Δια τους κατηγορούντας τον Θεόν, διατί δεν εξαφανίζει τον διάβολον και ότι δεν μας βλάπτει καθόλου η πονηρία του αν προσέχουμε.

Posted: 30/11/2010 in επίκαιρα, ορθόδοξα μηνύματα

Έχομεν είπει εις προηγουμένην ομιλίαν ότι ο διάβολος δεν επικρατεί δια της βίας, ούτε με την τυραννίαν, τον καταναγκασμόν, ή την ωμήν επιβολήν. Διότι αν συ­νέβαινε τούτο θα μας είχε καταστρέψει όλους. Και εις απόδειξιν τούτου εφέραμεν ως παράδειγμα τους χοίρους, εναντίον των οποίων δεν ετόλμησαν να επιτεθούν οι δαί­μονες πριν λάβουν την άδειαν από τον Κύριον (Ματθ. 8, 31). Επίσης εφέραμεν ως παράδειγμα τα βουκόλια και τα ποίμνια του Ιώβ· διότι ούτε αυτά ετόλμησεν ο διά­βολος να τα καταστρέψη παρά μόνον όταν έλαβεν άνω­θεν την εξουσίαν (Ιώβ 1, 12). Το πρώτον λοιπόν που εμάθομεν είναι ότι δεν μας επιβάλλεται δια της βίας ούτε από καμμίαν ανάγκην μετά από αυτό επροσθέσαμεν ότι αν και νικά με απάτην, ούτε έτσι κατορθώνει να τους νικήση όλους. Και πάλιν εφέραμεν ως παράδειγμα τον αγωνιστικόν Ιώβ, εναντίον του οποίου εχρησιμοποίησε αμέ­τρητα τεχνάσματα και ούτε έτσι κατώρθωσε να τον νί­κηση, αλλά απεσύρθη ηττημένος.

Δεν είναι ο διάβολος που μας ζημιώνει αλλά η ιδική μας αδιαφορία εις κάθε περίπτωση ανατρέπει και υπο­σκελίζει όσους δεν προσέχουν.

Ας αφήσωμεν τον διάβολον λοιπόν, που είναι πολύ πονηρός, όχι εκ φύσεως, αλλά από την ψυχικήν του διάθεσιν και την γνώμην ότι ο διάβολος δεν είναι εκ φύσεως πονηρός, ημπορείς να το πληροφορηθής από τας ίδιας τας ονομασίας του. Ονομάζεται διάβολος από το διαβάλλειν. Διότι διέβαλε τον άνθρωπον προς τον Θεόν λέγων˙ δεν σε λατρεύει δωρεάν ο Ιώβ· αλλά στείλε την χείρα σου και φαύσε αυτά που έχει˙ ει δε μη θα σε βλασφημήση κατά πρόσωπον (Ιώβ 1,9, 11). Διέβαλε πά­λιν τον Θεόν προς τον άνθρωπον λέγων˙ πυρ έπεσεν από τον ουρανόν και κατέκαυσε τα πρόβατα (Ιώβ, 1, 16)· προσπαθούσε να πείση αυτόν, ότι ο πόλεμος αυτός εξαπελύθη από επάνω από τους ουρανούς, και έφερεν εις σύγκρουσιν τον δούλον προς τον Κύριον, και τον Κύριον προς τον δούλον μάλλον δε δεν τους έκαμε να συγκρουσθούν, αλλά επεχείρησε να τους φέρη εις σύγκρουσιν, όμως δεν ημπόρεσεν, ώστε, όταν ιδής άλλον δούλον να συ­γκρούεται με τον Δεσπότην, τον Αδάμ δηλαδή προς τον Θεόν, ο οποίος Αδάμ επίστευσεν εις την διαβολήν του, να μάθης ότι δεν ήντλησε την δύναμίν του από την ιδικήν του δύναμιν, αλλά από την ραθυμίαν και αδιαφορίαν εκείνου. Δια τούτο λοιπόν εχει ονομασθή διάβολος· το να διαβάλλη όμως και το να μη διαβάλλη δεν είναι στοιχείον της φύσεως, αλλά πράξις που γίνεται και απογί­νεται, που συμβαίνει και που παύει να συμβαίνη, και όλα αυτά δεν έχουν θέσιν φύσεως και ουσίας.

