ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΟΤΙ ΛΥΣΙΤΕΛΗ ΚΑΙ ΟΤΙ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΕΙΣΙΝ ( γράφει ο Άγιος Νεκτάριος )

Posted: 05/09/2011 in Άγιοι, ορθόδοξα μηνύματα


α’. Mαρτυρίαι εκ των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Ιωαννης ο Δαμασκηνός ομιλών περί των υπό της Εκκλησίας τελουμένων ιερών μνημοσύνων εν τω λόγω αυτού «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» (τόμ. Α’. σελ. 585-595) αναπτύσσει θαυμασίως το περί μνημοσύνων κεφάλαιον ως εξής: «Ίδετε γαρ τι φησιν η θεία Γραφή. «Ώς Ιούδας ο Mακκαβαίος εν τη Σιών τη πόλει του Βασιλέως του Μεγάλου, οπηνίκα τεθανα-τωμένον είδε τον υπ»αυτών λαόν υπό των αλλοφύλων εχθρών, ερευ–νήσας αυτών τους κόλπους και τούτων ένδοθεν ευρών ειδωλεία, εξι-λασμόν αυτίκα υπέρ εκάστου τούτων προς τον εις οίκτον έτοιμον Κύ–ριον προσενήνοχε. πανευσεβώς ποιήσας και φιλαδέλφως λίαν», όθεν και παρά τη θεία Γραφή, ως εν πάσι, και εν τούτω τεθαύμασται. Οι δε γε μύσται και αυτόπται του λόγου, οι τον του κόσμου γύρον ζωγρήσαντες μαθηταί του Σωτήρος και θείοι Απόστολοι, επί των φρικτων και αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων μνήμην ποιείσθαι των πιστώς κοιμηθέντων εθέσπισαν, ο και κατέχει βεβαίως και λίαν, αναντιρρήτως η του Χριστού και Θεού απο περάτων μέχρι περάτων Αποστολική και Καθολική Εκκλησία έκτοτε μέχρι του νυν και της του κόσμου λήξεως άχρι, ουκ αλογίστως πάντως, ουδέ ματαίως, ουδέ εική και ως έτυχε, τούτο θεσπίσαντες. Ουδέν γαρ ανόνητον η των Χριστιανών απλανής θρησκεία παρείληφε και εις αιώνα κατέσχεν απαρασάλευτον, αλλά πάντα επωφελή και θεάρεστα και λίαν ονησι–φόρα, και σωτηρίας μεγίστης πρόξενα». «Mετά δε τούτον αύθις ο της θεολογίας επώνυμος θεορρήμων Γρηγόριος εν τω εις Καισάριον τον αδελφόν επιταφίω λόγω, περί της ιδίας μητρός, «Ηκούσθη, φησί, κήpυγμα πάσης ακοής άξιον, και μητρός πάθος κενούται δι υποσχέσεως καλής και οσίας δούναι τα πάντα τω παιδί τον εκείνου πλούτον υπέρ εκείνου δώρον επιταφιον,» και μεθ έτερα, «τα μεν ουν παρ’ ημών τοιαύτα, και τα μεν αποδεδώκαμεν, τα δε δώσομεν τας δι’ έτους προςφέροντες τιμάς τε και μνήμας, οίγε τω βίω περιλειπόμενοι.» Οράς πως βεβαιοί και καλάς και οσίας καλεί τας υπέρ των κατοιχομένων τω Θεώ προςαγωγάς και τας ετησίας μνήμας, ειςδέχεται; Είτα μετ’ αυτόν ο Χρυσορρήμων όντως και χρυσεπώνυμος Ιωάννης, ο της πτωχείας και της μετανοίας οδηγός και διδάσκαλος εν τη προς Φιλιππησίους αυτού και Γαλάτας θεοφεγγεί ερμηνεία. «Ει γάρ oι Έλληνες, φησί, συγκατακαίουσι τοις απελθούσι τα εαυτών, πόσω γε μάλλον σε τον πιστόν συμπαραπέμψαι δει τω πιστώ τα οικεία, ουχ ίνα τέφρα γένωνται, καθά εκείνα και ταύτα, αλλ’ ίνα μείζονα τούτο πεpιβάλης την δόξαν, και ει μεν αμαρτωλός ο τεθνηκώς ή, ίνα τα αμαρτήματα λύση, ει δε δίκαιος, ίνα πpοςθήκη γένηται μισθού