ο Αγιος Νεκτάριος για τα μνημόσυνα

Posted: 28/06/2011 in Άγιοι

ΠΕΡΙ TΩΝ ΕΤΗΣΙΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η Eκκλησία τελεί ετήσια μνημόσυνα υπέρ των τέκνων αυτής των μη τυχόντων των νενομισμένων, και στερηθέντων της εκ τούτων ωφελείας διά το αποθανείν αυτά είτε εν ξένη γη, εν θαλάσση, είτ’ εν ερήμω. Ώδε εκτίθενται οι λόγοι οι εν τω Tριωδίω, δι ους η Εκκλησία τελεί το υπέρ των κεοιμημένων μνημόσυνον τω Σαββάτω τω πρό της απόκρεως, όπερ και πρώτον λέγεται, (κοινώς ψυχοσάββατον).

α’. Περί του πρώτου ψυχοσαββάτου. Υπόμνημα περί του πρώτου ετησίου μνημοσύνου.

«Τη αυτή ημέρα μνείαν ποιείσθαι των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν». «Αμνημόνησον πταισμάτων νεκροίς,, Λόγε, τα Χρηστά νεκρά σπλάγχνα σου μή δεικνύων». «Επειδή τινες άωρον πολλάκις επί ξένης υπέστησαν θάνατον εν θαλάσση τε και αβάτοις όρεσι, κρημνοίς τε και χάσμασι, καί λοιμοίς, και λιμοίς, και πολέμοις και εμπρησμοίς, και κρυμοίς, και άλλους παντοίους θανάτους υπομεμενηκότες, ίσως και πένητες όντες και άποροι και των νενομισμένων ψαλμωδιών και μνημοσύνων ουκ έτυχον, φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι κοινώς τούτων μνείαν απάντων την καθολικήν Εκκλησίαν ποιείσθαι εθέσπισαν, από των Ιερών Αποστόλων διαδεξάμενοι, ίνα και οι των νενομισμένων ανά μέρος διά τινος συμβάντος μη τετυχηκότες, τη νυν κοινή μνεία κακείνοι περιλαμβάνοιντο δεικνύντες ως και τα υπέρ αυτών γινόμενα μεγάλην αυτοίς προξενεί την ωφέλειαν. Καθ’ ένα μέν ουν τρόπον ούτως η του Θεού Εκκλησία μνείαν επιτελεί των ψυχων, δεύτερον δέ, επειδή την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν θείναι τη επαύριον έμελλον, αρμοζόντως και των ψυχών μνημονεύουσιν. Ωσανεί τον φοβερόν Κριτήν καί απαραλόγιστον ιλεούμενοι τη συνήθει προς αυτάς χρήσασθαι συμπαθεία, και τη επηγγελμένη ταύτας κατατάξαι τρυφή. Άλλως τε και την του Αδάμ εξορίαν οι άγιοι μέλλοντες τη εσομένη εκθείναι Κυριακή, ώσπερ τινα κατάπαυσιν προσεπινοούσι, και τέλος παντων των καθ’ ημάς δια της παρούσης νυν καταπαύσεως, ίνα εκείθεν ως απ’ αρχής άρξωνται, το γαρ ύστατον των παρ’ ημίν πάντων, η των βεβιωμένων παρά του αδεκάστου Κριτού έσται εξέτασις, και ίνα τους ανθρώπους διά τούτων φοβήσαντες, προς τους της νηστείας αγώνας ποιήσωσιν ευχερείς. Εν Σαββάτω δε την των ψυχων μνείαν ποιούμεθα, ότι το Σάββατον κατάπαυσιν σημαίνει Εβραιστί και των τεθνεώτων τοίνυν, ως των βιωτικών και των λοιπών απάντων καταπαυσαμένων, καν τη καταπαυσίμω των ημερών τας υπέρ αυτών δεήσεις ποιούμεθα, ο δη και επί παν κεκράτηκε γίνεσθαι Σάββατον. Το δε γε νυν καθολικώς μνημονεύομεν υπέρ παντός δεόμενοι ευσεβούς, ειδότες και γαρ οι Θείοι Πατέρες, ως