Θέλετε τώρα να έλθωμεν και εις μίαν άλλην όνομασίαν και θα ιδήτε ότι και αυτή η ονομασία δεν αναφέρε­ται εις την ουσίαν ούτε εις την φύσιν του διαβόλου;

Ονομάζεται πονηρός, η δε πονηρία δεν είναι στοιχείον της φύσεως, αλλά της ψυχικής διαθέσεως· διότι άλλοτε γί­νεται και άλλοτε παύει να υπάρχη. Ούτε βέβαια να μου ισχυρισθής ότι αυτή παραμένει εις εκείνον δια παντός· διότι δεν ήτο εξ αρχής εις εκείνον, αλλά προσετέθη αργότερον, δι’ αυτό ονομάζεται και αποστάτης· και όμως ενώ πολλοί άνθρωποι είναι πονηροί, αυτός μόνον ονομάζεται κατ’ εξοχήν πονηρός. Διατί τέλος πάντων ονομάζεται έτσι; Διότι ενώ δεν αδικήθηκε καθόλου από εμάς, ενώ δεν είχε ούτε μικράν ούτε μεγάλην κατηγορίαν όταν είδε να τιμάται ο άνθρωπος, αμέσως τον εφθόνησε δια τα αγα­θά. Και τι χειρότερον από αυτήν την πονηρίαν ημπορούσε να υπάρξη κατά την οποίαν γεννάται έχθρα και πόλεμος χωρίς καμμίαν εύλογον αιτίαν;

Ας αφήσωμεν λοιπόν κατά μέρος τον διάβολον και ας φέρωμεν προς συζήτησιν την κτίσιν, δια να μάθης ότι αίτιος των κακών εις ημάς δεν είναι ο διάβολος, αν εμείς θέλωμεν να προσέχωμεν. Δια να μάθης ότι ο έχων ασθενή θέλησιν και ο αμελής και ο αδιάφορος, και χωρίς να υπάρ­χη ο διάβολος, καταπίπτει και κρημνίζεται εις μεγάλα βάραθρα κακίας. Ο διάβολος είναι πονηρός· το γνωρίζω και ομολογείται από όλους, αλλά πρόσεχε με μεγάλην προσήλωσιν αυτά που πρόκειται να ειπώ τώρα. Δεν είναι συνηθισμένα αλλά είναι θέματα δια τα οποία από πολ­λούς πολλάς φοράς και σε πολλά μέρη γίνονται συζητή­σεις δια τα οποία διεξάγεται μεγάλη μάχη και πόλεμος όχι μόνον μεταξύ των πιστών προς τους απίστους, αλλά και μεταξύ των ιδίων των πιστών και αυτό είναι το οδυνηρόν.

Δια τον διάβολον λοιπόν όλοι συμφωνούν, καθώς είπα, ότι είναι πονηρός τι θα ειπούμεν όμως δια την δημιουργίαν, την ωραίαν και θαυμαστήν; Μήπως και η δημιουργία είναι πονηρά; Και ποιος είναι τόσον μιαρός; Ποιος είναι τόσον ανόητος και παρανοϊκός ώστε να κατηγορήση την κτίσιν; Τι θα ειπούμεν λοιπόν δι’ αυτής; Διότι δεν είναι πονηρά, αλλά είναι και ωραία και απο­τελεί απόδειξιν της σοφίας του Θεού και της δυνάμεως και της φιλανθρωπίας του. Άκουσε λοιπόν πως θαυμά­ζει αυτήν ο προφήτης λέγων˙ Πόσον εμεγαλύνθησαν τα έργα σου, Κύριε, όλα τα έκαμες με σοφίαν (Ψαλμ. 103, 24)· δεν αναφέρεται εις το καθένα χωριστά, αλλά υπο­χωρεί εμπρός εις το ακατάληπτον της σοφίας Θεού. Ότι την έπλασε τόσον ωραίαν και μεγάλην επωφελώς, άκου­σε κάποιον που το λέγει˙ από το μέγεθος και την ομορ­φιά των κτισμάτων φαίνεται αναλόγως και ο δημιουρ­γός των (Σοφ.Σολ. 13, 5)· άκουσε τον Παύλον που λέ­γει· διότι τα αόρατα στοιχεία της θεότητος από την δημιουργίαν του κόσμου φαίνονται καθαρά με την σκέψιν μέσα εις τα δημιουργήματα (Ρωμ. 1, 20). Διότι κάθε ένας από αυτούς δι’ όσων είπεν, άφησε να εννοηθή ότι η κτίσις η ιδία μας οδηγεί εις την θεογνωσίαν ότι αυτή συ­ντελεί να γνωρίσωμεν καλώς τον Δεσπότην.

