταλλήλως το θύμα, που ήλθε από την επαρχία, σαν την Κατίνα, καλή ώρα. Όταν αποκτήσουν εμπιστοσύνη και φιλίαν, το καλούν στα μεγάλα σπίτια, για μια παρτίδα και εκεί με τα γλυκόλογα το γδύνουν, χωρίς καν να το παίρνη είδηση. Τα λέγω της Κατίνας , άλλα δεν ακούει.
Βρε γυναίκα, της λέγω, το χαρτί έκανε νοικοκυρόπουλα να ζητιανεύουν και επιχειρηματίες να αυτοκτονήσουν. Πέταξε παιδιά στο δρόμο, και κορίτσια στο ράφι. Έκλεισε ανθρώπους στη φυλακή και χάθηκαν τιμές. Και η Κατίνα, δυστυχώς, όλο χάνει.
—  Πάψε, που λες όλο χάνω. Δεν κέρδισα και πήρα το βραχιόλι και το καλοκαίρι στα λουτρά το μενταγιόν;
—  Άκουσε, παιδί μου, της είπα: «Του χαρτοπαίκτη, του ψαρά, του κυνηγού το πιάτο εννιά φορές είν’ αδειανό και μια φορά γεμάτο».
Κανένας απ’ το χαρτί δεν έκανε προκοπή. Αναρίθμητοι όμως πέσανε στην καταστροφή.
— Έχασε η Κατίνα, πάτερ, μια φορά 73.000 δρχ. και προ ήμερων 45.000 δρχ. και αφήνω τα λιγοστάρια.
— Πάψε να λες ανοησίες. Τότε, πάτερ, με παρέσυρε το χαρτί. Στην αρχή κέρδισα 105.000. Αλλα γύρισε το χαρτί. Και είναι αμαρτία να παίζουμε κανένα κατοστάρικο για το καλό του χρόνου;
— Για το κακό πες του χρόνου, διότι σε παρασύρη το χαρτί. Κανένας χαρτοπαίκτης δε αρχίζει από τα πολλά, άλλα απ’ τα μικροποσά φθάνει εις τα μεγάλα. Έπειτα μ’ αυτό το εκατοστάρικο μπορούσες να πάς στον Παράδεισο δίνοντας το στον πεινασμένο. Την Πρωτοχρονιά μόνον πόσοι Έλληνες έπαιξαν;
— Από τα 8 εκατομμύρια, είπε ο σύζυγος, ζήτημα είναι αν δεν έπαιξαν ελάχιστοι. Έβαζαν παρτίδα και στα βυζανιάρικα. Όλοι έκτος από σας που καλογερεύετε.
—Υπολογίστε, παιδί μου, μόνον από πέντε εκατοστάρικα, πόσα είναι.
—Είναι δισεκατομμύρια δραχμές, είπε ο σύζυγος.
— Αϊ! είπα. Μ’ αυτά θα μπορούσαν να σπουδάσουν χιλιάδες φτωχοί φοιτηταί, ή να παντρευτούν χιλιάδες ορφανές κοπέλες, που φεύγουν στη Γερμανία και χάνονται ή να μοιρασθούν εκατομμύρια χριστιανικά βιβλία και να φωτισθή το Πανελλήνιον. Πες μου.

Δεν αμαρτάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Διότι «ειδότι καλόν ποιείν και μη ποιούντι, αμαρτία αυτώ εστί». Και την κλοπή, που γίνεται στο χαρτοπαίγνιο δεν την λογαριάζουν για αμαρτία;
Παίρνουν το χρήμα του άλλου, χωρίς να κουρασθούν και φέρουν δυστυχία στο σπίτι τους αν χάσουν ή στην οικογένεια του άλλου αν κερδίσουν.
Πόσες οικογένειες θλίβονται την Πρωτοχρονιά; Αί! Δεν είναι αμαρτία; Δεν θα δώσουν λόγο στο Θεό;
— Είπατε, πάτερ, ότι το χαρτί φέρνει γκρίνια στο σπίτι. Μη πάς μακρυά. Εμείς τρώμε ποτέ γλυκό ψωμί με την Κατίνα; Μου άφησε τα παιδιά. Κολλάει στην τράπουλα και δεν τα φροντίζει, δεν τα ταΐζει, δεν τα διαβάζει, δεν τα Βγάζει, δεν την νοιάζει.
Παίρνω βέβαια υπηρεσίες, αλλά δεν τα πάει σαν μάνα ποτέ στην Εκκλησία. Έμειναν τα καημένα ακοινώνητα τα Χριστούγεννα. Αγρίεψαν. Χαρτοπαίζει τα Σαββατόβραδα και κοιμάται το πρωί. Πήγαινε τα παιδιά στην Εκκλησία της λέω. Νυστάζω μου λέει. Πήγαινε τα εσύ.
— Τα παιδιά, είπεν η κυρία, σήμερα είναι κακοκέφαλα. Τα ξυπνάς και δεν σ’ ακούνε.
— Γιατί στα χαρτιά σε ακούνε; είπε εκείνος.
— Παίζουν και τα παιδιά; ερώτησα.