τα υπέρ των κεκοιμημένων γινόμενα Μνημόσυνα, λέγω ελεημοσύναι και λειτουργίαι, και ιδίως και κοινή την Εκκλησίαν τούτο ποιείν επιτρέπουσι, παρά των Αγίων Αποστόλων τούτο παραλαβόντες, ως είρηται, καθ’ α και ο Αρεοπαγίτης φησί Διονύσιος». Εν τω Η’. Βιβλίω των Αποστολικών διαταγών εν κεφαλαίω μα’. Υπάρχει προσφώνησις υπέρ των κεκοιμημένων έχουσα ώδε: «Υπέρ του αναπαυσαμένου εν Χριστώ αδελφού ημών δεηθώμεν, όπως ο φιλάνθρωπος Θεός, ο προσδεξάμενος αυτού την ψυχήν, παρίδη αυτώ παν αμάρτημα εκούσιόν τε και ακούσιον, και ίλεως και ευμενής γενόμενος, κατατάξη εις χώραν ευσεβών ανειμένων εις κόλπον Αβραάμ, και Ισαάκ, και Ιακώβ μετά πάντων των απ’ αιώνως ευαρεστησάντων και ποιησάντων το θέλημα αυτού. Όθεν απέδρα οδύνη λύπη και στεναγμός». Και αύθις, «Αυτός και νυν έπιδε επί τον δούλον σου τον δε, ον εξελέξω και προσελάβου εις ετέραν λήξιν και συγχώρησον αυτώ ει τι εκών ή άκων εξήμαρτε και Αγγέλους ευμενείς παράστησον αυτώ και κατάταξον αυτόν εν τω κόλπω των Πατριαρχών και των Προφητών και των Αποστόλων, και πάντων των απ’ αιώνως σοι ευαρεστησάντων, όπου ουκ ένι οδύνη, λύπη και στεναγμός, αλλά χορός ευσεβών ανειμένος και γη ευθεία συνανειμένη και των εν αυτή ορώντων την δόξαν Χριστού κτλ.» Εν δε τω μβ’ κεφ. υπάρχει διάταξις περί του πως δει και πότε γίνεσθαι τας των κοιμηθέντων πιστών μνείας, και οτι εκ των υπαρχώντων αυτοίς δει παρέχεσθαι πένησι, έχουσα ώδε: «Επιτελείσθω δε τρίτα των κεκοιμημένων εν ψαλμοίς και αναγνώσεσι και προσευχαίς διά τον διά τριών ημερών εγερθέντα, και ένατα εις υπόμνησιν των περιόντων και των κεκοιμημένων, και τεσσαράκοντα κατά τον παλαιόν τύπον. Μωσήν γαρ ούτως ο λαός επένθησε, και ενιαύσια υπέρ μνείας αυτού, και διδόσθω εκ των υπαρχόντων αυτού πένησιν εις ανάμνησιν αυτού». Εν δε μγ’. κεφαλ. λέγονται τα εξής περί των εν ευσεβεία τελευτησαντων, οτι τους ασεβείς τελευτώντας ουδέν ωφελούσι μνείαι η εντολαί. «Ταύτα δε περί ευσεβών λέγομεν, περί γαρ ασεβών, εάν τα του κόσμου δως πένησιν ουδέν ονήσεις αυτόν, ω γάρ περιόντι εχθρόν ην το θείον, δήλον οτι και μεταστάντι, ου γαρ εστιν αδικία παρ’ αυτώ, δίκαιος γαρ ο Κύριος και δικαιοσύνας ηγάπησε και ιδού άνθρωπος και το έργον αυτού». Εν τώ συγγράμματι τού Αθανασίου του Παρίου αναγιγνώσκομεν τα εξής: «Ουκ οίμαι θαυμαστόν είναι, όπερ ο νομομαθής και προφητοδίδακτος Ιούδας ο Mακκαβαίος περί αθανασίας της ψυχής καλώς εφρόνει. Το θαυμαστόν δήπου εκείνο εστιν, ότι άπαντα σχεδόν τά έθνη πεπεισμένα εστίν, ότι παρά ταύτην και άλλη τις εστι ζωή τέλος μη έχουσα. Και τις των πάλαι σοφών, ότι μεγίστην έχει δύναμιν έφασκε παρ’ ημίν, περί της των ψυχών αθανασίας η ομοφωνία των ανθρώπων εκείνων, ότι τινές η φοβούνται η τιμώσι