και ανταποδόσεως,» και πάλιν εν ετέρω λόγω, «Eπινοήσωμεν, φησί, τοις απελθούσιν ωφέλειαν, δώμεν αυτοίς την προςούσαν βοήθειαν, ελεημοσύνας, λέγω, και προςφοράς, και φέρει τούτοις πολλήν το πράγμα την όνησιν, και μέγα το κέρδος και την ωφέλειαν, ου γαρ είκη και ως έτυχε ταύτα νενομοθέτηται, και τη του Θεού Εκκλησία υπό των αυτού πανσόφων μαθητών παραδέδοται, φημμί δη το επί των φρικτών μυστηρίων ευχήν πιείσθαι τον ιερέα υπέρ των εν πίστει κεκοιμημένων, ει μη ίσασιν αυτοίς πολύ το κέρδος εκ τούτου και πολλήν την ωφέλειαν.» Είτα συν τούτοις ο πάνσοφος αύθις Νυσσαέων Γρηγόριος ούτω φησίν, «ουδέν αλογίστως ουδέ ακερδώς υπό των του Χριστού κηρύκων και μαθητών παραδέδο–ται και εν τη του Θεού πανταχού εκκλησία διακεκράτηται, αλλά το πpάγμα επωφελές και θεάρεστον, το μνήμην δηλονότι ποιείν επί της θείας και παμφαούς μυσταγωγίας των εν ορθή πίστει κεκοιμημμένων. Το γαρ ειπείν ότι, συ αποδώσεις εκάστω κατά τα έργα αυτού, και θερίσει πάς τις, ο έσπειρε, και τα τούτων ακόλουθα, περί παρουσίας πάντως του κτίστου και της τότε φρικής αποφάσεως είρηται και της του κόσμου τούδε συμπερατώσεως. Tότε γαρ όλως βοη–θείας ουκ έστι καιρός, αλλά πάσα παράκλησις άπρακτος. της πανηγύρεως γαρ διαλυθείσης, ουκ έστι πραγματειας εμπόρευμα, που γαρ οι πένητες τότε; που λειτουργίαι; που ψαλμωδίαι; που ευποιίαι; Διό προ της ώρας εκείνης, αλλήλοις επικουρήσωμεν, και τω φιλαδέλφω και φιλανθρώπω και φιλοψύχω Θεώ, τα της φιλαδελφείας προσείσωμεν. Δέχεται γαρ ευ μάλα και τοις ασυμφθάστως και, οίον ειπείν, ανετοίμως εκδημήσασι, τας υπό των οικείων τούτοις προσφερομένας των υστερημάτων αναπληρώσεις, και εις έργον τούτοις και πράξιν λογίζεται. Θέλει γαρ ούτως ο φιλάνθρωπος Κύριος αιτείσθαι, και νέμειν τα των ιδίων κτισμάτων προς σωτηρίαν αιτούμενα, και τότε μάλλον αυτοίς ολικώς επικάμπτεται, ουχ όταν τις μόνον υπέρ ιδίας ψυχής αγωνίζεται, αλλ’ όταν και υπέρ του πέλας τούτο εργάζεται, εντεύθεν γαρ επί το θεομίμητον εκτυπούται, και τας ετέρων δωρεάς ως οικείας εξαίτει χάριτας, και της τελείας αγάπης τον όρον εμπερικλείει, και τον μακαρισμόν εκ τούτου πορίζεται και την ιδίαν συν τη του πέλας ευεργετεί ψυχήν ότι μάλιστα. Τι δε και δυσαχθές το πράγμα νενόμισται; Μη οτι την Φαλκονίλλαν η πρωτομάρτυς ουκ έσωσε μετά θάνατον; αλλ’ ίσως ερείς οτι αύτη κατ’ αξίαν επεί πρωτομάρτυς και ταύτης δέον εισακουσθήναι την δέησιν, εγώ δε προς τούτο φημι, καλώς η πρωτομάρτυς εκεί, σκόπει υπέρ τίνος η αίτησις, οτι περ υπέρ Ελληνίδος ειδωλολάτριδος τε, και πάμπαν ανιέρου και αλλοτρίας Κυρίου εργάτιδος, ενταύθα δε πιστός υπέρ πιστού προς τον αυτόν Δεσπότην, θες τοίνυν και εκ θατέρου εις θάτερον, ως αν το πράγμα εξισωθήσεται, και το διστάζον ουκ υπολειφθήσεται». Δέδεικται τοίνυν τη του Χριστού συνεργεία ότι περ γέγονε και εν τω άδη εξομολόγησις. Ταύταα δε φαμεν, ουχί