Τι λοιπόν αν ίδωμεν ότι αύτη η ωραία και θαυμαστή κτίσις υπήρξε δια πολλούς αίτια ασεβείας, θα την κατηγορήσωμεν; Καθόλου, αλλά θα κατηγορήσωμεν εκείνους που δεν εχρησιμοποίησαν όπως πρέπει το φάρμακον. Που ευρίσκεται λοιπόν η αιτία της ασεβείας; Εσκοτίσθη, λέγει η σκέψις των φιλοσόφων και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν την κτίσιν αντί του δημιουργού (Ρωμ. 1, 21, 25). Πουθενά δεν υπάρχει εδώ διάβολος· πουθενά δαί­μων, αλλά ενώπιον όλων απλώνεται η κτίσις μόνη και γίνεται διδάσκαλος θεογνωσίας. Πως λοιπόν έγινεν αίτια ασεβείας; Όχι από την φύσιν της, αλλά από την αμέλειαν αυτών που δεν προσέχουν.

Τι λοιπόν, είπε μου, θα αφανήσωμεν την κτίσιν; Και διατί ομιλώ δια την κτίσιν; Ας έλθωμεν εις τα μέλη του ιδίου του σώματος μας. Διότι, αν δεν προσέχωμεν, θα εύρωμεν ότι και αυτά γίνονται αίτια της απώλειας μας, όχι από την φύσιν των, αλλά από την ιδικήν μας αμέλειαν.

Σκέψου, σε παρακαλώ, ότι σου εδόθη ο οφθαλμός δια να δοξάζης τον Δεσπότην βλέπων την κτίσιν. Αλλά αν δεν κάμης καλήν χρήσιν του οφθαλμού, σου γίνεται πρό­ξενος μοιχείας (Ματθ. 5, 28)· η γλώσσα σου εδόθη δια να δοξάζης και να υμνής τον δημιουργό ν αλλά εάν δεν προσεχής, αυτή σου γίνεται αιτία βλασφημίας (Ιων. 3, 512)· τα χέρια σου εδόθησαν δια να τα υψώνης όταν προ­σεύχεσαι˙ άλλ’ αν δεν είσαι νηφάλιος τα απλώνης εις αρπαγήν. τα πόδια σου εδόθησαν δια να τρέχης εις καλά έργα άλλ’ αν αμελής, δι’ αυτών θα οδηγηθής εις κακάς πράξεις. Βλέπεις ότι τον ασθενή τον βλάπτουν τα πάντα; Βλέπεις ότι τον ασθενή και τα σωτήρια φάρμακα τον φέ­ρουν εις τον θάνατον, όχι από την φύσιν των, αλλά από την αδυναμίαν εκείνου; Ο Θεός εδημιούργησε τον ουρανόν δια να θαυμάσης το έργον και να προσκύνησης τον Δεσπότην αλλά άλλοι, αφού εγκατέλειψαν τον δημιουργόν, προσεκύνησαν τον ίδιον τον ουρανόν αυτά όλα προήλθαν από την αμέλειαν και την ανοησίαν των.