τους καταχθονίους. Μαρτυρεί δε και ο Mακρόβιος, ακριβής ανιχνευτής της αρχαίας σοφίας, ότι κοινή ην γνώμη την ψυχήν ουχ ήττον αθάνατον είναι ή ασώματον. Εν όλη τη Αμερική τη τε προς Βορράν, τη τε προς Νότον η ιδέα μιας άλλης ζωής πη μεν μάλλον, πη δ’ ήττον καθαρά, το θεμελιον έστι της εαυτων θρησκείας, τουτ’ αυτο ειρήσθω και περί πάντων των της Αφρικής αγρίων λαών, των της Σιβηρίας, των Σαμοιέδων, των Σκυθών. Άπαντα τα βάρβαρα ταύτα έθνη τους εαυτών νεκρούς ενταφιάζουσι μετά παρασκευών τοιούτων, αι το χρήσιμον εαυτών εις έτερων βίον επιδεικνύονται, και υπέρ αυτών ετησίως δέονται». Το πνεύμα, και ο τρόπος και ο λόγος της δεήσεως της Εκκλησίας εμφαίνονται έντε ταις ευχαίς και τοις τροπαρίοις των μνημοσύνων, τα οποία αντιγράφομεν ώδε. α’.) «Των απ’ αιώνος σήμερον νεκρών απάντων κατ’ όνομα μετά πίστεως ζησάντων ευσεβώς μνήμην τελούντες οι πιστοί τον Σωτήρα και Κύριον ανυμνήσωμεν αιτούντες εκτενώς τούτους εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δούναι αυτώ τω Θεώ ημών τω πάσαν κρίνοντι την γην, της δεξιάς αυτού παραστάσεως τυχόντες εν χαρά, εν μερίδι Δικαίων, και εν αγίω κλήρω φωτεινώ, και αξίους γενέσθαι της ουρανίου βασιλείας αυτού». β’.) «Ο εν τω οικείω αίματι Σωτήρ βροτούς εκπριάμενος, και θανάτω Σου θανάτου του πικρού εκλυτρωσάμενος ημάς και ζωήν την αιώνιον παρασχών τη αναστασει Σου ημίν, πάντας ανάπαυσον, Kύριε, τους κοιμηθέντας ευσεβώς, ή εν ερήμοις, ή πόλεσιν, ή εν θαλάσση ή εν γη, ή εν παντί τόπω, Βασιλείς τε, Ιερείς, Αρχιερείς, Μοναστάς καί μιγάδας, εν ηλικία πάση παγγενεί, και αξίωσον αυτούς της ουρανίου βασιλείας σου». γ’.) «Τη εκ νεκρών εγέρσει Σου Χριστέ ουκέτι ο θάνατος κυριεύει των θανόντων ευσεβώς, διό αιτούμεν εκτενώς τους Σους δού-λους ανάπαυσον εν αυλαίς Σου καί εν κόλποις Αβραάμ, τους εξ Αδάμ μέχρι σήμερον λατρεύσαντάς Σοι καθαρώς πατέρας καί αδελφούς ημών, φίλους ομού και συγγενείς, άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα καλώς και προς Σε μεταστάντα πολυειδώς καί πολυτρόπως ο Θεός, και αξίωσον τούτους της ουρανίου βασιλείας Σου». Η δε αίτησις έχει ώδε: « ‘Eλέησον ημάς, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου, δεόμεθά Σου, επάκουσον, και ελέησον. Έτι δεόμθα υπέρ μακαρίας μνήμης καί αωνίου αναπαύσεως πάντων των κεκoιμημένων ευλαβών και ορθοδόξων Χριστιανών, βασιλέων, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μοναζουσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων και προπάππων, εκ των απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων και υπέρ του συγχωρηθήναι αυτοίς παν πλημμελημα εκούσιόν τε και ακούσιον» . (Έπειτα αι συνήθεις ευχαί).

β’. Περί του δευτέρου ετnσίου μνημοσύνου.