την προφητείαν αvαιρούντες, μη γέvοιτο, αλλά δείξαι βουλόμενοι τον υπεράγαθον Kύριoν υπό της οικειας φιλανθpωπίας νικώμενον, ώσπερ και το, τη Νινευί, καταστραφήσετε, και αύτη ου κατέστραπται, αλλά νενίκηκε την κρίσιν η αγαθότης. Και εν τω Εζεκία, Τάξαι, φησί περί του οίκου σου, αποθνήσκεις γάρ συ και ου ζήση, και αυτός ουκ απέθανε. Και εν τω Αχαάβ, επάξω, φησί, κακά, και ουκ επήγαγεν, αλλ’ είπεν, ίδε πως κατενύγη Αχαάβ, διό ουκ επάξω εν ταις ημέpαις αυτού κακά αλλά και πάλιν την απόφασιν η αγαθότης υπερενίκησεν, ως και εν άλλοις πλείστοις κρίμασι, και εις αεί νικήσει μέχρι της εσχάτης ανταποδόσεως, όταν η λήξις της πανηγύρεως ήξει και βοηθείας ουκ έσται καιρός, αλλ’ άνθρωπος και το φορτίον αυτού νυν δε και καιρός πραγματείας, καιρός συναλλάγματος, καιρός κόπου, δρόμου και μόχθου, και μακάριος ο μη οκλάσας μήτε χαυνωθείς τη ελπίδι, μακαριώτερος δε, ο και υπέρ εαυτού και υπέρ του πλησίον αγωνισάμενος. Τούτο γαρ μάλλον και τερπει, και κατευφραίνει τον φιλοικτίρμονα Κύριον, τό σπεύδειν έκαστον εις την του πέλας βοήθειαν, τούτο και θέλει ο ελεήμων και βούλεται, ίνα υπ’ αλλήλων οι πάντες ευεργετώμεθα, και ζώντες και μετά θάνατον, ου γαρ αν ημίν αφορμήν εδεδώκει, το μνήμην επί της αναιμάκτου θυσίας ποιείσθαι των προλαβόντων και πάλιν τρίτα και ένατα και τεσσαράκοντα και τας ετησίους μνήμας και τελετάς, άτινα πάσης αντιρρήσεως άνευ η καθολική αυτού και Αποστολική Εκκλησια, και ο ταύτης θεοσύλλεκτος και πανευσεβής λαός απαρασάλευτα κατέχει και αδιάβλήτα, ει μη τούτο ευθές ην εν οφθαλμοίς αυτού. Πάντως γάρ ει χλεύη το πράγμα ην και ακερδές και ανόνητον, πολλών γεγονότων θεοφόρων αγίων πατριαρχών, πατέρων και διδασκάλων, ενέσκηψεν αν τούτων ενί καταπαύσαι την πλάνην, αλλ’ ουδείς τούτων ανατρέψαι τούτο ποτε δεδοκίμακε, μάλλον μεν ουν και κεκύρωκε κα οσημέραι το πράγμα επαύξεται και προστίθεται, πpοσθήκην επί προσθήκη δεχόμενον. Και αύθις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Ούκ εική ταύτα ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων, το επί των φρικτών μυστηρίων μνήμην γίνεσθαι των απελθόντων. Ίσασιν αυτοίς πολύ κέρδος γινόμενον, πολλήν την ωφέλειαν. Όταν γαρ εστήκη λαός ολόκληρος χείρας ανατείνοντες, πλήρωμα ιερατικόν, και πρόκειται η φρικτή θυσία, πως ου δυσωπήσωμεν υπέρ τούτων τον Θεόν παρακαλούντες; αλλά τούτο μεν περί των εν Πίστει παρελθόντων, οι δε κατηχούμενοι ουδέ ταύτης καταξιούνται της παραμυθίας, αλλ’ απεστέρηνται πάσης της τοιαύτης βοηθείας, πλην μιας τινος, ποιάς δη ταύτης; ένεστι πένησιν υπέρ αυτών (των κατηχουμένων) διδόναι, ποιείν τινα αυτοίς παραψυχήν το πράγμα, και γαρ παρ’ αλλήλων ημάς ωφελείσθαι βούλεται ο Θεός, διατί γαρ υπέρ ειρήνης και ευσταθίας του κόσμου εκέλευσεν εύχεσθαι; διατί περί πάντων ανθρώπων; καίτοι γε ενταύθα εν πάσιν εισι και λησταί και τυμβωρύχοι και