— Τα έβγαλε ξεφτέρια.
— Σήμερα, είπεν η μητέρα, η επιστήμη λέει: να τα μάθης συ. Να μη τα μάθουν έξω.
— Ποια επιστήμη; την ερώτησα.
Το λέει ή κυρία Λούση, που έχει άνδρα μηχανικό.
— Είναι ένα χαρτόμουτρο εκείνη, πάτερ!…Μου πήρανε στο λαιμό τους τα παιδιά. 13 χρονών η κοπέλα μου και τα κόβει σαν μεγάλος. Και αν δεν της δώσω, σηκώνει την πολυκατοικία στο πόδι.
— Και συ της δίδεις;
— Αν δεν την χαρτζιλικώσω εγώ, της δίδει η μητέρα της
— Και η μητέρα που τα βρίσκει;
— Έκανα σφάλμα. Της έγραψα ένα μαγαζί και δύο διαμερίσματα.
— Επί τέλους! είπε νευριασμένη εκείνη, πάψε. Έχω και εγώ πάτερ ένα ελάττωμα. Δεν υποφέρεται η γκρίνια του με έκανε νευρασθενικά.
— Εγώ σε έκαμα, ή τα χαρτιά; Αν εγώ δεν είχα εσένα, θα ήμουν άγιος.
— Τα χαρτιά, είπα, πράγματι κάνουν νευρασθενικό τον χαρτοπαίκτη. Βλέπεις την αγωνία ζωγραφισμένη στα άνοιγμα των ματιών του, στο σφίξιμο των γρόθων του, στις συσπάσεις του προσώπου του, στην νευρικότητα του γενικώς. «Έμπα ψυχή και έβγα ψυχή» είναι.
Μοιάζει σαν τον ναυαγό, που παλεύει με τα κύματα της θάλασσας. Άλλοτε υψώνεται και άλλοτε καταποντίζεται. Οι διακυμάνσεις του χαρτιού σε επηρεάζουν. Τραντάζουν το εσωτερικό σου.
Τώρα χαίρεσαι και σε λίγο σκυθρωπάζεις και μελαγχολείς. Κόβεις χρόνια από τη ζωή σου, Βραδέως αυτοκτονείς και θα δώσεις λόγο στο Θεό, για την υγεία που έδωσε και συ την σπατάλησες.
— Έχει δίκαιο ο πάτερ, είπε ο σύζυγος. Με τα τσιγάρα και τους καφέδες συνέχεια έγινες νευροπαθής.
— Καπνίζετε, κυρία Κατίνα;
— Όχι, πάτερ. Κανένα μόνο όταν έχω ξένους εδώ. Αλλά δεν τον τραβάω μέσα τον καπνό.
— Τι κανένα! Μη λες ψέματα στον πάτερ. Καπνίζει σαν αράπης, φουγάρο και παπόρο είναι. Πετούμε τα αποτσίγαρα με το κάρο.
Έχει αϋπνίες. Λίγο ύπνο και εκείνον ταραγμένο. Κατήντησε μουσείο ασθενειών. Το βράδυ στα χαρτιά και την ημέρα στους γιατρούς γυρίζει. Θα την χώριζα. Αλλά είναι τα παιδιά στη μέση.
— Δεν επιτρέπεται διαζύγιο, είπα, «παρεκτός λόγου πορνείας»
— Πού ξέρω τι κάνει με αυτούς τους αλήτες, που παίζει. Εδώ όταν μαζεύονται λένε του κόσμου τα σόκιν και τα ξετσίπωτα, που ούτε στην Τρούμπα του Πειραιώς δεν λέγονται.
— Καλέ! Μουγκοί θα είμαστε; Θα πούμε και καμμιά κουβέντα.
— Τι κουβέντα μου λες. Να ακούς, πάτερ το στόμα αυτού του «καλού» κόσμου! Γίνεται οχετός. Σηκώνεται το τομάρι σου από τις βρωμολογίες τους. Και το κακό είναι πώς ακούνε και τα παιδιά. Αφήνω τις βλασφημίες. Κατεβάζουν όλους τους Αγίους, όταν χάνουν.
— Μπα! Είπα. Έχουν την αξίωση να κατέβουν οι Άγιοι να γίνουν χαρτοπαίκτες, και να τους φέρουν το χαρτί, που θέλουν αυτοί, για να κλέβουν τους άλλους; Και σεις πώς ανέχεστε να βλασφημούν τα θεία στο σπίτι σας; κάποτε και οι ίδιοι οι χαρτοπαίκτες δεν ηνείχοντο τον βλάσφημον. Πάνε χρόνια, που εδώ στην Αθήνα ήταν ένας δεινός χαρτοπαίκτης και πολύ βλάσφημος. Οι συμπαίκται του είπαν:
— «Αν ξαναβλαστημήσης. δεν θα σε ξαναπαίξουμε».