Το δεύτερον ετήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημενων η Εκκλησία τελεί λίαν καταλλήλως ημέρας 9 μετά την Ανάληψιν του Σωτήρος Χριστού, ήτoι τω Σαββάτω τω προ της Πεντηκοστής του Πάσχα, ο «ψυχοσάββατον» επίσης καλείται, ως το προ της Κυριακής των Απόκρεων Σάββατoν «πρώτον ψυχoσάββατον». Κατα την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών, και αιτείται παρά Χριστου του Θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξιά καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω Πάσαν κρινοντι την Γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων, και κλήρω φωτεινώ αγίων, και γείνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλίας κληρονόμοι. Η Εκκλησία δεομένη υπέρ πάντων των από Αδάμ μέχρι σήμεpον ευσεβώς κοιμηθέντων εύχεται ουχί βεβαίως μόνον υπέρ Χριστιανών, διότι ουδείς Χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλ’ υπέp πάσης ψυχής παντός γένους βροτών εναρέτως βιωσάσης είτε εν νόμω, είτε εν ακροβυστία, εύχεται δ’ εν τοις τροπαρίοις, ίνα «άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα πιστώς και προς Θεόν μεταστάντα πολυειδώς και πολυτρόπως ο Θεός αξιώση της ουρανίου βασιλείας αυτού». Δια της τοιαύτης υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων διαταχθείσης ακολουθίας η Εκκλησία κηρύττει οτι οι από Αδάμ μέχρι Χριστού τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες εισίν άξιοι τού θείου ελέους και δέεται του Θεού υπέρ αυτών, όπως δώση αυτοίς εν τη ημέρα της κρίσεως ευπρόσδεκτον απολογίαν. Το φρόνιμα τούτο της Eκκλησίας, όπερ από των αποστολικων χρόνων γινώσκομεν, είναι λίαν ορθόν δίκαιον, διότι, αφού ο Κύριος ημών ήλθεν, ίνα σώση τον κόσμον, έπεται οτι έμελε να σώση και πάντας τους εναρέτως διαβιώσαντας, προ της αφίξεως αυτού , διότι ουχί η έλλειψις αρετής εν τω κόσμω προυκάλεσε την ανάγκην της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλ’ η έλλειψις της προς τον Θεόν φιλίας και το μεσότοιχον της έχθρας το διαχωρίζον Θεόν και άνθρωπον και, όπερ ο Υιός του Θεού ήλθε να καθέλη. Λόγος λοιπόν της αφίξεως του Υιού του Θεού ήτο η συμφιλίωσις Θεού μετά του ανθρώπου και ουχί η έλλειψις αρετής. Είναι αληθές ότι ο Ιησούς διά της θείας αυτού διδασκαλίας απεκάλυψε τοις ανθρώποις νέας τελειωτικάς αρχάς και υπέδειξεν αυτοίς ουρανόν καινόν, και γην καινήν, αλλα τούτο δεν αναιρεί την ύπαρξιν αρετής εν τω κόσμω, η αρετή λοιπόν εν τω κόσμω υφίστατο, αλλ’ ο άνθρωπος ευρίσκετο υπό δυσμένειαν και εδέετο διαλάκτου, τούτου δε ελθόντος ο ενάρετος εύρε χάριν παρά τω Θεώ και έτυχε της σωτηρίας. Ότι τοις δικαίοις επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού, τούτο διδασκόμεθα εκ της Παλαιάς Διαθήκης, εν ταύτη ο Θεός υπέσχετο τοις Ιουδαίοις σωτηρίαν, εάν ετήρουν τον νόμον, τούτο εβεβαίωσε και ο Σωτήρ, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ειπών προς τον ερωτήσαντα τι να ποιήση, ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήση, ότι αρκετή ήτο προς τούτο η των εντολών τήρησις. Βεβαίως ουδέποτε θα έλεγεν αυτώ να τηρήση τας εντολάς (Ματθ. 19. 