Αλλά διατί ομιλώ δια την κτίσιν; Και μήπως ημπο­ρεί να γίνη κάτι άλλο περισσότερον σωτήριον από τον σταυρόν; Όμως αυτός ο σταυρός υπήρξε σκάνδαλον δια τους αδυνάτους. Διότι το κήρυγμα περί του σταυρού δια τα τέκνα της απώλειας είναι μωρία, ενώ δια τους σωζό­μενους είναι δύναμις Θεού (Α’ Κορ. 1, 18)· και πάλιν κηρύσσομεν τον Χριστόν τον εσταυρωμένον, ο οποίος είναι σκάνδαλον δια τους Ιουδαίους, δια τους ειδωλολάτρας δε μωρία (Α’ Κορ. 1, 23). Τι ημπορεί να γίνη περισσότερον φωτισμένη διδασκαλία από την διδασκαλίαν του Παύλου, και των αποστόλων; Αλλά οι από­στολοι αυτοί δια πολλούς υπήρξαν οσμή θανάτου˙ διότι λέγει˙ δι’ άλλους οσμή θανάτου προς τον θάνατον, δι’ άλλους οσμή ζωής προς την ζωήν (Β’Κορ.2,16). Βλέ­πεις λοιπόν ότι ο μεν αδύνατος εις την πίστιν βλάπτεται και από τον Παύλον, ενώ ο ισχυρός δεν αδικείται ούτε από τον διάβολον;

Θέλεις τώρα να φέρωμεν τον λόγον και εις τον Χρι­στόν; Τι ημπορεί να συγκριθή με την σωτηρίαν εκείνην; Τι άλλο υπήρξεν ωφελιμώτερον από την παρουσίαν εκείνην; Αλλά αυτή η παρουσία η σωτήριος, η χρήσιμη, έγινεν αφορμή κολάσεως δια πολλούς. Διότι, λέγει, εγώ ήλθα εις τον κόσμον τούτον προς κρίσιν, ώστε αυτοί που δεν έβλεπαν να ιδούν και αυτοί που έβλεπαν να γίνουν τυφλοί (Ιω. 9, 39). Τι λέγεις; Το φως έγινεν αιτία τυφλώσεως; Δεν έγινε το φως αιτία τυφλώσεως, αλλά η αδυ­ναμία των οφθαλμών της ψυχής δεν ημπόρεσε να δεχθή το φως.

Είδες ότι ο αδύνατος βλάπτεται από παντού, ο δε ισχυρός ωφελείται από παντού; Διότι παντού αιτία είναι η ψυχική διάθεσις, παντού κυρίαρχος είναι η γνώμη.

Επειδή ο διάβολος, αν θέλης να μάθης, είναι και χρήσι­μος εις εμάς, αν τον χρησιμοποιήσωμεν όπως πρέπει, και μας ωφελεί τα μέγιστα και επιτυγχάνομεν από αυτόν κέρδη όχι μικρά. Και αυτό το απεδείξαμεν πολλάκις και από την περίπτωσιν του Ιώβ…

… Όλα αυτά τα είπα τώρα, όχι δια να απαλλάξω τον διάβολον από την κατηγορίαν, αλλά δια να σάς ελευ­θερώσω από την ραθυμίαν. Καθ’ όσον εκείνος επιθυμεί πολύ να επιρρίπτωμεν εις αυτόν τας ευθύνας των ιδικών μας αμαρτημάτων, ώστε τρεφόμενοι με αυτήν την ελπί­δα και διαπράττοντες πάν είδος κακίας, να αυξήσωμεν οι ίδιοι την εις βάρος μας τιμωρίαν, διότι ουδόλως συγχωρούμεθα με την μετάθεσιν της ευθύνης εις εκείνον δια τας ιδικάς μας αμαρτίας˙ όπως δεν συνεχωρήθη και η Εύα. Εμείς όμως να μη κάμωμεν αυτό, αλλά να εμβαθύνωμεν εις τον εαυτόν μας και εις τα τραύματα μας διότι έτσι θα ημπορέσωμεν να επιθέσωμεν και τα φάρμακα δια την θεραπείαν, διότι εκείνος που αγνοεί την νόσον του δεν θα φροντίση καθόλου δια την θεραπείαν της.