κλέπται, και μυρίων κακών γέμοντες, αλλ’ όμως υπέρ πάντων ευχόμεθα, ίσως γαρ έσται τις αυτών επιστροφή, ώσπερ ουν υπέρ των ζώντων ευχόμεθα των ουδέν διαλλαττόντων των νεκρών, ούτως ένεστι και υπέρ εκείνων εύχεσθαι. Ο Ιώβ υπέρ των παίδων αυτού εποίει θυσίας, και απήλλαττεν αυτούς των αμαρτημάτων, μήποτε ενενόησαν, φησί, τι εν τη καρδία αυτών». (Χρυσόστομος Τομ ΙΑ. Σελ 217). Και αύθις, «Κλαίωμεν ουν τούτους (τους εν αμαρτίαις αποθανόντας), βοηθώμεν αυτοίς κατά δύναμιν, επινοήσωμεν αυτοίς τινα βοήθειαν, μικράν μεν, βοηθείν δε όμως δυναμένην. Πώς και τίνι τρόπω; Αυτοί τε ευχόμενοι και ετέρους παρακαλούντες ευχάς υπέρ αυτών ποιείσθαι, πένησιν υπέρ αυτών διδόντες συνεχώς. Έχει τινά το πράγμα ωφέλειαν» (αυτόθι). Και αύθις, «Έστι γαρ έστιν, εάν θέλωμεν, κούφην αυτώ γενέσθαι την κόλασιν. Αν ουν ευχάς υπέρ αυτού ποιώμεν συνεχείς, εάν ελεημοσύνην διδώμεν, καν εκείνος ανάξιος, ημάς ο Θεός δυσωπηθήσεται….Περίστησον χήρας….ειπέ τούνομα. Πάσας κέλευσον υπέρ αυτού ποιείσθαι τας δεήσεις και τας ικετηρίας….Ουκ εική προσφοραί γίνονται υπέρ των επελθόντων, ουκ εική ικετηρίας, ουκ εική ελεημοσύναι». (Τομ. ΙΑ. Σελ 174, 175, 217). Και εν ομιλία 41η. «Ει δε και αμαρτωλός απείλθε, και διά τούτο δε χαίρειν, οτι ενεκόπη τα αμαρτήματα, και ου προσέθηκε τη κακία, και βοηθείν, ως οιόν τε η, ου δάκρυσιν, αλλ’ ευχαίς και ικετηρίαις και ελεημοσύναις και προσφοραίς. Ου γαρ απλώς ταύτα επινενόηται, ουδέ εική μνήμην ποιούμεθα των απελθόντων επί των θείων μυστηρίων, και υπέρ αυτών πρόσιμεν, δεόμενοι του αμνού του κειμένου, του λαβόντος την αμαρτίαν του κόσμου, αλλ’ ίνα τις αυτοίς εντεύθεν γένηται παραμυθία. Ουδέ μάτην ο παρεστώς τω θυσιαστηρίω των φρικτών μυστηρίων τελουμένων βοά υπέρ πάντων των εν Χριστώ κεκοιμημένων και των τας μνείας υπέρ αυτών επιτελούντων. Ει γαρ μη υπέρ αυτών αι μνείαι εγένοντο, ουδ΄αν ταύτα ελέχθη. Ου γαρ εστι σκηνή τα ημέτερα, μη γένοιτο! Πνεύματος γαρ διατάξει ταύτα γίνεται». «Βοηθώμεν τοίνυν αυτοίς , και μνείαν αυτών επιτελώμεν. Ει γαρ τους παίδας του ιώβ εκάθαιρεν η του Πατρός θυσία , τι αμφιβάλλεις, ει και ημών υπέρ των απελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αυτοίς παραμυθία; Είωθε γαρ ο Θεός και ετέροις υπέρ ετέρων χαρίζεσθαι, και τούτο εδείκνυ ο Παύλος λέγων, «Ίνα εκ πολλών προσώπων το εις υμάς χάρισμα διά πολλών ευχαριστηθή υπέρ ημών». Μη δη αποκάμωμεν τοις απελθούσι βοηθούντες, και προσφέροντες υπέρ αυτών και αξιούντες ευχάς υπέρ αυτών τελείσθαι. Και γαρ το κοινόν της οικουμένης κείται καθάρσιον. Διά τούτο θαρρούντες υπέρ της Οικουμένης δεόμεθα τότε και μετά Μαρτύρων αυτούς καλούμεν, μετά Ομολογητών, μετά Ιερέων. Και γαρ εν σώμα εσμεν πάντες, καν λαμπρότερα μέλη μελών, και δυνατόν πάντοθεν συγγνώμην αυτοίς συναγαγείν, από των ευχών, από των υπέρ αυτών δώρων, από των μετ΄αυτών καλουμένων. Τι