– Εἶπε ο αββάς Αντώνιος: «Ἡ συνειδητὴ παράδοση τοῦ ἐαυτοῦ μας στὸν Θεό, καὶ ἡ ὑπακοὴ στὶς
ἐντολές του μὲ ταπείνωση, φέρνουν τὴν ἀγάπη καὶ ἡ ἀγάπη φέρνει τὴν ἀπάθεια».

– – – – – – – – – – – – – – – – – –

– Ρώτησαν τὸν ἀββᾶ Ἠσαΐα τί εἶναι ταπείνωση, κι ἐκεῖνος εἶπε: «Ταπείνωση εἶναι νὰ
θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μᾶς πιὸ ἁμαρτωλὸ ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ νὰ ἐξουθενώνουμε
τὸν ἑαυτό μας ὅτι τίποτε τὸ καλὸ δὲν κάναμε ἐνώπιόν του Θεοῦ.

Καὶ ἡ ἐργασία τῆς ταπείνωσης εἶναι ἡ ἑξῆς: Νὰ σιωποῦμε, νὰ μὴ ψηφίζουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ καμιὰ περίπτωση, νὰ μὴν εἴμαστε φιλόνικοι, νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ ὑποταγή, μὲ τὸ βλέμμα χαμηλωμένο, τὸν θάνατο νὰ ἔχουμε πρὸ ὀφθαλμῶν, νὰ μὴν χρησιμοποιοῦμε τὸ
ψέμα καὶ τὸν ἀργὸ λόγο.

Νὰ μὴν ἀντιμιλοῦμε στὸν μεγαλύτερο, νὰ μὴ θέλουμε νὰ περάσει ὁ λόγος μας, νὰ ὑπομένουμε τὶς περιφρονήσεις, νὰ μισήσουμε τὴν ἀνάπαυση, νὰ βάζουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ κάθε περίπτωση, νὰ εἴμαστε νηφάλιοι, νὰ κόψουμε τὸ θέλημά μας, νὰ μὴν προκαλοῦμε κανέναν καὶ νὰ μὴν φθονοῦμε κανένα».

– Είπε ἀκόμη: «Βάλε τὰ δυνατά σου νὰ μὴν ψηφίζεις τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ κλάψεις τὶς ἁμαρτίες σου.
Φρόντισε ἐπίσης μὲ ὅλη σου τὴν δύναμη νὰ μὴν φιλονικεῖς γιὰ θέματα πίστεως οὔτε νὰ
δογματίζεις ἀλλὰ νὰ ἀκολουθεῖς τὴν μία καθολικὴ Ἐκκλησία. Γιατί κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει κάτι σχετικὰ μὲ τὴν οὐσία τῆς Θεότητος».

– Εἶπε ο ίδιος: «Ἐκεῖνος ποὺ ἀποκτᾷ τὴν ταπεινοφροσύνη, παίρνει ἐπάνω του τὸ σφάλμα τοῦ ἀδελφοῦ του, λέγοντας: ἐγὼ ἔσφαλα.
Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ καταφρονεῖ τὸν ἀδελφό του, πιστεύει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι σοφὸς καὶ
κατηγορεῖ καὶ ἐλέγχει τὸν πλησίον του. Ἐκεῖνος ὅμως ποῦ μέμφεται τὸν ἑαυτό του δὲν πληγώνει ποτὲ κανέναν».

– «Ἃς μὴ μιλάει ἡ γλῶσσα σου -εἶπε ἄλλη φορᾷ- ἀλλὰ ἡ πράξη. Ὁ λόγος σου νὰ ‘ναι
ταπεινὸς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἡ πράξη.

Μὴν μιλήσεις ἐρήμην της συνειδήσεώς σου καὶ μὴν διδάξεις χωρὶς ταπείνωση, γιὰ νὰ δεχθεῖ ἡ γῆ τὸν σπόρο σου».