Έχομεν πολλάς αμαρτίας˙ το γνωρίζω και εγώ˙ όλοι είμεθα υπό κολασμόν αλλά δεν εχομεν αποκλεισθή από την συγγνώμην, ούτε ευρισκόμεθα έξω από την μετάνοιαν διότι ιστάμεθα ακόμη εις το σκάμμα έτοιμοι δια τους αγώνας της μετανοίας. Είσαι γέρων και έφθασες εις την εσχάτην έξοδον από την ζωήν; Μη νομίσης ότι εξ αιτίας αυτού έχεις χάσει την ευκαιρίαν της μετανοίας, ούτε να απελπισθής δια την σωτηρίαν σου, αλλά θυμήσου τον ληστήν που συνεχωρήθη επάνω εις τον σταυρόν. Πράγμα­τι, ποιον χρονικόν διάστημα είναι συντομώτερον από την είναι αρκετόν εις τον Κύριον ως απολογία διότι αυτός που κατεδίκασε τα αμαρτήματα του είναι δυσκολώτερον να περιπέση πάλιν εις τα ίδια αμαρτήματα. Ύψωσε την συνείδησιν που έχεις μέσα σου εις κατήγορον, δια να μη έχης εκεί άλλον κατήγορον επί του βήματος του Κυρίου. Αύτη είναι μία οδός μετανοίας άριστη. Υπάρχει και άλλη που δεν είναι κατωτέρα αυτής, το να μη μνησίκακης ενα­ντίον των εχθρών, το να συγκρατής την οργήν σου, να συγχωρής τα αμαρτήματα των συνανθρώπων σου˙ διότι έτσι θα συγχωρηθούν και τα ιδικά μας αμαρτήματα που διεπράξαμεν προς τον Κύριον. Ιδού λοιπόν και δεύτερος τρόπος καθαρισμού των αμαρτημάτων μας. Διότι λέγει αν συγχωρήσετε τους οφειλέτες σας, και ο ουράνιος Πα­τήρ σας θα σας συγχώρηση (Ματθ. 6, 14).

Θέλεις να μάθης και μίαν τρίτην οδόν μετανοίας; Να κάμης προσευχήν θερμήν και ειλικρινή που να πηγάζη από τα βάθη της καρδίας σου. Δεν είδες εκείνην την χήραν πως εξευμένισε τον αναίσχυντον εκείνον δικαστήν; (Λουκ. 18, 18) Ενώ συ έχεις Κύριον ήμερον και προσηνή και φιλάνθρωπον εκείνη εζήτει εναντίον των εχθρών, συ όμως δεν ζητείς εναντίον των εχθρών, αλλά υπέρ της ιδικής σου σωτηρίας.

Αν θέλης να μάθης και τετάρτην οδόν μετανοίας, θα σου ειπώ την ελεημοσύνην διότι αυτή έχει πολλήν και ανέκφραστον δύναμιν. Και πράγματι όταν ο Ναβουχοδονόσορ έφθασεν εις λογής κακίαν και διέπραξε κάθε ασέ­βειαν, ο Δανιήλ του είπε Βασιλεύ, να εισακούσης την συμβουλήν μου˙ λυτρώσου από τας αμαρτίας σου με τας ελεημοσύνας, και από τας ανομίας σου λυτρώσου με την στιγμήν εκείνην κατά την οποίαν εστεφανούτο; Όμως δι’ αυτόν ήτο αρκετή δια να σωθή. Είσαι νέος; Μη επανα­παύεσαι με θάρρος εις την νεότητα, ούτε να νομίσης ότι έχεις αρκετήν προθεσμίαν της ζωής˙ διότι η ημέρα του Κυρίου έρχεται ως κλέπτης μέσα εις την νύκτα (Α’ Θεσ. 5, 2). Δια τούτο και δεν μας εγνωστοποίησε την ημέραν του θανάτου μας, δια να επιδείξωμεν ζήλον και φροντί­δα. Δεν βλέπεις κάθε ημέραν νέους να αποθνήσκουν; Δια τούτο μας προτρέπει κάποιος˙ Μη βραδύνης να επιστρέψης προς τον Κύριον, ούτε να αναβάλλης από ημέ­ρας εις ημέραν, μήπως καθώς βραδύνης καταφθαρής (Σοφ. Σειράχ 5, 7). Ο γέρων λοιπόν ας εχη εκείνην την παραίνεσιν ύπ’ όψιν˙ ο νέος αυτήν εδώ την νουθεσίαν. Αλλά είσαι ασφαλής, έχεις πλούτη και καυχάσαι δια τα χρήματα σου και δεν σου συμβαίνει κανένα κακόν; Άκου­σε τι λέγει ο Παύλος· Όταν λέγουν ειρήνην και ασφά­λειαν, τότε επέρχεται εις αυτούς αιφνίδιος όλεθρος (Α’ Θεσ. 5, 3). Διότι όλα τα πράγματα υφίστανται μεταβολάς· δεν εξουσιάζομεν τον θάνατον ας γίνωμεν κύριοι της αρετής, διότι ο Κύριος μας ο Χριστός είναι φιλάνθρωπος.