τοίνυν αλγείς, τι θρηνείς, οπότε τοιαύτην δυνατόν συγγνώμην συναγαγείν τω απελθόντι; Χρησοστόμ. Τομ. Β’ ομιλ. 41η Σελ. 525-526). Συμεών ο Θεσσαλονίκης απάντων εις την ερώτησιν «τας εξερχομένας ψυχάς ένας Άγγελος λαμβάνει ή πολλοί, και αν ελεύθεροι απέρχονται, και που πορεύονται»; λέγει, «Λαμβάνεται δε υπ’ Αγγέλων αύλων η ψυχή, άυλος ούσα κατά λόγων ορθόν και πρεπόντως, μάλλον δε κατά φύσιν, συγγενώς δε προς τα άυλα και οικείως οι Άγγελοι έχουσιν.» Αι ψυχαί δε πηγαίνουσιν, ως παρά των Αγίων εμάθομεν, εις τόπους αξίους της ζωής και πολιτείας αυτών, και αι μεν πορεύονται εις τον ουρανόν, όσαι δηλαδή και ζώσαι το πολίτευμα εν τοις ουρανοίς, ήγουν έζων εναρέτως, και θεαρέστως, αι οποίαι και μετά του σώματος ούσαι εφέρθησαν εις τους Ουρανούς, καθώς ο Παύλος αρπαχθείς εκείσε, εις τους Ουρανούς, διδάσκει με το να επεθύμει να αναλυθή από την ζωήν, δια να είναι μαζύ με τον Χριστόν, και δια να πληρωθή το ρητόν το λέγον «όπου ειμί εγώ, και αυτοί ώσι μετ’ εμού» το οποίον είπεν ο Κύριος, άλλαι δε ψυχαί εις τον Παράδεισον είναι κατά το ρητόν «σήμερον μετ’ εμού έσει εν τω παραδείσω» ώστε πρέπει να πιστεύσωμεν, οτι εκεί είναι και όλαι αι ψυχαί εκείνων, οι οποίοι εν μετανοία απέθανον καθώς και η του ευγνώμονος εκείνου ληστού ψυχή. Και δικαίως τούτο ότι, όσοι εμιμήθησαν διόλου τον Χριστόν εις την ζωήν των, πρέπει να συνευρίσκωνται με αυτόν τον Χριστόν, όστις εις τους Ουρανούς ανελήφθη, όσοι δε μετενόησαν καθώς ο ληστής και είναι εις τον παράδεισον, επειδή ο Χριστός και τον ουρανόν και την γην ήνοιξεν. «Αναλόγως δε, ήγουν αρμοδίως, εις την ζωήν κάθε ψυχή δέχεται και την παρηγορίαν από τον Θεόν, όλαι δε είναι ατελείς κατά την απόλαυσιν, έως έλθη ο Κύριος, καθώς διδασκόμεθα, «ίνα μη χωρίς τελειωθώσι, καθώς λέγει ο Παύλος, «και ούτοι πάντες τελειωθέντες διά της πίστεως ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν». Αι δε των Αμαρτωλών και των απίστων ψυχαί ομοίως πρέπει να πιστεύωμεν ότι εις τον άδην είναι εις τόπους σκοτεινούς και θλιβερούς, καθώς και αι των αγίων εν τω Ουρανώ, και κατ’ αναλογίαν των αμαρτιώντων, και της απιστίας των υπό των δαιμόνων εξουσιάζονται και τυραννούμενοι καταθλίβονται, δεν παρεδόθησαν όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν, επειδή ακόμη δεν ηνώθησαν με τα σώματά των, με τα οποία και εξήμαρτον, ουδέ ο Κύριος ακόμη ήλθεν εξ ουρανού, ο οποίος θέλει κρίνει όλους, και θέλει αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού, αλλά μήτε κόλασις είναι προτέρα, εις την οποίαν αι αμαρτωλαί ψυχαί εμβαλλόμεναι και τιμωρούμεναι κατά το μέτρον της κακίας των θέλουν ελευθερωθή ποτε από την τιμωρίαν, καθώς τινες δοξάζουσιν. Ειδέ και ο θείος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει, οτι αι ψυχαί εις την φλόγα τιμωρούνται, νοητώς τούτο λέγει, και οτι είναι ως δέσμιοι