17), εάν εν τη τηρήσει των εντολών δεν τω επεφυλάσσετο σωτηρία διά Ιησού Χριστού. Επίσης ουδέ προς τους ελέγχοντας αυτόν Φαρισαίους οτι μετά αμαρτωλών και τελωνών εσθίει και πίνει, θα έλεγεν ο Ιησούς, το «οι ισχύοντες ουκ έχουσι χρείαν ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες…ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9.12.13). Οι λόγοι ούτοι του Ιησού αποδεικνύουσι σαφώς ότι οι δίκαιοι είχον μερίδα εν τη διά του Ιησού Χριστού ελευσομένη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Αφού δε οι υπό νόμον είχον μέρος εν τη σωτηρία, διατί τα έθνη τά έχοντα τον νόμον γραπτόν εις τας καρδίας αυτών και ποιούντα αυτόν να αποκλεισθώσι της σωτηρίας; μη προσωπολήπτης ο Θεός; ή μήπως Ιουδαίων ο Θεός μόνον; άπαγε ! ο Θεός είναι Θεός δίκαιος καί πατήρ πάσης φυλής καί γένους ανθρώπων, εάν λοιπόν υπεσχέθη σωτηρίαν τοις υπό νόμον, εάν τηρήσωσι τον νόμον, θέλει σώσει και τους εν τη ακροβυστία τους τηρήσαντας τον νόμον τον γεγραμμένον εν ταις καρδίαις αυτών. Ο Άγιος ‘Αναστάσιος ο Πατpιάρχης Αντιοχείας διαβεβαιοί ότι δι’ αποκαλύψεως εγνώσθη αυτώ η των εθνικών δικαίων σωτηρία. αναφέρει δε την καθ’ ύπαρ εμφάνειαν του σοφού Πλάτωνος προς τινα ευσεβή μοναχόν εξυβρίζοντα αυτόν διά τινας πλάνας αυτού, και λέγει ότι εμφανισθείς εδίδαξεν αυτόν τα περί της σωτηρίας του διά Ι. Χριστού και προέτρεψε μη αμαρτάνειν υβρίζων. Η μαρτυρία αύτη, καίτοι αξιόπιστος ως από αξιοπίστου συγγραφέως προερχομένη, και αν μη ληφθή υπ’ όψει, η δόξα περί της σωτηρίας των εθνικών εδραζομένη επί των ορθών συλλογισμών, ίσταται καθ’ εαυτήν. Η σωτηρία λοιπόν η τω ανθρωπίνω γένει χορηγηθείσα διά Ιησού Χριστού, εγένετο γενική πάσι τοις εναρέτως ζήσασι. Διά τα τοσαύτα αγαθά, όσα ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός παρέσχε τη ανθρωπότητι, ήτις πάσα οφείλει νά ευxαριστή τω Θεώ, η Εκκλησία αναπέμπει ευχαριστίας προς αυτόν ως πρός τον Δεσπότην των απάντων και λυτρωτήν, δοξάζει αυτόν ως Θεόν αληθινόν, και δέεται υπέp των ψυχών πάντων των ευσεβώς κοιμηθέντων πάσης φυλής καί γένους.. Ή ακολουθία των κεκοιμημένων ετέθη λίαν καταλλήλως μετά τον χρόνον της Αναλήψεως του Σωτήρος Χριστού, διότι διά ταύτης γενόμενος ο Κύριος εν τοις κόλποις του Πατρός καί λαβών πάσαν εξουσίαν εν Ουρανώ και επί γης, εγένετο ζώντων και τεθνεώτων Δεσπότης, η Εκκλησία λοιπόν ένθεν μεν θέλουσα να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν ζώντων τε και νεκρών εξουσιαστήν, ένθεν δε να ανακηρύξη την πίστιν αυτής εις την δευτέραν παρουσίαν, την υπέρ των κεκοιμημένων ακολουθιαν συνέταξεν.

γ ‘. Περί τής προσγιvομέvnς ωφελείας ταις ψυχαίς εκ τωv ιερώv μvnμοσύvωv.

Τα ιερά μνημόσυνα και υπό ηθικήν έποψιν εξεταζόμενα εισί λίαν αναγκαία, καθόσον παρέχουσι και τοις επιζώσι μεγάλην ωφέλειαν, δι’ αυτών η Εκκλησία διδάσκει τα εαυτής τέκνα την αληθή χριστιανικήν φιλοσοφίαν και υπομιμνήσκει εις αυτά τας θεμελιώδεις αρχάς του Χριστιανισμού, κηρύττει ως δι’ υψηλού κηρύγματος την αθανασίαν της ψυχής, και την έναρξιν μετά θάνατον νέου σταδίου ζωής αλήκτου και ατέρμονος. Επίσης κηρύττει την διηνεκή εν τω κόσμω του Σωτήρος Χριστού παρουσίαν, την μεθ’ ημών επικοινωνίαν και σχέσιν, των τεθνεώτων και, ίνα συλλήβην περιλάβω άπαν το πνεύμα των τελουμένων μνημοσύνων, δι αυτών διδάσκει η Εκκλησία τα τέκνα της, ότι ο άνθρωπος είναι ουρανοπολίτης, ότι από της εν γή στρατευομένης Εκκλησίας μεταβαίνει εις την εν Ουρανώ θριαμβεύουσαν, οτι αμφοτέρων κεφαλή είναι ο Χριστός, όστις