Θέλετε να σας αναφέρω και οδούς της μετανοίας; Είναι πολλαί και ποικίλαι και διάφοραι μεταξύ των, όλαι όμως οδηγούν προς τον ουρανόν. Πρώτη οδός μετανοίας είναι η καταδίκη των αμαρτημάτων μας˙ Λέγε εσύ πρώτος τας αμαρτίας σου δια να δικαιωθής (Ης. 43, 26). Δι’ αυτό είπε και ο Προφήτης˙ είπα, θα καταδικάσω τον εαυ­τόν μου δια την ανομίαν μου προς τον Κύριον, και συ εσυγχώρησες την ασέβειαν της καρδιάς μου (Ψαλμ. 31, 5). Αναγνώρισε λοιπόν και συ τα αμαρτήματά σου˙ αυτό ευσπλαγχνίαν σου δια τους πτωχούς (Δαν. 4,24). Ποιον πράγμα ημπορεί να γίνη ίσον με την φιλανθρωπίαν; Ύστερα από αναρίθμητα αμαρτήματα, ύστερα από τόσας πα­ρανομίας υπόσχεται να απαλλάξη όλων αυτών τον δράστην, εάν δειχθή φιλάνθρωπος εις τους συνδούλους του. Και πέμπτη η μετριοφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη που εκμηδενίζουν την φύσιν των αμαρτημάτων όχι ολιγώτερον από όλους τους άλλους τρόπους που αναφέραμεν και μάρτυς ο τελώνης, ο οποίος δεν είχε να αναφέρη λαμπρά έργα, αλλά αντί όλων αυτών προσέφερε την ταπεινοφρο­σύνη και απηλλάγη από το βαρύ φορτίον των αμαρτη­μάτων (Λουκά 18, 13).

Ιδού λοιπόν εδείξαμεν πέντε οδούς μετανοίας, πρώτην την κατανοήσιν των αμαρτημάτων μας, δευτέραν την συγχώρησιν των αμαρτιών του πλησίον, τρίτην εκείνην που προέρχεται από την προσευχήν, τετάρτην εκείνην που προέρχεται από την ελεημοσύνην και πέμπτην την προερχομένην από την ταπεινοφροσύνην. Μη βραδύνης, λοιπόν, αλλά να βαδίζης κάθε ημέραν όλας αυτάς τας οδούς˙ καθ’ όσον είναι εύκολοι οδοί και δεν ημπορείς να προβάλης ως πρόσχημα την πενίαν αλλά και αν ακόμα ζης πτωχότερα από όλους και την οργήν θα ημπορέσης να αφήσης κατά μέρος και να ταπεινοφρονής θα ημπορέσης και να προσευχηθής επαρκώς και να καταδικάσης τα αμαρτήματά σου˙ και εις τίποτε δεν γίνε­ται η πενία εμπόδιον. Και τι λέγω εδώ, αφού ούτε δι’ έκείνην την μέθοδον της μετανοίας που απαιτεί την καταβολήν των χρημάτων (δηλαδή η ελεημοσύνη) ούτε εκεί αποτελεί εμπόδιον εις ημάς η πενία. Και αυτό το εφανέρωσεν εις ημάς η χήρα που κατέβαλε τα δύο λεπτά (Μάρκ. 12,41-44).

Αφού λοιπόν εδιδάχθημεν την θεραπείαν των τραυ­μάτων μας, ας θέτωμεν επάνω εις αυτά αυτά τα φάρμα­κα, ώστε, αφού ανακτήσωμεν την πραγματικήν υγείαν να απολαύσωμεν και την ιεράν τράπεζαν με παρρησίαν και με μεγάλην δόξαν να συναντήσωμεν τον βασιλέα της δόξης Χριστόν και να επιτύχωμεν τα αιώνια αγαθά με την χάριν και τους οικτιρμούς και την φιλανθρωπίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου και μετά του οποίου δόξα και δύναμις και τιμή τώρα και πάντοτε και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(Από την έκδοση ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ Θες/κης).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s