αι ψυχαί αι αμαρτωλαί εις κάποιον τόπον, ως καταδεδικασμέναι και θλιβόμεναι, και ότι με το πυρ της συνειδήσεως φλέγονται, και οτι χάριν Θεού δεν έχουσι, και οτι υπό δαιμόνων καταθλίβονται, και υπό δαιμόνων οδύνωνται και ταλαιπωρούνται τιμωρούμεναι τω συνειδότει, καθώς και ο Χρυσορρήμων λέγει εν τη Ερμηνεία των πράξεων, «και το μη παρακαλείσθαι και απεκδέχεσθαι την τελευταίαν εκείνην κόλασιν», όλα ταύτα ως νοητώς λεγόμενα πρέπει να τα εκλάβωμεν, εάν λοιπόν και μερικοί ημάρτησαν μετρίως, φθάνει μόνον να εξήλθον με μετάνοιαν από την ζωήν, και δια μέσου της Ιερωτάτης θυσίας, και των ευεργεσιών και ελεών και λοιπών άλλων ειμπορούν να επιτύχουν ελευθερίαν και προτού να έλθη ο κριτής. Τούτο και η Εκκλησία δεχομένη κάμνει τας προσευχάς και θυσίας δια τους κεκοιμημένους, και πολλοί τούτο μαρτυρούσι και μάλιστα οι λυόμενοι και μετά θάνατον από τον δεσμόν της τιμωρίας του αφορισμού, ωσάν όπου βλέπομεν δια των δεήσεων λύονται τα σώματά των. «Όθεν δια τούτο την μεν φλόγα του πλουσίου εκείνου του Ευαγγελίου ας την εννοήσωμεν δια την τιμωρίαν της συνειδήσεως και την στέρησιν της χάριτος του Θεού, το δε οτι έβλεπεν από μακράν τον Αβραάμ τον μακρυσμόν του από τον Θεόν, σημαίνει και την τιμωρίαν και θλίψιν, όπου πάσχει από τους δαίμονας, δεν παρεδόθη όμως ακόμη εις την τελείαν κόλασιν. Επειδή είπεν ο Κύριος οτι είναι εν τη γεένη ο πλούσιος, πρέπει και να πιστεύσωμεν οτι είναι και εις την κόλασιν, και οτι είναι εις τας ψυχάς των αμαρτωλών κόλασις αιώνιος και αρραβών της μελλούσης κολάσεως, πλην από όσον εμπορούμεν να εννοήσωμεν από τας γραφάς με το να μη είναι ακόμη ο διάβολος με τους δαίμονας υποκάτω από τα δεσμά, και εις το πυρ το ητοιμασμένον εις αυτούς, αλλ’ ακόμη ενεργούσι την κακίαν των εις τον κόσμον, και με τον να μην έγεινεν ακόμη τελεία απόφασις, το «πορεύεσθαι απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον». «Από αυτά λοιπόν πρέπει να συμπεράνωμεν οτι αι ψυχαί των αμαρτωλών δεν παραδίδονται τώρα εις την τελείαν κόλασιν, και θέλει είναι όχι όμως εις την τελείαν, και μήτε δι’ αυτήν την κατά μέρος κόλασιν θέλει ελευθερωθή από την τελείαν, καθώς οι Λατίνοι διά το πουργατόριον φρονούσι, και δηλόν τούτο από το ακόλουθον. Λέγων ο Αβραάμ οτι είναι χάσμα μέγα αναμέσον των αμαρτωλών και των δικαίων, το αδύνατον παρασταίνει της ενώσεως, και οτι δεν δύναται να υποστρέψει πλέον εις τους ζώντας, και σωθή δια της μετανοίας, επειδή η εν τω άδη μετάνοια δεν σώζει, αλλά, καθώς δοξάζομεν οτι ακόμη δεν ευρίσκουσι τελείαν δοκιμήν κολάσεως, έως ου φθάση εις καθένα το τέλος και έλθη πάλιν ο Κύριος, θέλει δε είναι υπό δεσμόν και οδύνην το άυλον πνεύμα εις την γέεναν κατά λόγον πρέποντα, και το μανθάνομεν από τας αγίας γραφάς, πλην και εξ όσων συμβαίνουν εδώ εις ημάς, δύναται έκαστος να γνωρίση και στοχασθή διά τα μέλλοντα.

