λεξιλόγιο των Ελλήνων

Posted: 08/04/2012 in Επιστήμη, Ελληνική γλώσσα

Ουτοπία : Αν και είναι όρος σαφέστατα ελληνικός, η λέξη αυτή δεν απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Είναι δημιούργημα του Τόμας Μορ (1480 – 1553) καγκελάριου της Αγγλίας αλλά και λόγιου της εποχής ο οποίος το 1515 συνέγραψε μονογραφία με τίτλο «ουτοπία» για να την αφιερώσει στον Έρασμο. Η λέξη απαρτίζεται από άλλες δύο λέξεις «ου» και «τόπος». Σημαίνει την απουσία εδάφους. Δηλαδή κάτι που είναι ανεδαφικό.

 

Άλιος / Ήλιος : Άλιος είναι ο δωρικός τύπος της λέξης ήλιος. Στην δωρική διάλλεκτο διατηρείται το πρωτογενές «α», π.χ. γυνά αντί γυνή. Ας σημειωθεί ότι στα σλοβακικά η γυναίκα λέγεται Ζήνα (gyna)! Άλιος είναι ο θαλάσσιος, ο προερχόμενος από την θάλασα.

Η κατάληξη -ιος σημαίνει προέλευση και κάποιες φορές και ιδιότητα. Προφανώς έβλεπαν οι νησιώτες τον ήλιο να ανατέλει από την θάλασσα και τον ονόμασαν θαλασσινό. Το άλιος ετυμολογείται από το ουσιαστικό (θυλ. γένους) άλς (με δασεία και οξεία) που δήλωνε την αβαθή θάλασσα. Το αρσενικό άλς ήταν το αλάτι. Το συνώνυμο της αλός, πέλαγος (από την ρίζα πελα- = ευρύς, πλατύς) αναφερόταν στην ανοιχτή θάλασσα, το επίσης συνώνυμο Πόντος (από το θέμα Ποντ- = περνώ) δήλωνε το θαλάσσιο πέρασμα (δες Ελλήσ – ποντος), η δε θάλασσα είχε γενική σημασία και αντικατέστησε βαθμιαία την λέξη αλς εξ΄αιτίας της ομωνυμικής σύμπτωσης των σημασιών «αλάτι» και «θάλασσα». Έτσι έμεινε μόνο ο άλς, το αλάτι που μας πρόσφερε την πανευρωπαϊκή λέξη σαλάτα και το σαλάμι.(Από το λεξικό του καθηγητή κ. Γ. Μπαμπινιώτη).

 

Αμάρυγμα : Σημαίνει την λάμψη ενώ συνώνυμό του είναι η λέξη μαρμαρυγή.

 

Αμεθεξία : το μη συμμετέχειν, η μή συμμετοχή. Αντίθετό του, η μέθεξις.

 

Έως – Έω (θυλ.) : Η έως είναι ο Αττικός τύπος αντί του ηώς ( Ιωνικός τύπος, με ψιλή) και σημαίνει την αυγή την ανατολή. Εξ’ ου και εωσφόρος ( ο φέρων την έως).

 

Αμαρτία : α (στερητικό) + μείρομαι. Αμαρτέω, αμαρτώ. Σημαίνει την αποτυχία, την αστοχία, το σφάλμα. «Η του αγαθού αποτυχία» (Δημητράκου, Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης). Για παράδειγμα ο Θουκιδίδης αναφέρει: δόξης αμαρτία = από εφαλμένη κρίση.

Στο Μέγα Λεξικόν Γραμματικής του Ν. Σηφάκη, εκδ. «βίβλος» αναφέρεται ότι αμαρτάνω σημαίνει αποτυγχάνω του σκοπού. Αμαρτάνω τινός = αποτυγχάνω, αστοχώ, στερούμαι. Ημάρτανον, ήμαρτον (αόρ. β’), ήμβροτον (ποιητ. αορ. β’). Αμαρτάνω = αποτυγχάνω του σκοπού.

 

Ακηδία : ( ακηδέω-ακηδώ ) δεν φροντίζω, αδιαφορώ.

 

Ακηρασία : αγνότης, καθαρότητα. Ακέραιος, απείρακτος.

 

Ακήνιον : ήσυχο ( το )

 

Αίθων : Ο καίων

 

Αρητήριον : τόπος προσευχής.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s