εισακούει πάντων τας δεήσεις και ικεσίας και επικάμπτεται ταις πρεσβείαις των αγίων και της Θεοτόκου, οτι η ελπίς της σωτηρίας του Χριστιανου δεν απόλλυται και μετά θάνατον, οτι η Εκκλησία πιστεύει, οτι αι δεήσεις αυτής και ικεσίαι αι υπέρ των τέκνων αυτής γινόμεναι εισακούονται παρά του φιλανθρώπου Σωτήρος ημών και παρέχεται τοις υπέρ ων γίνονται τα μνημόσυνα άφεσις παραπτωμάτων, οτι η οριστική απόφασις περί της αμοιβής και τιμωρίας εισέτι δεν εξεδόθη, οτι αύτη επιφυλάσσεται εν τη δευτέρα καί φρικτή του Δεσπότου Χριστού παρουσία, ότε έκαστος θα λάβη το γέρας και τους στεφάνους, ου επολιτεύθη βίου, οτι μέχρι της δευτέρας του Χριστού παρουσίας δύναται η Εκκλησία να αναπέμπει ευχάς και δεήσεις προς τον Κύριον υπέρ των τέκνων αυτής, οτι ως εν τη στρατευομενη Εκκλησία οι υπο Εκκλησιαστικήν ποινήν ευρισκόμενοι δια τας πεπραγμένας αυτών αμαρτίας στερούνται των θείων μυστηρίων, ούτω και εν τη θριαμβευούση Εκκλησία οι εν αμαρτίαις θανοντες μακράν των αγίων και δικαίων εισίν εστερημένοι της δόξης και χάριτος της απορρεούσης εκ του αρ–ρήτου κάλλους του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όπερ επιποθεί και ζητεί πάσα ψυχή, όπως χορτασθή, κατά το ρητόν, «Χορτασθήσομαι εν τω οφθήναι μοι την δόξαν Σου», πλην ουχί εκτός του Άδου, εν ω έκαστος αποτίνει την ποινήν κατά το βάρος της εαυτού συνειδήσεως, όπως δε υπέρ των κατηχουμένων της στρατευομένης Εκκλησιας εύχεται η Εκκλησία αδιαλείπτως προς τον Κύριον, ίνα ενώση αυτούς τη αγία καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ούτω και υπέρ των εν αμαρτίαις κοιμηθέντων πιστών δύναται να εύχηται και να αιτήται συναντιλήπτορας και τους αγίους της θριαμβευούσης Εκκλησίας, όπως εξιλεώσει τον Θεόν υπέρ αυτών και τάξη αυτούς εν σκηναίς δικαιων, εν κόλποις Αβραάμ, και συναριθμήση αυτούς μετά των σεσωσμένων. Ταύτα πάντα δια των μνημοσύνων διδάσκει η Εκκλησία, δι’ ων παραμυθείται και παρηγορεί τους των μεταστάντων συγγενείς και φίλους και θεραπεύει τας τρωθείσας καρδίας δια του ουρανιου βαλσάμου του υπό του Σωτήρος πεμπομένου αυταίς. Διά των μνημοσύνων η Εκκλησία πρώτον συναγείρει το των πιστών σύστημα και παρακελεύεται αυτό να ενδείξη την προς τον μεταστάντα αδελφόν οφειλομένην αγάπην, αφήση αυτώ την οφειλήν, δεηθή υπέρ αυτού μετά της Εκκλησιας προς τον Κύριον των ζώντων τε και νεκρών Δεσπότην και εξουσιαστήν, αιτήσηται παρ’ αυτού την συγχώρησιν των υπ’ αυτού πραχθέντων πλημμελημάτων, την δαψίλειαν της θείας χάριτος, και την κληρονομίαν της ουρανίου βασιλειας, δεύτερον παραμυθείται η των πιστών ομήγυρις τω τεθλιμμένων τας καρδίας, αίτινες εν τη ενδείξει της αγάπης και της συμπαθείας της όλης Εκκλησίας ευρίσκουσιν ανακούφισιν και παρηγορίαν, διότι ούτω η του πάθους συμ-μετοχή φερει παρηγορίαν τω τεθλιμμένω ως η του βάρους συναντίληψις ελάττωσιν και ανακούφισιν τω πεφορτισμένω, και τρίτον διά των μνημοσύνων γίνεται ανάμνησις του θανάτου, υπόμνησις της ματαιότητος των πραγμάτων του κόσμου, του προσκαίρου βίου και της αιωνίου ζωής, προτροπή προς αρετήν και ενάρετον πολιτείαν, ενθάρυνσις προς ευεργεσίας και αγαθοεργίας, και εν γένει αφορμή προς προκοπήν εν τη αρετή και προς τελείωσιν, και ούτος εστιν ο ηθικός χαρακτήρ των μνημοσύνων.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s