«Σοφία δὲν εἶναι -εἶπε πάλι- τὸ νὰ μιλήσεις. Σοφία εἶναι το νὰ ξέρεις πότε εἶναι ἡ
κατάλληλη ὥρα νὰ μιλήσεις. Νὰ γνωρίζεις γιατί σιωπᾷς, νὰ γνωρίζεις γιατί μιλᾷς, νὰ
σκέφτεσαι προτοῦ μιλήσεις καὶ νὰ λὲς τὰ πρέποντα.
Νὰ ἐπιδιώκεις συνειδητὰ νὰ φαίνεσαι χωρὶς γνώση (πνευματική), γιὰ νὰ γλυτώσεις ἀπὸ πολλοὺς κόπους. Γιατί αὐτὸς ποὺ ἐπιδιώκει νὰ προβάλλεται γιὰ τὴ γνώση του, προκαλεῖ κόπους στον εαυτό του.


– Έλεγε ἡ ἄμμας Θεοδώρα ὅτι οὔτε ἡ ἄσκηση σῴζει οὔτε ἡ ἀγρυπνία οὔτε ὁποιοσδήποτε κόπος, παρὰ μόνο ἡ ταπεινοφροσύνη.

Ἦταν ἕνας ἀναχωρητὴς ποὺ ἔτρεπε σὲ φυγὴ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς ἐξέταζε μὲ ἐρωτήματα: «Μὲ τί βγαίνετε ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο; Μὲ νηστεία;»

Καὶ ἔλεγαν: «Ἐμεῖς οὔτε τρῶμε οὔτε πίνουμε».

«Μὲ ἀγρυπνία;»

Καὶ ἀπαντοῦσαν: «Ἐμεῖς δὲν κοιμόμαστε».

«Μὲ τὴν ἐρημικὴ ζωή;»

Καὶ ἔλεγαν: «Ἐμεῖς στὶς ἐρήμους ζοῦμε».

«Μὲ τί λοιπὸν φεύγετε;»

Καὶ εἶπαν: «Τίποτε δὲν μᾶς νικάει παρὰ μόνο ἡ ταπεινοφροσύνη».

Βλέπεις ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ὁ νικητὴς τῶν δαιμόνων;

_____________________

– Ἔλεγαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβὸ ὅτι εἶπε κάποτε στὸν ἀδελφό του τὸν
μεγάλο: «Θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι ἀμέριμνος ὅπως εἶναι οἱ ἄγγελοι ἀμέριμνοι δὲν δουλεύουν καθόλου ἀλλὰ ἀδιαλείπτως λατρεύουν τὸν Θεό». Ἔβγαλε στὴ συνέχεια τὸ ἐπανωφόρι του
καὶ πῆγε στὴν ἔρημο. Ἔκανε ἐκεῖ μιὰ ἑβδομάδα καὶ γύρισε πίσω στὸν ἀδελφό του.

Χτύπησε τὴν πόρτα κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε πρὶν ἀνοίξει: «Ποιὸς εἶσαι ἐσύ;» «Ἐγὼ εἶμαι -εἶπε
ἐκεῖνος- ὁ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός σου».

«Ὁ Ἰωάννης -τοῦ ἀπάντησε- ἔγινε ἄγγελος καὶ δὲν
ἀναστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους».

«Ἐγὼ εἶμαι» τὸν παρακαλοῦσε ἀλλὰ δὲν τοῦ ἄνοιξε, τὸν ἄφησε νὰ ταλαιπωρεῖται ὡς τὸ πρωί. Κατόπιν ἄνοιξε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἄνθρωπος εἶσαι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ δουλεύεις γιὰ νὰ ζήσεις».

Τοῦ ἔβαλε μετάνοια τότε λέγοντας «Συγχώρεσε μὲ»

______________________

– Ἔλεγε ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης: «Ἡ πόρτα τοῦ οὐρανοῦ εἶναι ἡ ταπείνωση. Καὶ οἱ Πατέρες
μας, περνώντας μὲ χαρὰ μέσα ἀπὸ πολλὲς καταφρονήσεις, μπῆκαν στὴν πόλη τοῦ Θεοῦ».