λβ’. Μαρτυρίαι εκ των θείων λειτουργιών

Εν τη Αγία Λειτουργία του Αποστόλου Μάρκου φέρεται η εξής υπέρ των κεκοιμημένων ευχή. «Και τούτων (υπέρ ων προσεκόμισε και εδεήθη) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων Σου σκηναίς, εν τη βασιλεία Σου, χαριζόμενος αυτοίς και τας επαγγελίας Σου, ανεκλάλητα αγαθά, α οφθαλμός ουκ είδε, και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασας, ο Θεός, τοις αγαπώσι το όνομά Σου το άγιον. Αυτός μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας Ουρανών αξίωσον,» και εν ετέρω, «και εν τη σήμερον την υπόμνησιν ποιούμεθα.» Εν δε τη Αγία λειτουργία του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, εν τω δευτέρω διπτύχω μετά την ανάμνησιν των Αποστόλων, Προφητών, και λοιπών Αγίων, φέρεται. Μνήσθητι Κύριε ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν Ορθοδόξων, εκεί αυτούς ανάπαυσον, εν χώρα ζώντων εν τη βασιλεία Σου, εν τη τρυφή του Παραδείσου, εν τοις κόλποις Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, των Πατέρων ημών, ένθα απέδρα οδύνη και στεναγμός, ένθα επισκοπεί το φως του προσώπου Σου και καταλάμπει δια παντώς …. Δος γενέσθαι την προσφοράν ημών ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην εν πνεύματι αγίω, εις εξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και των του λαού αγνοημάτων, και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών». Επίσης και εν τη θεία λειτουργία του Κλήμεντος (Μαθητού του Αποστόλου Πέτρου) Πάπα Ρώμης αναγινώσκομεν. «Έτι δεόμεθά Σου, Κύριε, και υπέρ της αγίας Σου Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων … έτι προσφέρομέν Σοι και υπέρ πάντων των απ’ αιώνως Σοι ευαρεστησάντων Αγίων, Πατριαρχών, Προφητών, Δικαίων, Αποστόλων, Μαρτύρων, Ομολογητών, Επισκόπων, Πρεσβυτέρων, Διακόνων, Υποδιακόνων, Αναγνωστών, Ψαλτών, Παρθένων, λαικών, και πάντων, ων αυτός επίστασαι τα ονόματα.», (ο δε Διάκονος παρακελεύεται τον λαόν, όπως συνδεηθή «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»). Επίσης και εν ταις θείαις λειτουργίαις του Αγίου Βασιλείου και του Αγίου Ιωάννου μνεία γίνεται των κεκοιμημένων. Του Αγίου Ιωάννου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων, και πάντων Σου των Αγίων, ων ταις ικεσίαις επίσκεψαι ημάς ο Θεός, και μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και ανάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως του προσώπου Σου». (Ενταύθα ο Ιερεύς μνημονεύει ζωντων και τεθνεώτων, ων θέλει, και υπέρ ων παράκλησιν έλαβεν, υπέρ δε των τεθνεώτων λέγει). Υπέρ αναπαύσεως και αφέσεως της ψυχής του δούλου Σου (δείνος) εν τόπω φωτεινώ, ένθα απέδρα λύπη, και στεναγμός, ανάπαυσον αυτόν ο Θεός ημών».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s