Τι έκανε τότε εκείνος ο διεστραμμένος; Έραψε μέσα στην τραγιάσκα του μια Εικόνα της Παναγίας, και όταν έχανε έχωνε τη μούρη του στην τραγιάσκα και την βλαστημούσε. Μια φορά όμως καθώς έτσι βλαστημούσε. του έδωσε το θαύμα η Παναγία. Στραβώθηκε και από τα δύο! Γύριζε κατόπιν τυφλός στους δρόμους των Αθηνών ζητιανεύοντας και διδάσκοντας με το πάθημα του και με τα λόγια του να μη χαρτοπαίζουν και να μη βλαστημούν.
— Γιατί, πάτερ, δεν στραβώνει και τούτους ο Θεός;
— Γιατί θα πρέπει πρώτα να στραβώση εσένα.
— Εμένα; Γιατί; Ποτέ δεν βλαστήμησα, ούτε τον εξαποδώ.
— Και όμως ανέχεσαι να γίνεται η αμαρτία στο σπίτι σου. Πώς θα ρθή η ευλογία του Θεού σ’ αυτό το σπίτι;
— Το βλέπω, πάτερ. Λες και μπήκε στο σπίτι μου ο σατανάς και λιχνάει. εγώ μαζεύω και αυτός σκορπάει. Κλονίζονται οι δουλειές μου.
— Εσύ παιδί μου, μόνο τις δουλειές και την υλικήν ζημία κοιτάζεις. Δεν νοιάζεσαι και για την ψυχική.
— Καθένας μας πάτερ, την ψυχή του την έχει χωριστά, είπε.
—Όχι ! Είστε ανδρόγυνο και την έχετε μαζί. Συ, σαν άνδρας, είσαι κεφαλή της γυναικός και έχεις ευθύνην. Έπρεπε να φροντίζης, όχι μόνον για τις δουλειές, άλλα και για τις ψυχές.
20
Τη δική σου, τη δική της και τις ψυχές των παιδιών και να είχες λάβει εξ αρχής τα μέτρα σου να μην απόκτηση το πάθος η σύζυγος. Φταις και συ.
— Ναι ! Αυτός φταίει, είπε η σύζυγος, Αυτός που μου έφερε εδώ τον ένα και τον άλλο, για τις δουλειές. Εγώ γυναίκα ήμουνα, από ένα «αθώο» χαρτοπαίγνιο στην αρχή φτάσαμε στην πόκα, και δεν συμμαζεύεται. Ο σκοπός είναι να μην αρχίσεις. Σε τραβάει το χαρτί, πάτερ.
—Πες, δεν θέλω να το κόψω.
—Αν θέλω λέει! Πες μου μόνον, πώς να το κόψω.
—Να κόψης τις παρέες, που σε παρασύρουν.
— Ναι. Αλλά ακοινώνητη θα γίνω; Τι θα πη ο κόσμος;
— Αν ξανάρθουν, μουρμούρησε ο σύζυγος θα τους πάρω με το σκουπόξυλο.
— Ο Θεός τι θα πή, της είπα. Τον κόσμο θα λογαριάσεις ή το Θεό; Το ξέρεις, παιδί μου, πώς είσαι αφορισμένη;
— Εγώ αφορισμένη:
— Ναι, συ! Αφορισμένη από τους Κανόνας 42ον και 43ον των Αγίων Αποστόλων. «Επίσκοπος, λέγουν, ή πρεσβύτερος ή διάκονος κύβοις σχολάζων (χαρτοπαίζων) ή παυσάσθω ή καθαιρείσθω. Υποδιάκονος ή αναγνώστης ή ψάλτης τα όμοια ποιών, ή παυσάτω ή αφοριζέσθω. Ωσαύτως και λαϊκός». Δηλ. αν δεν σταματήσουν, ο κληρικός θα καθαιρήται και ο λαϊκός θα αφορίζεται.
— Βαρεία δεν είναι η τιμωρία: είπεν η κυρία.

–  Μεγάλη είναι και η αμαρτία της χαρτοπαιξίας, ή μάλλον οι αμαρτίες, διότι χάνουν τα λεπτά και τον καιρόν τους που τους έδωσε ο Θεός να μπουν στον Παράδεισο. Κλέβουν, βλαστημούν, γίνονται κακό παράδειγμα, παραμελούν την προσευχή, τον εκκλησιασμό. Προξενούν στενοχώριες και γκρίνιες στο σπίτι τους και στα σπίτια των άλλων, καυγαδίζουν και τόσες άλλες αμαρτίες κάνουν. «Η περί το κυβεύειν σπουδή, λέγει ο Ι. Χρυσόστομος, βλασφημίας, ζημίας, οργάς, λοιδορίας και μύρια ετέρα τούτων δεινότερα πολλάκις ειργάσατο».

— Έχεις δίκιο, πάτερ, πρέπει να το κόψω, βοήθησε με, είπεν η Κατίνα.
— Η εξομολόγηση θα σε σώση. Από πότε έχεις να εξομολογηθείς; την ερώτησα
—Από το χωριό. Είχαμε ένα καλό παπά. Και εδώ είναι καλοί. Αρκεί να πάς με απόφαση , της είπα.
— Την παίρνω από τώρα και θα έλθω το συντομώτερο να με εξομολόγησης».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s